| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29900 | μεγαλομανιακός | , ή, ό με-γα-λο-μα-νι-α-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από μεγαλομανία ή σχετίζεται με αυτή: ~ή: διάθεση. Πβ. αλαζονικός, μεγαλομανής.|| (ΨΥΧΙΑΤΡ.) ~ό: παραλήρημα. [< αγγλ. megalomaniac, γαλλ. mégalomaniaque, 1900] | |
| 29901 | μεγαλομάρτυρας | με-γα-λο-μάρ-τυ-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (λόγ.) μεγαλομάρτυς: ΕΚΚΛΗΣ. επίσημος τίτλος σημαντικού μάρτυρα της χριστιανικής πίστης: ο Άγιος Γεώργιος ο ~. Αγία Ειρήνη η ~. ~ες της χριστιανοσύνης. Πβ. ιερο-, νεο-, οσιο-μάρτυρας. [< μτγν. μεγαλομάρτυς] | |
| 29902 | μεγαλομέτοχος | με-γα-λο-μέ-το-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): κάτοχος των περισσότερων μετοχών μιας εταιρείας. ΑΝΤ. μικρομέτοχος | |
| 29903 | μεγαλομοριακός | , ή, ό με-γα-λο-μο-ρι-α-κός επίθ.: μακρομοριακός. ΑΝΤ. μικρομοριακός | |
| 29904 | μεγαλόνησος | με-γα-λό-νη-σος ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Μ): μεγάλο νησί, εννοείται κυρ. η Κύπρος ή η Κρήτη. [< μεσν. μεγαλόνησος] | |
| 29905 | μεγαλοξενοδόχος | με-γα-λο-ξε-νο-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιοκτήτης πολλών ξενοδοχείων. | |
| 29906 | μεγαλοπαράγοντας | με-γα-λο-πα-ρά-γο-ντας ουσ. (αρσ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): ισχυρός παράγοντας, πρόσωπο ή φορέας, σε συγκεκριμένο τομέα, χώρο: ~ες της αγοράς/του αθλητισμού/της πολιτικής. | |
| 29907 | μεγαλοπιάνομαι | με-γα-λο-πιά-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {μεγαλοπιά-στηκε, -στεί, -σμένος} (προφ.): συμπεριφέρομαι σαν να ανήκω σε μια ανώτερη κοινωνικά ή/και οικονομικά τάξη· συναναστρέφομαι πρόσωπα της υψηλής κοινωνίας. Βλ. έχουν πάρει/πήραν τα μυαλά του αέρα, καβάλησε το καλάμι. | |
| 29908 | μεγαλόπνευστος | , η, ο με-γα-λό-πνευ-στος επίθ. (λόγ.): μεγαλόπνοος. | |
| 29909 | μεγαλόπνοος | , η, ο με-γα-λό-πνο-ος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από υψηλή έμπνευση: ~ος: οραματιστής/στόχος. ~η: ιδέα/πολιτική/προσπάθεια/σύλληψη. ~ο: έργο/όραμα/πρόγραμμα/σχέδιο. Πβ. εμπνευσμένος, υψιπετής. ΣΥΝ. μεγαλόπνευστος ● επίρρ.: μεγαλόπνοα [< πβ. μτγν. μεγαλόπνοος ‘που αναπνέει βαθιά’] | |
| 29910 | μεγαλοποίηση | με-γα-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεγαλοποιώ: ~ ενός θέματος/κινδύνου. Πβ. δι-, εξ-όγκωση. Βλ. -ποίηση. | |
