Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [30580-30600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29886μεγαλοκαρδίαμε-γα-λο-καρ-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. υπερτροφία της καρδιάς. ΣΥΝ. καρδιομεγαλία 2. (σπανιότ.) μεγαλοψυχία. ΣΥΝ. μεγαθυμία, μεγαλοθυμία ΑΝΤ. μικροψυχία [< 1: αγγλ. megalocardia]
29887μεγαλόκαρδος, η, ο με-γα-λό-καρ-δος επίθ.: που έχει ή φανερώνει καλή καρδιά: Της ζήτησε συγγνώμη κι εκείνη, ~η, του την έδωσε.|| ~η: προσφορά/συμπεριφορά. Πβ. ανεκτικός, επιεικής. Βλ. -καρδος. ΣΥΝ. μεγάθυμος, μεγαλόψυχος ΑΝΤ. μικρόψυχος, στενόκαρδος ● επίρρ.: μεγαλόκαρδα [< μεσν. μεγαλοκάρδιος 'γενναίος']
29888μεγαλόκαρπος, η, ο με-γα-λό-καρ-πος επίθ.: ΒΟΤ. για φυτό με μεγάλους καρπούς: ~η: ποικιλία.
29889μεγαλοκαρχαρίαςμε-γα-λο-καρ-χα-ρί-ας επίθ./ουσ. (προφ.-μειωτ.): μεγαλοεπιχειρηματίας που ανταγωνίζεται τους αντιπάλους του σκληρά, χωρίς ηθικούς φραγμούς: οι ~ες της αγοράς. [< γαλλ. requin]
29890μεγαλοκαταθέτηςμε-γα-λο-κα-τα-θέ-της ουσ. (αρσ.): άτομο με μεγάλες τραπεζικές καταθέσεις. ΑΝΤ. μικροκαταθέτης
29891μεγαλοκαταστηματάρχηςμε-γα-λο-κα-τα-στη-μα-τάρ-χης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης μεγάλου εμπορικού καταστήματος, πολυκαταστήματος.
29892μεγαλοκεφαλίαμε-γα-λο-κε-φα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μη φυσιολογική αύξηση του όγκου του κρανίου. Βλ. υδροκεφαλία. ΣΥΝ. μακροκεφαλία ΑΝΤ. μικροκεφαλία [< γαλλ. mégalocéphalie, αγγλ. megalocephaly]
29893μεγαλοκέφαλος, η, ο με-γα-λο-κέ-φα-λος επίθ. (σπάν.): που έχει μεγάλο κεφάλι· κατ' επέκτ. βλάκας. Βλ. -κέφαλος. ΑΝΤ. μικροκέφαλος [< αρχ. μεγαλοκέφαλος]
29894μεγαλοκοπέλαμε-γα-λο-κο-πέ-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.-ειρων.): ανύπαντρη γυναίκα ώριμης ηλικίας. Πβ. γεροντοκόρη. [< γαλλ. grande fille]
29895μεγαλοκτηματίαςμε-γα-λο-κτη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης μεγάλης κτηματικής περιουσίας. Πβ. γαιοκτήμονας. Βλ. τσιφλικάς, φεουδάρχης. ΑΝΤ. μικροκτηματίας [< γαλλ. grand, gros propriétaire]
29896μεγαλοκυρίαμε-γα-λο-κυ-ρί-α ουσ. (θηλ.) (ειρων.): γυναίκα που έχει οικονομική άνεση και υπεροπτικό συνήθ. ύφος: ευκατάστατη ~.
29897μεγαλομάγαζομε-γα-λο-μά-γα-ζο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μεγάλο εμπορικό κατάστημα, πολυκατάστημα. ΑΝΤ. μικρομάγαζο (1)
29898μεγαλομανής, ής, ές με-γα-λο-μα-νής επίθ. 1. (αρνητ. συνυποδ.) που διακατέχεται ή χαρακτηρίζεται από υπερβολική αυτοπεποίθηση, μεγάλες φιλοδοξίες: (για πρόσ.) ~ής: πρόεδρος. Πβ. αλαζόνας, δοξο-, εξουσιο-μανής. Βλ. μετριό-, ταπεινό-φρων.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: σχέδια (πβ. αλαζονικός, μεγαλομανιακός, υπερφίαλος). 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. (σπάν.) που πάσχει από μεγαλομανία. Βλ. -μανής. [< μτγν. μεγαλομανής ‘εντελώς παράφρων’, γαλλ. mégalomane]
29899μεγαλομανίαμε-γα-λο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. αδικαιολόγητα μεγάλη αυτοπεποίθηση, υπέρμετρη φιλοδοξία. Πβ. αλαζονεία. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. μονομανία κατά την οποία ο ασθενής πιστεύει ότι διαθέτει εξαιρετικές ικανότητες ή προσόντα (π.χ. ευφυΐα, εντυπωσιακή ομορφιά) και διακατέχεται από έντονη επιθυμία για δόξα και εξουσία. Βλ. -μανία. [< γαλλ. mégalomanie, αγγλ. megalomania]
29900μεγαλομανιακός, ή, ό με-γα-λο-μα-νι-α-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από μεγαλομανία ή σχετίζεται με αυτή: ~ή: διάθεση. Πβ. αλαζονικός, μεγαλομανής.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ό: παραλήρημα. [< αγγλ. megalomaniac, γαλλ. mégalomaniaque, 1900]
29901μεγαλομάρτυραςμε-γα-λο-μάρ-τυ-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (λόγ.) μεγαλομάρτυς: ΕΚΚΛΗΣ. επίσημος τίτλος σημαντικού μάρτυρα της χριστιανικής πίστης: ο Άγιος Γεώργιος ο ~. Αγία Ειρήνη η ~. ~ες της χριστιανοσύνης. Πβ. ιερο-, νεο-, οσιο-μάρτυρας. [< μτγν. μεγαλομάρτυς]
29902μεγαλομέτοχοςμε-γα-λο-μέ-το-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): κάτοχος των περισσότερων μετοχών μιας εταιρείας. ΑΝΤ. μικρομέτοχος
29903μεγαλομοριακός, ή, ό με-γα-λο-μο-ρι-α-κός επίθ.: μακρομοριακός. ΑΝΤ. μικρομοριακός
29904μεγαλόνησοςμε-γα-λό-νη-σος ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Μ): μεγάλο νησί, εννοείται κυρ. η Κύπρος ή η Κρήτη. [< μεσν. μεγαλόνησος]
29905μεγαλοξενοδόχοςμε-γα-λο-ξε-νο-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιοκτήτης πολλών ξενοδοχείων.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.