Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [30620-30640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29940μεγαλόψυχος, η, ο με-γα-λό-ψυ-χος επίθ.: που έχει ή φανερώνει καλή ψυχή, ανωτερότητα, επιείκεια, ανεκτικότητα απέναντι στα λάθη ή τις αδυναμίες των άλλων: (για πρόσ.) Στάθηκε ~η και τον συγχώρησε. Πβ. μακρό-, μεγά-θυμος.|| ~η: πράξη/στάση/συμπεριφορά. Βλ. -ψυχος. ΣΥΝ. γενναιόφρων, γενναιόψυχος (2), μεγαλόκαρδος ΑΝΤ. μικρόψυχος ● επίρρ.: μεγαλόψυχα [< αρχ. μεγαλόψυχος]
29941μεγαλυνάριαμε-γα-λυ-νά-ρι-α ουσ. (ουδ.) {σπάν. στον εν. μεγαλυνάριο}: ΕΚΚΛΗΣ. εισαγωγικοί στίχοι τροπαρίων που ψάλλονται κυρ. σε θεομητορικές και δεσποτικές εορτές και ξεκινούν με τη φράση "μεγάλυνον, ψυχή μου": ~ της Μεγάλης Παρασκευής/του Αγίου Νεκταρίου. [< μεσν. μεγαλυνάριον]
29942μεγάλωμαμε-γά-λω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ανατροφή: ~ παιδιών. 2. (γενικότ.) αύξηση: ~ των νυχιών/φωτογραφίας (= μεγέθυνση. ΑΝΤ. σμίκρυνση)/χώρου (= διεύρυνση, επέκταση). [< μτγν. μεγάλωμα 'ισχύς, μεγαλείο']
29943μεγαλώνυμος, η/ος, ο με-γα-λώ-νυ-μος επίθ. (αρχαιοπρ.): πολύ γνωστός, φημισμένος: ~η: πόλη. Βλ. -ώνυμος. ΣΥΝ. περιώνυμος [< αρχ. μεγαλώνυμος]
29944μεγαλώνωμε-γα-λώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μεγάλω-σα, μεγαλώ-σω, μεγαλω-μένος, μεγαλών-οντας} 1. ανατρέφω ή ανατρέφομαι, αναπτύσσομαι· περνώ τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια: ~ει μόνη της δύο παιδιά. (μτφ.) Κινούμενα σχέδια που μας ~σαν.|| (κυρ. για πρόσ.) Κοίτα πόσο ~σε (= ψήλωσε) το μωρό! (κ. για άλλα έμβια όντα) Φυτό που ~ει (= φυτρώνει) σε έλη.|| Γεννήθηκε και ~σε/γεννημένος και ~μένος στο εξωτερικό. ~σαμε μαζί/στα χέρια τους. Ολόκληρες γενιές ~σαν με τη μουσική του/τις ταινίες της (πβ. γαλουχώ, διαπαιδαγωγώ).|| Τι θέλεις να γίνεις, όταν ~σεις; Βιάζεται να ~σει (: να ενηλικιωθεί, να γίνει άντρας/γυναίκα).|| ~σε απότομα. Πότε επιτέλους θα ~σεις (= θα ωριμάσεις); 2. γίνομαι ή κάνω κάποιον να φαίνεται μεγαλύτερος ηλικιακά: Έχει ~σει πια και κουράζεται εύκολα (πβ. γερνώ). ~οντας θα καταλάβει ...|| Αυτό το ντύσιμο/χτένισμα σε ~ει (ΑΝΤ. μικραίνει). 3. (σπανιότ.) κάνω κάτι πιο μεγάλο: Πώς να ~σετε τους χώρους σας. ΑΝΤ. μικραίνω (2) ● μεγαλώνει: αυξάνεται: ~ (= εν-, επι-τείνεται) η αγωνία για το αποψινό ντέρμπι. ~ (= κλιμακώνεται, οξύνεται) η διαφορά μεταξύ των δύο κομμάτων. Η εφημερίδα/παρέα ~σε (= διευρύνθηκε, επεκτάθηκε). Κάνε κλικ, για να ~σει (= μεγεθυνθεί) η φωτογραφία. Τα μαλλιά ~ουν (= μακραίνουν) περίπου ένα εκατοστό τον μήνα. Άνοιξε ο καιρός, οι μέρες άρχισαν να ~ουν. ● ΦΡ.: μεγαλώνω κάποιον στα γόνατά μου βλ. γόνατο, μεγάλωσε στο(ν) δρόμο/στους δρόμους βλ. δρόμος, μεγάλωσε το γαϊδουράκι, μίκρυνε το σαμαράκι βλ. γαϊδούρι [< μεσν. μεγαλώνω]
29945μεγαμπάιτμε-γα-μπά-ιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (σύμβ. MB): ΠΛΗΡΟΦ. μονάδα μέτρησης χωρητικότητας μνήμης ίση με 1.048.576 μπάιτ. Βλ. γιγα-, κιλο-μπάιτ. [< αγγλ. megabyte, 1965]
29946μεγαμπίτμε-γα-μπίτ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΠΛΗΡΟΦ. μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφοριών σε δίκτυο (σύμβ. Mb), ίση με 1.048.576 μπιτ. [< αγγλ. megabit, 1956]
29947μεγανθής, ής, ές με-γαν-θής επίθ. {μεγανθ-ούς | -είς (ουδ. -ή), -ών}: ΒΟΤ. που έχει μεγάλα άνθη: ~ής: ποικιλία. (συνήθ. σε επιστ. ονομασ. φυτών) Μανόλια η ~. Γιασεμί το ~ές.