| 29911 | μεγαλοποιώ | [μεγαλοποιῶ] με-γα-λο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {μεγαλοποι-είς ...| μεγαλοποί-ησα, -ήσω, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: παρουσιάζω κάτι σημαντικότερο, δραματικότερο, σοβαρότερο από ό,τι είναι: Μη ~είς τα γεγονότα/πράγματα (= μην υπερβάλλεις). Υπάρχει τάση να ~ούνται καταστάσεις. Το θέμα/η υπόθεση ~ήθηκε από τα κανάλια. Πβ. διογκώνω, κάνω την τρίχα τριχιά, μεγεθύνω. [< μτγν. μεγαλοποιῶ ‘κάνω μεγάλα πράγματα, εγκωμιάζω’] | |
| 29912 | μεγαλοπραγμοσύνη | με-γα-λο-πραγ-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): ενασχόληση με σπουδαία πράγματα. Βλ. -οσύνη. [< μτγν. μεγαλοπραγμοσύνη] | |
| 29913 | μεγαλοπράγμων | , ων, ον με-γα-λο-πράγ-μων επίθ. {μεγαλοπράγμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα), -όνων, κυρ. στο αρσ. γένος} (σπάν.-λόγ., συχνά ειρων.) : πρόσωπο που ασχολείται με σπουδαία πράγματα. [< αρχ. μεγαλοπράγμων] | |
| 29914 | μεγαλοπρέπεια | με-γα-λο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του μεγαλοπρεπούς: η ~ ενός ναού. Ο εορτασμός του Πάσχα τελέστηκε με (κάθε) ~ (πβ. επισημότητα). ΣΥΝ. αίγλη (1), λαμπρότητα (1), μεγαλείο ● ΣΥΜΠΛ.: πληθυντικός (της) μεγαλοπρέπειας & μεγαλοπρεπείας (κυρ. παλαιότ.): ΓΛΩΣΣ. χρήση πληθυντικού (αντί ενικού) από κάποιον, για να αναφερθεί στον εαυτό του: Θα θέλαμε να σας ευχαριστήσουμε ... (αντί: θα ήθελα να σας ευχαριστήσω). ● ΦΡ.: ... σε όλο του(/της ...) το μεγαλείο/... στο μεγαλείο του(/της) βλ. μεγαλείο, με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια βλ. βυζαντινός [< αρχ. μεγαλοπρέπεια] | |
| 29915 | μεγαλοπρεπής | , ής, ές με-γα-λο-πρε-πής επίθ. {μεγαλοπρεπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· μεγαλοπρεπέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από μεγάλες διαστάσεις, επισημότητα ή/και πολυτέλεια: ~ής: ναός. ~ής: πόλη. ~ές: μνημείο.|| ~ής: εορτασμός. ~ής: παρέλαση. ~ές: θέαμα/σκηνικό. ~ές: τελετές. Πβ. εντυπωσιακός, επιβλητικός, λαμπρός. Βλ. λιτός. ΣΥΝ. μεγαλειώδης, μεγαλόπρεπος ● επίρρ.: μεγαλοπρεπώς & μεγαλόπρεπα [< αρχ. μεγαλοπρεπής] | |
| 29916 | μεγαλόπρεπος | , η, ο με-γα-λό-πρε-πος επίθ.: μεγαλοπρεπής. | |
| 29917 | μεγαλορρημοσύνη | με-γα-λορ-ρη-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): μεγαλοστομία. Βλ. -οσύνη. [< μτγν. μεγαλορρημοσύνη] | |
| 29918 | μεγαλορρήμων | , ων, ον με-γα-λορ-ρή-μων επίθ. {μεγαλορρήμ-ονος, -ονα | -ονες} (σπάν.-λόγ.): μεγαλόστομος. [< μτγν. μεγαλορρήμων] | |
