| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2095 | αληθινότητα | [ἀληθινότητα] α-λη-θι-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): (σπάν.) η ιδιότητα του αληθινού: Δεν μπορεί να αποδείξει την ~ (: αλήθεια, το αληθές) των λεγομένων του. Βλ. βασιμ-, ορθ-ότητα.|| (κυρ. ΘΕΟΛ.) Η ~ του Ποιμένα. Το κριτήριο ~ας (= αυθεντικότητας, γνησιότητας) της πίστεως. [< γαλλ. véracité] | |
| 2096 | αληθοφάνεια | [ἀληθοφάνεια] α-λη-θο-φά-νει-α ουσ. (θηλ.): το να φαίνεται κάτι ή να θεωρείται αληθινό, ενώ συνήθ. δεν είναι: ~ και ρεαλισμός στη λογοτεχνία. Οι ισχυρισμοί του, παρά την ~ά τους, δεν με έπεισαν. Πβ. ευλογοφάνεια, πιθανότητα. ΑΝΤ. αναληθοφάνεια [< γαλλ. vraisemblance] | |
| 2097 | αληθοφανής | , ής, ές [ἀληθοφανής] α-λη-θο-φα-νής επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από αληθοφάνεια: ~ής: ισχυρισμός. ~ής: σκηνή. ~ές: πρόσχημα. ~είς: δικαιολογίες/υποθέσεις. ~ή: επιχειρήματα/στοιχεία/ψέματα. Ιστορίες φανταστικές, αλλά τόσο ~είς που σε καθηλώνουν. Πβ. ευλογοφανής, πιθανός, πιστευτός. Βλ. -φανής. ΑΝΤ. αναληθοφανής ● Ουσ.: αληθοφανές (το) (επίσ.): η αληθοφάνεια: Δεν έπεισε και πολλούς για το ~ της ιστορίας/του πράγματος. ● επίρρ.: αληθοφανώς [-ῶς] (λόγ.) [< γαλλ. vraisemblable] | |
| 2098 | αληθώς | [ἀληθῶς] α-λη-θώς επίρρ. (επίσ.): αληθινά, όντως, πραγματικά. ● ΦΡ.: αληθώς ανέστη βλ. ανασταίνω ● βλ. αληθής [< αρχ. ἀληθῶς] | |
| 2099 | άληκτος | , η, ο [ἄληκτος] ά-λη-κτος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει λήξει ακόμα ή που δεν έχει τέλος: ~ο: κεφάλαιο.|| ~ο: πάθος. Πβ. ακατάπαυστος, ασταμάτητος. [< αρχ. ἄληκτος, αγγλ. unexpired] | |
| 2101 | αλησμόνητος | , η, ο [ἀλησμόνητος] α-λη-σμό-νη-τος επίθ. 1. που δεν μπορεί να ξεχαστεί (κυρ. λόγω της σημασίας του): ~ος: φίλος. ~η: εμπειρία/ερμηνεία/παράσταση. ~ο: ταξίδι. ~ες: στιγμές. ~α: λόγια/χρόνια. ΣΥΝ. αξέχαστος ΑΝΤ. ξεχασμένος (1) 2. (ως συνοδευτικό ονομάτων νεκρών) αείμνηστος. ● επίρρ.: αλησμόνητα [< μτγν. ἀλησμόνητος] | |
| 2102 | αλησμονώ | βλ. λησμονώ | |
| 2103 | άληστος | , ος, ο [ἄληστος] ά-λη-στος επίθ. (αρχαιοπρ.): αλησμόνητος. Μόνο στη ● ΦΡ.: αλήστου μνήμης (αρνητ. συνυποδ.): αξέχαστος, περιβόητος: ~ ~ δηλώσεις/εποχές/υπουργός. Τα ~ ~ πιστοποιητικά φρονημάτων. [< μτγν. ἄληστος] | |
| 2104 | αλητάμπουρας | [ἀλητάμπουρας] α-λη-τά-μπου-ρας ουσ. (αρσ.) (προφ.-οικ.): αλήτης, αλιτήριος: Είναι μεγάλος ~! Άντε, βρε ~α! | |
| 2105 | αληταρία | [ἀληταρία] α-λη-τα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.-περιληπτ.): ομάδα αλητών. Πβ. τσογλαναρία.|| (συνεκδ.) Αυτός; Μεγάλη ~ (= αλήτης)! | |
| 2106 | αληταριό | [ἀληταριό] α-λη-τα-ριό ουσ. (ουδ.) (προφ.-περιληπτ.): αληταρία: Μαζεύτηκε όλο το ~. | |
| 2107 | αλητεία | [ἀλητεία] α-λη-τεί-α ουσ. (θηλ.) 1. περιφρόνηση των κανόνων κοινωνικής ηθικής και συνεκδ. κάθε ανέντιμη, απρεπής πράξη ή συμπεριφορά: απίστευτη/οργανωμένη ~. Η ~ των γηπέδων.|| Κάνει ~ες. 2. τρόπος ζωής που χαρακτηρίζεται από διαρκή περιπλάνηση χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, εξασφαλισμένα μέσα διαβίωσης και σταθερή εργασία, συχνά με τάση προς την παραβατικότητα: Η τεμπελιά του τον οδήγησε στην ~. Βλ. τυχοδιώκτης. 3. (περιληπτ.-μειωτ.) αληταρία, αληταριό, αλήτης. [< αρχ. ἀλητεία ‘περιπλάνηση’] | |
