| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2086 | αλευρώδης | , ης, ες [ἀλευρώδης] α-λευ-ρώ-δης επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με ή περιέχει αλεύρι: σπόρος ~. Βλ. αλευρο-, -ώδης. [< μτγν. ἀλευρώδης] | |
| 2087 | αλεύρωμα | [ἀλεύρωμα] α-λεύ-ρω-μα ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. πασπάλισμα με αλεύρι: ελαφρύ ~. Οι κεφτέδες/τα ψάρια θέλουν ~.|| (στον πληθ.) ~ώματα των Αποκριών/του γάμου (: τοπικό έθιμο). Βλ. γιαούρτωμα. | |
| 2088 | αλευρώνω | [ἀλευρώνω] α-λευ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αλεύρω-σα, -θηκε, -μένος, αλευρών-οντας}: ΜΑΓΕΙΡ. πασπαλίζω, καλύπτω με αλεύρι: ~ τα σνίτσελ/ψάρια για τηγάνισμα. Αδειάζετε το μείγμα σε ελαφρά λαδωμένο και ~μένο ταψί.|| Στις Απόκριες τον ~σαν για πλάκα. Βλ. γιαουρτώνω. [< μεσν. αλευρώνομαι] | |
| 2089 | αληγής | , ής, ές [ἀληγής] α-λη-γής επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: αληγείς (άνεμοι): ΜΕΤΕΩΡ. ρεύμα κανονικών και σταθερών ανέμων που πνέουν από υποτροπικές ζώνες υψηλής πίεσης προς ισημερινές περιοχές χαμηλής πίεσης όλο τον χρόνο· στο βόρειο ημισφαίριο από τα ΒΑ προς τα ΝΔ, ενώ στο νότιο από τα ΝΑ προς τα ΒΔ. [< γαλλ. vents alizés] | |
| 2090 | αλήθεια | [ἀλήθεια] α-λή-θεια ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας} 1. αυτό που συμφωνεί με ό,τι πραγματικά υπάρχει ή συμβαίνει, γενικότ. η ίδια η πραγματικότητα: αδιάσειστη/αναμφισβήτητη/αναπόφευκτη/αντικειμενική/απλή/γυμνή (: χωρίς ενδοιασμούς για την αποκάλυψή της)/δυσάρεστη/επώδυνη/ιστορική/μισή/προφητική/σκληρή/υποκειμενική/ωμή ~. Αποδεικνύω/αποκρύπτω/αποσιωπώ/βλέπω/γνωρίζω/μαθαίνω/παραδέχομαι/συνειδητοποιώ την ~. Αναζήτηση/αποκατάσταση/γνώση/διαστρέβλωση/εύρεση της ~ας. Αποκαλύφθηκε/έλαμψε η ~. Η ~ βρίσκεται (κάπου) στη μέση. Τελικά ποια είναι η ~; Δεν λέει πάντοτε την ~. Ο ισχυρισμός/η ομολογία του δεν ανταποκρίνεται στην ~. Αντιλαμβάνονται την ~ με διαφορετικό τρόπο. Θα σας πω πικρές ~ειες. Mύθοι/παραμύθια και ~ειες για το Διάστημα. Βλ. φιλ~.|| (σε όρκο ενώπιον δικαστηρίου) Ορκίζομαι να πω την ~ και μόνο την ~.|| (ΓΛΩΣΣ.) Συνθήκες ~είας (: προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύουν, για να θεωρηθεί αληθές το περιεχόμενο των προτάσεων). ΑΝΤ. αναλήθεια, πλάνη1, ψέμα (1), ψεύδος 2. η ιδιότητα κάποιου πράγματος να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: Αμφισβητώ/αποδεικνύω/ελέγχω/εξακριβώνω/επιβεβαιώνω την ~ των επιχειρημάτων/των καταγγελιών/των λόγων/της μαρτυρίας. Πβ. ακρίβεια, εγκυρότητα, ορθότητα. 