Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [30620-30640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29926μεγαλόσχημος, η, ο με-γα-λό-σχη-μος επίθ. 1. (για πρόσ., συνήθ. ειρων.) που κατέχει υψηλό αξίωμα, που θεωρείται σπουδαίος: ~οι: παράγοντες (= μεγαλοπαράγοντες). ~α: στελέχη (= μεγαλοστελέχη). 2. (μτφ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.) μεγαλόστομος, σοβαροφανής: ~ες: δηλώσεις/εξαγγελίες/υποσχέσεις. 3. ΕΚΚΛΗΣ. για μοναχό που κατέχει τον ανώτατο βαθμό του ασκητικού βίου. ΑΝΤ. μικρόσχημος (2) [< μεσν. μεγαλόσχημος]
29927μεγαλόσωμος, η, ο με-γα-λό-σω-μος επίθ. (λόγ.): που έχει μεγάλες σωματικές διαστάσεις: ~ο: μωρό/παιδί. Πβ. γιγαντόσωμος. ΣΥΝ. σωματώδης ΑΝΤ. βραχύσωμος, κοντόσωμος, μικροκαμωμένος, μικρόσωμος [< μτγν. μεγαλόσωμος]
29928μεγαλοτσιφλικάςμε-γα-λο-τσι-φλι-κάς ουσ. (αρσ.): (παλαιότ.) μεγάλος τσιφλικάς· (κατ' επέκτ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.) μεγαλοκτηματίας.
29929μεγαλούπολημε-γα-λού-πο-λη ουσ. (θηλ.) {μεγαλουπόλ-εις} & μεγαλόπολη & μεγάπολη: πολύ μεγάλη σε έκταση και πληθυσμό πόλη: αμερικανικές/ευρωπαϊκές ~εις. Συνθήκες ζωής στις σύγχρονες ~εις. Πβ. μητρόπολη, πρωτεύουσα. Βλ. -ούπολη. [< αρχ. μεγαλόπολις, αγγλ. megalopolis, γαλλ. mégalopole, 1966, mégapole, 1971]
29930μεγαλούργημαμε-γα-λούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.) {μεγαλουργήμ-ατος | -ατα} (λόγ.): σπουδαίο έργο, επίτευγμα: ~ (= θαύμα) της φύσης. ~ατα (= αριστοτεχνήματα, αριστουργήματα) της τέχνης. [< μτγν. μεγαλούργημα]
29931μεγαλουργώ[μεγαλουργῶ] με-γα-λουρ-γώ ρ. (αμτβ.) {μεγαλουργ-είς ... | μεγαλούργ-ησε, -ήσει, -ώντας} (λόγ.): κατορθώνω, πετυχαίνω κάτι πολύ σημαντικό: Έλληνες του εξωτερικού που ~ούν. ~ησε ως παίκτης και ως προπονητής. Σ' αυτόν τον τόπο η φύση έχει ~ήσει! Πβ. θαυματουργώ.|| (ειρων.) Για άλλη μια φορά ~ησε· άφησε το πορτοφόλι του στο ταξί! [< μτγν. μεγαλουργῶ]
29932μεγαλουσιάνοςμε-γα-λου-σιά-νος ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λαϊκό-συνήθ. μειωτ.): ισχυρό πρόσωπο από κοινωνική ή/και οικονομική άποψη. Πβ. μεγαλόσχημος. Βλ. αριστοκρατία, ελίτ. [< μεσν. μεγαλοσιάνος]
29933μεγαλοφάνταστος, η, ο με-γα-λο-φά-ντα-στος επίθ.: ευφάνταστος.
29934μεγαλοφέρνωμε-γα-λο-φέρ-νω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ’ πρόσ.}: φαίνομαι μεγαλύτερος από την πραγματική μου ηλικία: Είναι συνομήλικες, αλλά η μία ~ει. Βλ. -φέρνω. ΣΥΝ. μεγαλοδείχνω ΑΝΤ. μικροδείχνω
29935μεγαλοφυής, ής, ές με-γα-λο-φυ-ής επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά υψηλή διανοητική ικανότητα: ~ής: μαθηματικός/συνθέτης (πβ. προικισμένος, χαρισματικός). ~ής: εφεύρεση/ιδέα/σύλληψη. ~ές: έργο/σχέδιο. Πβ. ιδιοφυής, πανέξυπνος. Βλ. πανηλίθιος, πανίβλακας, -φυής. ● επίρρ.: μεγαλοφυώς [-ῶς] [< μτγν. μεγαλοφυής]
29936μεγαλοφυΐαμε-γα-λο-φυ-ΐ-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μεγαλοφυούς· κυρ. άτομο με υψηλό βαθμό ευφυΐας: καλλιτεχνική/μαθηματική/μουσική/πολιτική/στρατιωτική ~. Τα όρια ~ας και τρέλας.|| Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ~ για να το καταλάβει. Πβ. ευφυΐα. Βλ. -φυΐα. ΣΥΝ. διάνοια (1), ιδιοφυΐα (1) [< μτγν. μεγαλοφυΐα]
29937μεγαλόφωνος, η, ο με-γα-λό-φω-νος επίθ.: που γίνεται με δυνατή φωνή: ~η: ανάγνωση (ΑΝΤ. σιωπηρή)/συζήτηση. Πβ. υψηλόφωνος, φωναχτός. Βλ. βουβός, ψιθυριστός, -φωνος. ΑΝΤ. χαμηλόφωνος (1) ● επίρρ.: μεγαλόφωνα & (λόγ.) μεγαλοφώνως: Διαβάζει/σκέφτεται ~. [< αρχ. μεγαλόφωνος]
29938ΜεγαλόχαρηΜε-γα-λό-χα-ρη ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Παναγίας: τάμα στη ~.|| Προσκύνημα στη ~ της Τήνου (: στην εκκλησία).
