Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [30560-30580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29867μεγαλοβιομήχανοςμε-γα-λο-βι-ο-μή-χα-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιοκτήτης μεγαλοβιομηχανίας. Βλ. (μεγαλο)εφοπλιστής.
3013μεγαλοβλαστικός

[ἀναιμία] α-ναι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πτώση της τιμής της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη κάτω από τα φυσιολογικά όρια: αιμολυτική (: πρόωρη καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων)/κακοήθης/μικροκυτταρική/υποπλαστική ~ (: τύποι ~ας). Έχει/πάσχει από ~ (: αναιμικός). Συμπτώματα ~ας (: ωχρότητα του δέρματος, καταβολή). Βλ. -αιμία. ● ΣΥΜΠΛ.: απλαστική αναιμία βλ. απλαστικός, δρεπανοκυτταρική αναιμία βλ. δρεπανοκυτταρικός, μεγαλοβλαστική αναιμία βλ. μεγαλοβλαστικός, μεσογειακή αναιμία βλ. μεσογειακός, σιδηροπενική αναιμία βλ. σιδηροπενικός [< αρχ. ἀναιμία 'έλλειψη αίματος', αγγλ. an(a)emi , γαλλ. anémie, γερμ. Anämie]

29868μεγαλογιατρόςμε-γα-λο-για-τρός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πολύ γνωστός γιατρός που αμείβεται αδρά για τις υπηρεσίες του.
29869μεγαλογράμματος, η, ο με-γα-λο-γράμ-μα-τος επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που γράφεται ή έχει γραφεί με κεφαλαία γράμματα: ~ος: κώδικας. ~η: επιγραφή. ~α: χειρόγραφα. Αντικατάσταση της ~ης γραφής από τη μικρογράμματη. ΣΥΝ. κεφαλαιογράμματος ΑΝΤ. μικρογράμματος [< μεσν. μεγαλογράμματος]
29870μεγαλοδείχνωμε-γα-λο-δεί-χνω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ’ πρόσ.}: φαίνομαι μεγαλύτερος σε ηλικία από ό,τι είμαι: Με το μούσι ~ει. ΣΥΝ. μεγαλοφέρνω ΑΝΤ. μικροδείχνω, νεάζω & νεανίζω (2)
29871μεγαλοδικηγόροςμε-γα-λο-δι-κη-γό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πολύ γνωστός δικηγόρος που αμείβεται αδρά για τις υπηρεσίες του.
29872μεγαλοδύναμος, η, ο με-γα-λο-δύ-να-μος επίθ. 1. (με κεφαλ. Μ) προσωνυμία του Θεού: Εύχομαι ο ~ Θεός να σας δίνει δύναμη να συνεχίσετε το έργο σας.|| (κυρ. ως ουσ.) Ό,τι σε φωτίσει ο ~. ΣΥΝ. Παντοδύναμος 2. (σπάν.) πανίσχυρος: ~η: φύση. ~α: έθνη. [< μτγν. μεγαλοδύναμος]
29873μεγαλοδωρίαμε-γα-λο-δω-ρί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): γενναιοδωρία, μεγαλοψυχία: η ~ του Θεού. [< μτγν. μεγαλοδωρία]
29874μεγαλοεκδότηςμε-γα-λο-εκ-δό-της ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης μεγάλου εκδοτικού οίκου.
29875μεγαλοεπιχειρηματίαςμε-γα-λο-ε-πι-χει-ρη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιοκτήτης μεγάλης επιχείρησης. Πβ. μεγαλοεφοπλιστής. ΑΝΤ. μικροεπιχειρηματίας
29876μεγαλοεργοδοσίαμε-γα-λο-ερ-γο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.) (περιληπτ.-αρνητ. συνυποδ.-λόγ.): το σύνολο των μεγαλοεργοδοτών· ένας συγκεκριμένος μεγαλοεργοδότης: τα συμφέροντα της ~ας. Βλ. κεφαλαιοκρατία.
29877μεγαλοεργοδότηςμε-γα-λο-ερ-γο-δό-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): εργοδότης που απασχολεί μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Βλ. κεφαλαιοκράτης.
29878μεγαλοεργολάβοςμε-γα-λο-ερ-γο-λά-βος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που αναλαμβάνει μεγάλες εργολαβίες.
29879μεγαλοεφοπλιστήςμε-γα-λο-ε-φο-πλι-στής ουσ. (αρσ.): μεγαλοεπιχειρηματίας, συνήθ. ιδιοκτήτης πολλών πλοίων.
29880μεγαλοθυμίαμε-γα-λο-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.): μεγαθυμία.
29881μεγαλόθυμος, η, ο με-γα-λό-θυ-μος επίθ.: μεγάθυμος, μεγαλόψυχος. ● επίρρ.: μεγαλόθυμα [< αρχ. μεγαλόθυμος]
29882μεγαλοϊδεάτηςμε-γα-λο-ϊ-δε-ά-της ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής της Μεγάλης Ιδέας ή κατ' επέκτ. άλλης εθνικής επεκτατικής πολιτικής.
29883μεγαλοϊδεατικός, ή, ό με-γα-λο-ϊ-δε-α-τι-κός επίθ. & μεγαλοϊδεάτικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Μεγάλη Ιδέα ή γενικότ. τον μεγαλοϊδεατισμό: ~ό: όραμα.|| ~ή: ιδεολογία/πολιτική. Πβ. αλυτρωτ-, εθνικιστ-, επεκτατ-ικός.
29884μεγαλοϊδεατισμόςμε-γα-λο-ϊ-δε-α-τι-σμός ουσ. (αρσ.): το πολιτικό και εθνικό ιδεώδες της Μεγάλης Ιδέας· κατ' επέκτ. οποιαδήποτε εθνική, αλυτρωτική ή/και επεκτατική ιδεολογία. Πβ. αλυτρωτ-, εθνικ-, επεκτατ-ισμός.
29885μεγαλοκαλλιεργητήςμε-γα-λο-καλ-λι-ερ-γη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που καλλιεργεί μεγάλες στρεμματικές εκτάσεις. ΑΝΤ. μικροκαλλιεργητής

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.