3. αρχή, γνώση για την οποία δεν αμφιβάλλει κανείς: αιώνια/απόλυτη/άρρητη/αυταπόδεικτη/βιβλική/διαχρονική/δογματική/επιστημονική/θεμελιώδης/ιστορική/μαθηματική/μεταφυσική/(οντο)λογική/φιλοσοφική/χριστιανική ~. Κρυφές ~ειες. Αμφισβήτηση θεμελιωδών ~ειών. Πβ. αξίωμα. 4. γενικά παραδεκτή άποψη: Είπε μια μεγάλη ~. Στη συζήτηση ακούστηκαν πολλές ~ειες. Βλ. απόφθεγμα, σοφία. ● ΣΥΜΠΛ.: δόση/ίχνος αλήθειας: μέρος, ποσοστό, βαθμός αλήθειας: Δεν υπάρχει ~ ~ (= η παραμικρή αλήθεια) στους ισχυρισμούς της/στο δημοσίευμα. Υπάρχει αρκετή/κάποια/μια δόση ~ στις φήμες., ορός της αλήθειας & (λόγ.) ορός αληθείας: ουσία που προκαλεί ελαφριά νάρκωση και χορηγείται, για να ωθήσει αυτόν που ανακρίνεται, να μιλήσει ελεύθερα. Βλ. ανιχνευτής ψεύδους, ναρκανάλυση. [< αγγλ. truth serum, 1924, γαλλ. sérum de vérité] , τιμή αληθείας: η αλήθεια ή αναλήθεια μίας πρότασης ή δήλωσης: Το σύστημα της λογικής που εισηγήθηκε ο Αριστοτέλης βασίζεται στην αρχή ότι μία πρόταση μπορεί να λάβει δύο ~ές ~, την αλήθεια ή το ψεύδος. [< αγγλ. truth-value, 1903] ● ΦΡ.: από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια (παροιμ.): τα παιδιά και οι ψυχικά ασθενείς εκφράζονται με μεγαλύτερο αυθορμητισμό και ειλικρίνεια., για να λέμε/πούμε/πω την (καθαρή/μαύρη) αλήθεια: πρέπει να παραδεχτώ ή να αναγνωρίσω ότι: ~ ~, έφταιγες κι εσύ λίγο/τέτοια εξέλιξη δεν την περιμέναμε., η αλήθεια είναι/είναι αλήθεια ότι/πως (εμφατ.): είναι γεγονός, η πραγματικότητα είναι ότι ... : ~ ~ δεν μου αρέσει .../εργάστηκε πολύ σκληρά., η στιγμή/ώρα της αλήθειας: η ώρα της κρίσης, η στιγμή για κάτι σημαντικό: Έρχεται/έφτασε/πλησιάζει ~ ~. [< αγγλ. the moment of truth, 1932] , μα την αλήθεια (προφ.): έκφρ. επιβεβαίωσης: Ευχάριστη έκπληξη ~ ~! Ήθελα, ~ ~, να ήξερα πού βρίσκεται αυτή τη στιγμή!, αυτό/η αλήθεια/το σωστό να λέγεται βλ. λέω [< αρχ. ἀλήθεια, γαλλ. vérité, αγγλ. truth, γερμ. Wahrheit] | |
| 2091 | αλήθεια | [ἀλήθεια] α-λή-θεια επίρρ. 1. συνήθ. στην αρχή ερωτήσεων ή παρενθετικά για εισαγωγή θέματος προς συζήτηση, για έμφαση ή έκφραση απορίας, αμφισβήτησης, δυσπιστίας, ειρωνείας: ~, τι σου είπε χθες; ~, γιατί φεύγεις (πβ. παρεμπιπτόντως, επί τη ευκαιρία); Τι κάνεις, ~, το βράδυ; 2. αληθινά, πραγματικά: ~ σου λέω! Πιστεύεις ~ (= ειλικρινά) ότι έτσι έγινε; ● ΦΡ.: στ' αλήθεια (επιτατ.): αληθινά, πράγματι: Δεν μπορεί ~ ~ να το εννοείς! Ήμουν, ~ ~, έτοιμη να κλάψω. Πβ. όντως. ΣΥΝ. στην πραγματικότητα ΑΝΤ. στα ψέματα/στα ψεύτικα [< γαλλ. en vérité, γερμ. in Wahrheit] | |
| 2092 | αληθεύει | [ἀληθεύει] α-λη-θεύ-ει ρ. (αμτβ.) {τριτοπρόσ., συνήθ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (επίσ.): είναι αλήθεια, επαληθεύεται: ~ η άποψη/το γεγονός/η είδηση/ο ισχυρισμός/η φήμη ότι ...; ~ απολύτως/μερικώς. Δεν ~ κάτι τέτοιο. Δεν γνωρίζω κατά πόσο ~ η πληροφορία. ~ουν όλα όσα ακούγονται; Δεν έχει εξακριβωθεί αν ~ουν οι καταγγελίες. ~ ότι πήρες προαγωγή/πως θα συνεργαστούν; [< αρχ. ἀληθεύω] | |
