| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29920 | μεγαλοσπληνία | βλ. σπληνομεγαλία | |
| 29921 | μεγαλόσταυρος | με-γα-λό-σταυ-ρος ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Μ): ανώτατη τάξη πολλών, ιδ. ελληνικών, παρασήμων: ο ~ του Τάγματος της Τιμής/του Σωτήρος. [< γαλλ. grand-croix] | |
| 29922 | μεγαλοστέλεχος | με-γα-λο-στέ-λε-χος ουσ. (ουδ.) {μεγαλοστελέχ-η}: υψηλόβαθμο στέλεχος: ~η εταιρειών/κομμάτων/τραπεζών/υπηρεσιών. | |
| 29923 | μεγαλοστομία | με-γα-λο-στο-μί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: χρήση υπερβολών ή πομπώδους ύφους στον λόγο. ΣΥΝ. βερμπαλισμός, μεγαληγορία, μεγαλορρημοσύνη | |
| 29924 | μεγαλόστομος | , η, ο με-γα-λό-στο-μος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από μεγαλοστομία: ~ες: δηλώσεις/διακηρύξεις/υποσχέσεις. ~α: λόγια/συνθήματα. Πβ. κομπορρήμων, πομπ-, στομφ-ώδης. ΣΥΝ. μεγαλορρήμων [< αρχ. μεγαλόστομος 'που έχει μεγάλο στόμα'] | |
| 29925 | μεγαλοσύνη | με-γα-λο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): μεγαλείο, μεγαλοπρέπεια: η ~ του Κυρίου/της καρδιάς/της ψυχής (= ανωτερότητα, μεγαθυμία, υψηλοφροσύνη). Βλ. μικροπρέπεια, -οσύνη. [< μτγν. μεγαλοσύνη & μεγαλωσύνη] | |
| 29926 | μεγαλόσχημος | , η, ο με-γα-λό-σχη-μος επίθ. 1. (για πρόσ., συνήθ. ειρων.) που κατέχει υψηλό αξίωμα, που θεωρείται σπουδαίος: ~οι: παράγοντες (= μεγαλοπαράγοντες). ~α: στελέχη (= μεγαλοστελέχη). 2. (μτφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.) μεγαλόστομος, σοβαροφανής: ~ες: δηλώσεις/εξαγγελίες/υποσχέσεις. 3. ΕΚΚΛΗΣ. για μοναχό που κατέχει τον ανώτατο βαθμό του ασκητικού βίου. ΑΝΤ. μικρόσχημος (2) [< μεσν. μεγαλόσχημος] | |
| 29927 | μεγαλόσωμος | , η, ο με-γα-λό-σω-μος επίθ. (λόγ.): που έχει μεγάλες σωματικές διαστάσεις: ~ο: μωρό/παιδί. Πβ. γιγαντόσωμος. ΣΥΝ. σωματώδης ΑΝΤ. βραχύσωμος, κοντόσωμος, μικροκαμωμένος, μικρόσωμος [< μτγν. μεγαλόσωμος] | |
| 29928 | μεγαλοτσιφλικάς | με-γα-λο-τσι-φλι-κάς ουσ. (αρσ.): (παλαιότ.) μεγάλος τσιφλικάς· (κατ' επέκτ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.) μεγαλοκτηματίας. | |
| 29929 | μεγαλούπολη | με-γα-λού-πο-λη ουσ. (θηλ.) {μεγαλουπόλ-εις} & μεγαλόπολη & μεγάπολη: πολύ μεγάλη σε έκταση και πληθυσμό πόλη: αμερικανικές/ευρωπαϊκές ~εις. Συνθήκες ζωής στις σύγχρονες ~εις. Πβ. μητρόπολη, πρωτεύουσα. Βλ. -ούπολη. [< αρχ. μεγαλόπολις, αγγλ. megalopolis, γαλλ. mégalopole, 1966, mégapole, 1971] | |
| 29930 | μεγαλούργημα | με-γα-λούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.) {μεγαλουργήμ-ατος | -ατα} (λόγ.): σπουδαίο έργο, επίτευγμα: ~ (= θαύμα) της φύσης. ~ατα (= αριστοτεχνήματα, αριστουργήματα) της τέχνης. [< μτγν. μεγαλούργημα] | |