| 29919 | μεγάλος | , η, ο με-γά-λος επίθ. {συγκρ. μεγαλύ-τερος, λόγ. υπερθ. μέγιστος} ΑΝΤ. μικρός 1. & (λόγ.) μέγας, μεγάλη, μέγα: που έχει μέγεθος πιο πάνω από τον μέσο όρο ή το συνηθισμένο: ~ος: καθρέφτης/ποταμός (ΣΥΝ. μακρύς). ~η: βεράντα/λίστα/μύτη/πίστα/πόλη/πυρκαγιά/συσκευασία/φωτογραφία. ~ο: διαμέρισμα/κύμα/νησί. ~α: γράμματα (πβ. κεφαλαία). Φυτά ~ης καλλιέργειας. Παγκόσμιο πρωτάθλημα ~ων (= μακρινών) αποστάσεων. Ο σεισμός είχε ~ο εστιακό βάθος.|| Τρένα ~ης ταχύτητας.|| (ως προς το πλήθος, την ποσότητα:) ~ος: αριθμός (προσώπων)/δήμος/θίασος (ΣΥΝ. πολυπληθής)/μισθός. ~η: οικογένεια/παρέα/προσέλευση (θεατών)/συμμετοχή/συναυλία. ~ο: συλλαλητήριο (: με πολύ κόσμο). Η ~η πλειοψηφία του λαού (: σχεδόν όλος ο λαός). Έχει ~η ζήτηση/έχει σημειώσει ~η πρόοδο.|| ~η: περιουσία. Έχετε ~ες (= πολλές) δυνατότητες.|| (ως προς τη διάρκεια:) ~ος: περίπατος. ~η: αναμονή/διαδρομή (ΑΝΤ. σύντομος)/καθυστέρηση. ~ο: ταξίδι. Οι ~ες μέρες του καλοκαιριού. 2. με επιτατική σημασία: ~ος: έρωτας/θυμός/πόνος. ~η: ανάγκη/αντοχή/δίψα/έκπληξη/ζέστη/πείνα/προσπάθεια/χαρά. ~ο: ενδιαφέρον. Σου αξίζει ένα ~ο μπράβο. Ήταν το ~ο φαβορί και το απέδειξε. Οφείλω ένα ~ο ευχαριστώ σε όλους σας. Ακολούθησα τις οδηγίες με ~η ακρίβεια. Η ημερίδα πραγματοποιήθηκε με ~η επιτυχία. Είχα τη ~η τύχη να συνεργαστώ μαζί του.|| (για πρόσ. που παρουσιάζει μια ιδιότητα σε υπερβολικό βαθμό:) ~ος: αλήτης/πότης/ψεύτης (= ψευταράς). Ο ~ος νικητής/χαμένος (π.χ. των εκλογών/του πρωταθλήματος). 3. (μτφ.) αξιόλογος, σημαντικός· διάσημος, επιτυχημένος, ισχυρός, πάρα πολύ καλός σε κάποιον τομέα, χώρο: ~ος: διαγωνισμός/κίνδυνος/πολιτισμός/ρόλος/στόχος. ~η: ανακάλυψη/άνοδος (της μετοχής)/απόφαση/είδηση/εμφάνιση/επίδοση/ευκαιρία/ζημιά/νίκη/προσφορά. ~ο: βήμα/γεγονός/δίλημμα/έργο/κίνητρο/κόλπο/λάθος/μυστικό/πλεονέκτημα/πλήγμα/πρόβλημα/ρεκόρ/σχέδιο. ~ες: αλήθειες/αλλαγές/αντιθέσεις/απώλειες/ελλείψεις (πβ. σοβαρός)/προσδοκίες. Έφτασε η ώρα του ~ου τελικού. Ζήσαμε ~ες στιγμές μαζί.|| (για πρόσ.) ~ος: αθλητής/επιστήμονας/ερευνητής/ηγέτης/ηθοποιός/καλλιτέχνης/όμιλος/οργανισμός/παίκτης/πολιτικός/συγγραφέας/φιλόσοφος. ~η: εταιρεία/ομάδα/προσωπικότητα. ~ο: κόμμα. ~οι: ευεργέτες. Λόγια και έργα ~ων ανδρών. Χάσαμε έναν ~ο φίλο (= πολύ καλό).|| Είναι ένα από τα ~τερα ονόματα του παγκόσμιου τένις. 4. που έχει μεγάλη ηλικία ή μεγαλύτερη σε σχέση με κάποιον άλλο: ο ~ος μου αδελφός (: που γεννήθηκε πριν από μένα ή/και από τα άλλα μου αδέλφια, εφόσον υπάρχουν).|| Παντρεύτηκε ~ος (: σε μεγαλύτερη ηλικία, σε σχέση με τον μέσο όρο).|| Είναι αρκετά ~η, ώστε να τρώει μόνη της (: είναι σε θέση να ..., δεν χρειάζεται βοήθεια για να ...). Μικροί και ~οι (= ενήλικοι).|| Είναι τρία χρόνια μεγαλύτερή μου. Βλ. μικρομέγαλος. ● Ουσ.: μεγάλε (νεαν. αργκό): ως οικεία προσφώνηση: (για να δηλωθεί επιδοκιμασία, θαυμασμός:) Πες τα ρε ~! Μπράβο ~, έγραψες πάλι!