| 2093 | αληθής | , ής, ές [ἀληθής] α-λη-θής επίθ. {αληθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)∙ αληθέστ-ερος, -ατος} (επίσ.): αληθινός: ~ής: ισχυρισμός. ~ής: περιγραφή. ~ές: συμπέρασμα. ~είς: δηλώσεις. Οι πληροφορίες του αποδείχτηκαν ~είς. Όλα τα στοιχεία που δόθηκαν είναι ~ή. Πβ. πραγματικός. Βλ. φιλαλήθης.|| (ΜΑΘ.) ~ής: συνθήκη. Οι ~είς τιμές μιας πρότασης. Πβ. έγκυρος. ΑΝΤ. αναληθής, ψευδής ● Ουσ.: αληθές (το): η αλήθεια: Πρέπει να ελεγχθεί/εξακριβωθεί το ~ των πληροφοριών/στοιχείων. ● ΦΡ.: για του λόγου το αληθές/το ασφαλές (λόγ.): για να επιβεβαιωθεί η αλήθεια των λόγων κάποιου: Και ~ ~, σας προσκομίζω τα εξής στοιχεία ..., γλώσσα/γλώττα λανθάνουσα (τ' αληθή/(την) αλήθεια(ν) λέγει) βλ. λανθάνων ● βλ. αληθώς [< αρχ. ἀληθής] | |
| 2094 | αληθινός | , ή, ό [ἀληθινός] α-λη-θι-νός επίθ. 1. που ανταποκρίνεται στην αλήθεια: ο ~ός: ένοχος/κόσμος (ΑΝΤ. φανταστικός). ~ή: ιστορία (ΑΝΤ. πλαστή). ~ό: γεγονός/περιστατικό. ~ές: αιτίες/ανάγκες/αποδείξεις/μαρτυρίες/φήμες. Η ~ή εικόνα/όψη της πραγματικότητας. Έδειξε το ~ό της πρόσωπο/τον ~ό εαυτό της. Κρύβει τον ~ό της χαρακτήρα. Απίστευτο κι όμως ~ό! Ό,τι σου είπε είναι πέρα για πέρα ~ό. Βρήκε τους ~ούς του γονείς (ΑΝΤ. θετούς). Οι κατηγορίες αποδείχθηκαν ~ές. Τα ~ά κίνητρα των πράξεών του. Πβ. αληθής, πραγματικός.|| (ΘΕΟΛ.) Ο ένας και ~ Θεός. Το ~ό νόημα/φως (της ζωής). ΑΝΤ. αναληθής, φαινομενικός, ψευδής, ψεύτικος (1) 2. (επιτατ.) που παρουσιάζει στον μέγιστο βαθμό τις ιδιότητες που του αποδίδονται: ~ός: γρίφος/παράδεισος. ~ή: μάχη/πρόκληση/τραγωδία. ~ά: έργα τέχνης. Ένας ~ δάσκαλος/σταρ. Αποδείχτηκε ~ αγωνιστής/άνθρωπος/φίλος. Η περιπέτεια που ζήσαμε ήταν ~ εφιάλτης! Επικρατεί ~ πανζουρλισμός! Ακούγεται/είναι/φαίνεται σαν ~ό. ΣΥΝ. πραγματικός (1) 3. αυθεντικός, γνήσιος: ~ό: διαμάντι/χρυσάφι (= ατόφιο). 4. ειλικρινής, ανυπόκριτος: ~ός: έρωτας. ~ή: αγάπη/αφοσίωση/ευτυχία/συγκίνηση/φιλία/χαρά. ~ό: ενδιαφέρον (= πραγματικό, ΑΝΤ. προσποιητό). ~ά: αισθήματα. ● επίρρ.: αληθινά: Ένας ~ μεγάλος ηγέτης (πβ. τωόντι). ~ ενδιαφέρον θέμα. Κάτι το ~ διαφορετικό/νέο.|| ~ (= ειλικρινά) δεν γνωρίζω! Πιστεύεις ~ ότι ...; Σ' αγαπάω ~ (= στ΄ αλήθεια). ● ΦΡ.: βγαίνω αληθινός: επαληθεύομαι: ~ ~ στις προβλέψεις μου. Ελπίζω να βγω ~. Οι φόβοι μου βγήκαν ~οί (= επιβεβαιώθηκαν). ΑΝΤ. βγαίνω ψεύτης [< αρχ. ἀληθινός] | |