| 29931 | μεγαλουργώ | [μεγαλουργῶ] με-γα-λουρ-γώ ρ. (αμτβ.) {μεγαλουργ-είς ... | μεγαλούργ-ησε, -ήσει, -ώντας} (λόγ.): κατορθώνω, πετυχαίνω κάτι πολύ σημαντικό: Έλληνες του εξωτερικού που ~ούν. ~ησε ως παίκτης και ως προπονητής. Σ' αυτόν τον τόπο η φύση έχει ~ήσει! Πβ. θαυματουργώ.|| (ειρων.) Για άλλη μια φορά ~ησε· άφησε το πορτοφόλι του στο ταξί! [< μτγν. μεγαλουργῶ] | |
| 29932 | μεγαλουσιάνος | με-γα-λου-σιά-νος ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λαϊκό-συνήθ. μειωτ.): ισχυρό πρόσωπο από κοινωνική ή/και οικονομική άποψη. Πβ. μεγαλόσχημος. Βλ. αριστοκρατία, ελίτ. [< μεσν. μεγαλοσιάνος] | |
| 29933 | μεγαλοφάνταστος | , η, ο με-γα-λο-φά-ντα-στος επίθ.: ευφάνταστος. | |
| 29934 | μεγαλοφέρνω | με-γα-λο-φέρ-νω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ’ πρόσ.}: φαίνομαι μεγαλύτερος από την πραγματική μου ηλικία: Είναι συνομήλικες, αλλά η μία ~ει. Βλ. -φέρνω. ΣΥΝ. μεγαλοδείχνω ΑΝΤ. μικροδείχνω | |
| 29935 | μεγαλοφυής | , ής, ές με-γα-λο-φυ-ής επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά υψηλή διανοητική ικανότητα: ~ής: μαθηματικός/συνθέτης (πβ. προικισμένος, χαρισματικός). ~ής: εφεύρεση/ιδέα/σύλληψη. ~ές: έργο/σχέδιο. Πβ. ιδιοφυής, πανέξυπνος. Βλ. πανηλίθιος, πανίβλακας, -φυής. ● επίρρ.: μεγαλοφυώς [-ῶς] [< μτγν. μεγαλοφυής] | |
| 29936 | μεγαλοφυΐα | με-γα-λο-φυ-ΐ-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μεγαλοφυούς· κυρ. άτομο με υψηλό βαθμό ευφυΐας: καλλιτεχνική/μαθηματική/μουσική/πολιτική/στρατιωτική ~. Τα όρια ~ας και τρέλας.|| Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ~ για να το καταλάβει. Πβ. ευφυΐα. Βλ. -φυΐα. ΣΥΝ. διάνοια (1), ιδιοφυΐα (1) [< μτγν. μεγαλοφυΐα] | |
| 29937 | μεγαλόφωνος | , η, ο με-γα-λό-φω-νος επίθ.: που γίνεται με δυνατή φωνή: ~η: ανάγνωση (ΑΝΤ. σιωπηρή)/συζήτηση. Πβ. υψηλόφωνος, φωναχτός. Βλ. βουβός, ψιθυριστός, -φωνος. ΑΝΤ. χαμηλόφωνος (1) ● επίρρ.: μεγαλόφωνα & (λόγ.) μεγαλοφώνως: Διαβάζει/σκέφτεται ~. [< αρχ. μεγαλόφωνος] | |
| 29938 | Μεγαλόχαρη | Με-γα-λό-χα-ρη ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Παναγίας: τάμα στη ~.|| Προσκύνημα στη ~ της Τήνου (: στην εκκλησία). | |
| 29939 | μεγαλοψυχία | με-γα-λο-ψυ-χί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του μεγαλόψυχου: Η ~ σου μας έχει όλους συγκινήσει. Έδειξε κατανόηση και ~. Πβ. ανεξικακία, γενναιο-φροσύνη, -ψυχία, μακροθυμία. ΣΥΝ. μεγαθυμία, μεγαλοθυμία ΑΝΤ. μικροψυχία [< αρχ. μεγαλοψυχία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