29939μεγαλοψυχίαμε-γα-λο-ψυ-χί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του μεγαλόψυχου: Η ~ σου μας έχει όλους συγκινήσει. Έδειξε κατανόηση και ~. Πβ. ανεξικακία, γενναιο-φροσύνη, -ψυχία, μακροθυμία. ΣΥΝ. μεγαθυμία, μεγαλοθυμία ΑΝΤ. μικροψυχία [< αρχ. μεγαλοψυχία]
29940μεγαλόψυχος, η, ο με-γα-λό-ψυ-χος επίθ.: που έχει ή φανερώνει καλή ψυχή, ανωτερότητα, επιείκεια, ανεκτικότητα απέναντι στα λάθη ή τις αδυναμίες των άλλων: (για πρόσ.) Στάθηκε ~η και τον συγχώρησε. Πβ. μακρό-, μεγά-θυμος.|| ~η: πράξη/στάση/συμπεριφορά. Βλ. -ψυχος. ΣΥΝ. γενναιόφρων, γενναιόψυχος (2), μεγαλόκαρδος ΑΝΤ. μικρόψυχος ● επίρρ.: μεγαλόψυχα [< αρχ. μεγαλόψυχος]
29941μεγαλυνάριαμε-γα-λυ-νά-ρι-α ουσ. (ουδ.) {σπάν. στον εν. μεγαλυνάριο}: ΕΚΚΛΗΣ. εισαγωγικοί στίχοι τροπαρίων που ψάλλονται κυρ. σε θεομητορικές και δεσποτικές εορτές και ξεκινούν με τη φράση "μεγάλυνον, ψυχή μου": ~ της Μεγάλης Παρασκευής/του Αγίου Νεκταρίου. [< μεσν. μεγαλυνάριον]
29942μεγάλωμαμε-γά-λω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ανατροφή: ~ παιδιών. 2. (γενικότ.) αύξηση: ~ των νυχιών/φωτογραφίας (= μεγέθυνση. ΑΝΤ. σμίκρυνση)/χώρου (= διεύρυνση, επέκταση). [< μτγν. μεγάλωμα 'ισχύς, μεγαλείο']
29943μεγαλώνυμος, η/ος, ο με-γα-λώ-νυ-μος επίθ. (αρχαιοπρ.): πολύ γνωστός, φημισμένος: ~η: πόλη. Βλ. -ώνυμος. ΣΥΝ. περιώνυμος [< αρχ. μεγαλώνυμος]
29944μεγαλώνωμε-γα-λώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μεγάλω-σα, μεγαλώ-σω, μεγαλω-μένος, μεγαλών-οντας} 1. ανατρέφω ή ανατρέφομαι, αναπτύσσομαι· περνώ τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια: ~ει μόνη της δύο παιδιά. (μτφ.) Κινούμενα σχέδια που μας ~σαν.|| (κυρ. για πρόσ.) Κοίτα πόσο ~σε (= ψήλωσε) το μωρό! (κ. για άλλα έμβια όντα) Φυτό που ~ει (= φυτρώνει) σε έλη.|| Γεννήθηκε και ~σε/γεννημένος και ~μένος στο εξωτερικό. ~σαμε μαζί/στα χέρια τους. Ολόκληρες γενιές ~σαν με τη μουσική του/τις ταινίες της (πβ. γαλουχώ, διαπαιδαγωγώ).|| Τι θέλεις να γίνεις, όταν ~σεις; Βιάζεται να ~σει (: να ενηλικιωθεί, να γίνει άντρας/γυναίκα).|| ~σε απότομα. Πότε επιτέλους θα ~σεις (= θα ωριμάσεις); 2. γίνομαι ή κάνω κάποιον να φαίνεται μεγαλύτερος ηλικιακά: Έχει ~σει πια και κουράζεται εύκολα (πβ. γερνώ). ~οντας θα καταλάβει ...|| Αυτό το ντύσιμο/χτένισμα σε ~ει (ΑΝΤ. μικραίνει). 3. (σπανιότ.) κάνω κάτι πιο μεγάλο: Πώς να ~σετε τους χώρους σας. ΑΝΤ. μικραίνω (2) ● μεγαλώνει: αυξάνεται: ~ (= εν-, επι-τείνεται) η αγωνία για το αποψινό ντέρμπι. ~ (= κλιμακώνεται, οξύνεται) η διαφορά μεταξύ των δύο κομμάτων. Η εφημερίδα/παρέα ~σε (= διευρύνθηκε, επεκτάθηκε). Κάνε κλικ, για να ~σει (= μεγεθυνθεί) η φωτογραφία. Τα μαλλιά ~ουν (= μακραίνουν) περίπου ένα εκατοστό τον μήνα. Άνοιξε ο καιρός, οι μέρες άρχισαν να ~ουν. ● ΦΡ.: μεγαλώνω κάποιον στα γόνατά μου βλ. γόνατο, μεγάλωσε στο(ν) δρόμο/στους δρόμους βλ. δρόμος, μεγάλωσε το γαϊδουράκι, μίκρυνε το σαμαράκι βλ. γαϊδούρι [< μεσν. μεγαλώνω]
29945μεγαμπάιτμε-γα-μπά-ιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (σύμβ. MB): ΠΛΗΡΟΦ. μονάδα μέτρησης χωρητικότητας μνήμης ίση με 1.048.576 μπάιτ. Βλ. γιγα-, κιλο-μπάιτ. [< αγγλ. megabyte, 1965]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.