| 2108 | αλητεύω | [ἀλητεύω] α-λη-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {αλήτεψα, αλητεύ-οντας}: ζω σαν αλήτης: Εγκατέλειψε το σχολείο και άρχισε να ~ει. ~ε με τους φίλους του σε κακόφημα μπαρ. (οικ.) Πού ~ες (= τριγύριζες) πάλι;|| (μτφ.-λογοτ.) Η σκέψη/φαντασία ~ει. [< αρχ. ἀλητεύω ‘περιπλανιέμαι’] | |
| 2109 | αλήτης | [ἀλήτης] α-λή-της ουσ. (αρσ.) {αλητών | σπανιότ. θηλ. αλήτ-ισσα} (μειωτ.) 1. πρόσωπο με ανάγωγη, απρεπή, προκλητική ή/και επιθετική συμπεριφορά: ~, μηχανόβιος και τσαντάκιας. Αγύρτες/απατεώνες και ~ες. Βρίζει/μιλάει σαν ~. Με έδιωξε σαν τον χειρότερο ~η. Οι ~ες των γηπέδων/της εξέδρας (βλ. χούλιγκαν)/της νύχτας.|| (προφ.-υβριστ.) Άκου τι λέει ο ~! Φύγε από 'δώ, ρε ~η! Είναι μεγάλοι ~ες. Δεν ντρέπονται, οι ~ες! Πβ. κάθαρμα, καθίκι, λεχρίτης, παλιάνθρωπος, ρεμάλι, τομάρι, τσογλάνι, χαμένο κορμί. 2. αυτός που δεν έχει μόνιμη κατοικία και σταθερά εισοδήματα, που περιφέρεται στους δρόμους και αγαπά την περιπέτεια· κατ' επέκτ. κάθε άτομο που ζει άστατα ή στο περιθώριο: περιπλανώμενοι ~ες.|| (ως επίθ., μτφ.-λογοτ.) ~ισσα: καρδιά/ψυχή. ● Υποκ.: αλητάκι (το) & αλητάκος (ο) 1. παιδί ή έφηβος που περιφέρεται άσκοπα στους δρόμους και έχει παραβατική συμπεριφορά: ~ της γειτονιάς/του δρόμου. Τα ~ια του γκέτο. ~ια που σπάνε βιτρίνες. Πβ. αλητάμπουρας, μορτάκι, χαμίνι. ΣΥΝ. αλάνι 2. (προφ.) ανυπάκουο, σκανταλιάρικο και άτακτο συνήθ. παιδί: Επ, τι κάνεις εδώ ~; Πού πας, βρε αλητάκο, κάτσε λίγο φρόνιμα!|| (χαϊδευτ., ως τρυφερή προσφών.) ~ μου! ● Μεγεθ.: αληταράς (ο) {αληταρ-άδες} (επιτατ.): Μου κατέστρεψαν το αμάξι οι ~άδες! (υβριστ.) Σε ποιον τα πουλάς αυτά, ρε ~ά; Βλ. ρέμπελος, ρεμπεσκές. ΣΥΝ. τσογλαναράς [< αρχ. ἀλήτης ‘περιπλανώμενος (για ζητιάνους)’, αγγλ.-γαλλ. vagabond] | |
| 2110 | αλήτικος | , η, ο [ἀλήτικος] α-λή-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την αλητεία ή τον αλήτη: ~ος: τρόπος. ~η: εμφάνιση/συμπεριφορά. ~ο: ύφος. Κάνει ~η ζωή. ● επίρρ.: αλήτικα | |
| 2111 | αλητόβιος | , α, ο [ἀλητόβιος] α-λη-τό-βι-ος επίθ. (προφ.): που ζει σαν αλήτης. Βλ. -βιος. | |
| 2112 | αλητόπαιδο | [ἀλητόπαιδο] α-λη-τό-παι-δο ουσ. (ουδ.): αλητάκι, αλάνι. Πβ. μάγκας, μόρτης. Βλ. -παιδο. | |
| 2113 | αλητοπαρέα | [ἀλητοπαρέα] α-λη-το-πα-ρέ-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. μειωτ.): αληταρία: Έμπλεξε με ~ες.|| (οικ.) Μαζεύτηκε όλη η ~ σπίτι μου και τα πίναμε. | |
| 2114 | αλητοτουρίστας | [ἀλητοτουρίστας] α-λη-το-του-ρί-στας ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): χαρακτηρισμός αλλοδαπού συνήθ. και ατημέλητου τουρίστα που ξοδεύει ελάχιστα χρήματα και παρουσιάζει συχνά παραβατική συμπεριφορά. | |
| 2115 | αλθαία | [ἀλθαία] αλ-θαί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος φυτών της οικογένειας των μαλαχιδών ή μαλβιδών (επιστ. ονομασ. Althaea officinalis): ~ φαρμακευτική. Βλ. μολόχα. [< μτγν. ἀλθαία, γαλλ. althæa, αγγλ. alth(a)ea] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