| 2095 | αληθινότητα | [ἀληθινότητα] α-λη-θι-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): (σπάν.) η ιδιότητα του αληθινού: Δεν μπορεί να αποδείξει την ~ (: αλήθεια, το αληθές) των λεγομένων του. Βλ. βασιμ-, ορθ-ότητα.|| (κυρ. ΘΕΟΛ.) Η ~ του Ποιμένα. Το κριτήριο ~ας (= αυθεντικότητας, γνησιότητας) της πίστεως. [< γαλλ. véracité] | |
| 2096 | αληθοφάνεια | [ἀληθοφάνεια] α-λη-θο-φά-νει-α ουσ. (θηλ.): το να φαίνεται κάτι ή να θεωρείται αληθινό, ενώ συνήθ. δεν είναι: ~ και ρεαλισμός στη λογοτεχνία. Οι ισχυρισμοί του, παρά την ~ά τους, δεν με έπεισαν. Πβ. ευλογοφάνεια, πιθανότητα. ΑΝΤ. αναληθοφάνεια [< γαλλ. vraisemblance] | |
| 2097 | αληθοφανής | , ής, ές [ἀληθοφανής] α-λη-θο-φα-νής επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από αληθοφάνεια: ~ής: ισχυρισμός. ~ής: σκηνή. ~ές: πρόσχημα. ~είς: δικαιολογίες/υποθέσεις. ~ή: επιχειρήματα/στοιχεία/ψέματα. Ιστορίες φανταστικές, αλλά τόσο ~είς που σε καθηλώνουν. Πβ. ευλογοφανής, πιθανός, πιστευτός. Βλ. -φανής. ΑΝΤ. αναληθοφανής ● Ουσ.: αληθοφανές (το) (επίσ.): η αληθοφάνεια: Δεν έπεισε και πολλούς για το ~ της ιστορίας/του πράγματος. ● επίρρ.: αληθοφανώς [-ῶς] (λόγ.) [< γαλλ. vraisemblable] | |
| 2098 | αληθώς | [ἀληθῶς] α-λη-θώς επίρρ. (επίσ.): αληθινά, όντως, πραγματικά. ● ΦΡ.: αληθώς ανέστη βλ. ανασταίνω ● βλ. αληθής [< αρχ. ἀληθῶς] | |
| 2099 | άληκτος | , η, ο [ἄληκτος] ά-λη-κτος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει λήξει ακόμα ή που δεν έχει τέλος: ~ο: κεφάλαιο.|| ~ο: πάθος. Πβ. ακατάπαυστος, ασταμάτητος. [< αρχ. ἄληκτος, αγγλ. unexpired] | |
| 2101 | αλησμόνητος | , η, ο [ἀλησμόνητος] α-λη-σμό-νη-τος επίθ. 1. που δεν μπορεί να ξεχαστεί (κυρ. λόγω της σημασίας του): ~ος: φίλος. ~η: εμπειρία/ερμηνεία/παράσταση. ~ο: ταξίδι. ~ες: στιγμές. ~α: λόγια/χρόνια. ΣΥΝ. αξέχαστος ΑΝΤ. ξεχασμένος (1) 2. (ως συνοδευτικό ονομάτων νεκρών) αείμνηστος. ● επίρρ.: αλησμόνητα [< μτγν. ἀλησμόνητος] | |
| 2102 | αλησμονώ | βλ. λησμονώ | |
| 2103 | άληστος | , ος, ο [ἄληστος] ά-λη-στος επίθ. (αρχαιοπρ.): αλησμόνητος. Μόνο στη ● ΦΡ.: αλήστου μνήμης (αρνητ. συνυποδ.): αξέχαστος, περιβόητος: ~ ~ δηλώσεις/εποχές/υπουργός. Τα ~ ~ πιστοποιητικά φρονημάτων. [< μτγν. ἄληστος] | |
| 2104 | αλητάμπουρας | [ἀλητάμπουρας] α-λη-τά-μπου-ρας ουσ. (αρσ.) (προφ.-οικ.): αλήτης, αλιτήριος: Είναι μεγάλος ~! Άντε, βρε ~α! | |
| 2105 | αληταρία | [ἀληταρία] α-λη-τα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.-περιληπτ.): ομάδα αλητών. Πβ. τσογλαναρία.|| (συνεκδ.) Αυτός; Μεγάλη ~ (= αλήτης)! | |
| 2106 | αληταριό | [ἀληταριό] α-λη-τα-ριό ουσ. (ουδ.) (προφ.-περιληπτ.): αληταρία: Μαζεύτηκε όλο το ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