|| (συχνά ειρων.:) Σώπα ρε ~! Καλά ρε ~ ποιος νομίζεις ότι είσαι;|| (συνήθ. μεταξύ φίλων:) Πού ήσουν ρε ~ τόση ώρα; ~ έχεις δίκιο!, μεγάλος (ο) 1. άνθρωπος μεγάλης ηλικίας ή σχετικά μεγάλης ηλικίας· ενήλικος ή ηλικιωμένος: ο κόσμος των ~ων. Βιβλίο/έκθεση για μικρούς και ~ους. Παράσταση μόνο για ~ους.|| Είναι πολύ ~ πια, περπατάει με δυσκολία. 2. μεγάλοι (οι): οι ισχυροί, οι πλούσιοι ή οι καλύτεροι, οι πιο σπουδαίοι σε έναν τομέα, χώρο: οι ~οι της βιομηχανίας/της (ροκ) μουσικής. ● Υποκ.: μεγαλούτσικος , η/ια, ο: κυρ. στις σημ. 1,3. ● ΣΥΜΠΛ.: η Μεγάλη Ελλάδα: ΑΡΧ. το σύνολο των ελληνικών αποικιών στη Σικελία και τη νότια Ιταλία., Μεγάλες Δυνάμεις: ισχυρές χώρες που επηρεάζουν τις διεθνείς εξελίξεις. Βλ. υπερδύναμη., μεγάλη καρδιά (μτφ.): για άνθρωπο καλόψυχο, συμπονετικό, που δεν κρατά κακία., Μεγάλη Τετάρτη (συντομ. Μ. Τετάρτη): ΕΚΚΛΗΣ. η Τετάρτη της Μεγάλης Εβδομάδας., γερό/μεγάλο πορτοφόλι βλ. πορτοφόλι, η Μεγάλη Εβδομάδα βλ. εβδομάδα, η μεγάλη οθόνη βλ. οθόνη, θεωρία της μεγάλης έκρηξης βλ. έκρηξη, μεγάλα λόγια βλ. λόγια, Μεγάλη Άρκτος βλ. άρκτος, Μεγάλη Δευτέρα βλ. Δευτέρα, Μεγάλη Είσοδος βλ. είσοδος, μεγάλη ζωή βλ. ζωή, Μεγάλη Ιδέα βλ. ιδέα, Μεγάλη Παρασκευή βλ. Παρασκευή1, Μεγάλη Πέμπτη βλ. Πέμπτη, Μεγάλη Σαρακοστή βλ. Σαρακοστή, Μεγάλη Τρίτη βλ. Τρίτη, μεγάλο κεφάλι βλ. κεφάλι, Μεγάλο/Μέγα Σάββατο βλ. Σάββατο, μεγάλος αδελφός βλ. αδελφός, Μεγάλος Οδηγός βλ. οδηγός, ο μεγάλος ασθενής βλ. ασθενής, τα μεγάλα μέσα βλ. μέσο, το αιώνιο/μεγάλο/τελευταίο/στερνό/αγύριστο ταξίδι βλ. ταξίδι ● ΦΡ.: γερό στομάχι βλ. στομάχι, ένα μεγάλο μηδενικό βλ. μηδενικό, έχει (γερό/μεγάλο) δόντι βλ. δόντι, έχει μεγάλη γλώσσα βλ. γλώσσα, έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του βλ. ιδέα, έχει μεγάλο στόμα βλ. στόμα, η μεγάλη ώρα βλ. ώρα, κατά (ένα) μεγάλο μέρος βλ. μέρος, με/χωρίς (μεγάλες/σοβαρές) αξιώσεις βλ. αξίωση, μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες βλ. καράβι, μεγάλη γιορτή βλ. γιορτή, μεγάλη η χάρη του/της βλ. χάρη, μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα/μεγάλο λόγο μην λες/πεις βλ. μπουκιά, μεγάλης/ευρείας κλίμακας βλ. κλίμακα, μεγάλο/γερό φαγοπότι βλ. φαγοπότι, μεγάλος/μέγας/σπουδαίος και τρανός βλ. τρανός, ο Θεός είναι μεγάλος βλ. θεός, ο μεγάλος απών βλ. απών, σε μεγάλα/τρελά κέφια βλ. κέφι, τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται/συναντιούνται! βλ. συναντώ, το μεγάλο μπαμ βλ. μπαμ, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό βλ. ψάρι, υπάρχει άμεση/μεγάλη/(κατ)επείγουσα ανάγκη βλ. ανάγκη [< μεσν. μεγάλος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