29948μεγαοισοφάγοςμε-γα-οι-σο-φά-γος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. δευτεροπαθής ή ιδιοπαθής διαστολή του οισοφάγου. Βλ. αχαλασία, δυσφαγία. [< αγγλ. megaesophagus]
29949μεγαουρητήραςμε-γα-ου-ρη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. συγγενής διάταση ουρητήρα: αμφοτερόπλευρος/αποφρακτικός ~. [< αγγλ. megaloureter]
29950μεγαπίξελμε-γα-πί-ξελ ουσ. (ουδ.) & μεγκαπίξελ: ΤΕΧΝΟΛ. ένα εκατομμύριο πίξελς. [< αγγλ. megapixel, 1983]
29951μεγαρικός, ή, ό με-γα-ρι-κός επίθ. (λόγ.): ΑΡΧ. που σχετίζεται με τα αρχαία κυρ. Μέγαρα ή/και τους Μεγαρείς: (με κεφαλ. Μ) ~ή Σχολή (: φιλοσοφική σχολή που ιδρύθηκε στις αρχές του 4ου αι. π.Χ.).|| (ως ουσ.) Οι ~οί (: θιασώτες της σχετικής σχολής). Πβ. μεγαρίτικος. [< αρχ. μεγαρικός]
29952μεγαρίτικος, η, ο με-γα-ρί-τι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τα σύγχρονα Μέγαρα ή/και τους Μεγαρίτες: ~οι παραδοσιακοί χοροί. Πβ. μεγαρικός. Βλ. -ίτικος.
29953μέγαρομέ-γα-ρο ουσ. (ουδ.) {μεγάρ-ου} 1. (με κεφαλ. Μ, όταν αναφέρεται κάποιο συγκεκριμένο) μεγαλοπρεπές κτίριο δημόσιας ή ιδιωτικής χρήσης: δικαστικό/διοικητικό/επισκοπικό/μητροπολιτικό/νεοκλασικό/νομαρχιακό/ολυμπιακό/προεδρικό ~. Δημαρχιακό/δημοτικό ~ (= Δημαρχείο). Το επιβλητικό ~ της Ακαδημίας Αθηνών. Πβ. μέλαθρο. Βλ. ΜΜΑ. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. μεγάλο ορθογώνιο οικοδόμημα με τρεις χώρους: μυκηναϊκά ~α (πβ. ανάκτορα). ● ΦΡ.: το Μέγαρο των Ηλυσίων (Πεδίων) βλ. ηλύσιος [< αρχ. μέγαρον]
29954μεγαρόσημομε-γα-ρό-ση-μο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. ένσημο που επικολλάται σε έγγραφα, π.χ. αιτήσεις, υπομνήματα, τα οποία υποβάλλονται σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σε δικηγορικούς ή συμβολαιογραφικούς συλλόγους ή συλλόγους δικαστικών κλητήρων: Βλ. παράβολο, χαρτόσημο, -σημο.
29955μεγαρόσχημος, η, ο με-γα-ρό-σχη-μος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που μοιάζει με μέγαρο, ορθογώνιος, στενόμακρος: ~ος: ναός.
29956μέγας, μεγάλη, μέγαμέ-γας επίθ. {αρσ. κ. ουδ. γεν. μεγάλ-ου | αρσ. ονομ. πληθ. -οι (ουδ. -α), γεν. -ων· παραθ. μείζων, μέγιστος} (λόγ.-επιτατ.) 1. ΙΣΤ. (με κεφαλ. Μ) ως προσωνυμία σημαντικών, εξαίρετων ιστορικών προσωπικοτήτων: ο Μέγας Αλέξανδρος/Βασίλειος/Κωνσταντίνος/Ναπολέων/Πέτρος. Η Μεγάλη Αικατερίνη. 2. (μτφ.) μεγάλος, σπουδαίος: ~α: επίτευγμα (πβ. θαυμαστό, λαμπρό)/λάθος (πβ. ολέθριο, σοβαρό)/πρόβλημα (πβ. δύσκολο, οξύ). Υπήρξε μέγας ποιητής. (εμφατ.) Μέγας και πολύς.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο Μέγας Αγιασμός/Εσπερινός (: προηγείται σημαντικής χριστιανικής γιορτής ή όταν εορτάζει κάποιος ναός). ΑΝΤ. μικρός.|| (ΙΣΤ., για ανώτατα στην ιεραρχία αξιώματα) Μέγας Λογοθέτης. ● ΣΥΜΠΛ.: Μέγα/Μεγάλο Απόδειπνο βλ. απόδειπνο, Μέγας Αρχιερέας βλ. αρχιερέας, Μέγας Βεζίρης βλ. βεζίρης, ο Μέγας Βασιλεύς βλ. βασιλιάς ● ΦΡ.: μεγάλος/μέγας/σπουδαίος και τρανός βλ. τρανός, Μέγας είσαι/ει Κύριε (και θαυμαστά τα έργα σου)! βλ. Κύριος [< αρχ. μέγας]
29957μεγασεισμόςμε-γα-σει-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΦ. πολύ ισχυρή σεισμική δόνηση, μεγαλύτερη των επτά βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ. Βλ. μικρο~.
29958μεγάτονοςμε-γά-το-νος ουσ. (αρσ.) {μεγατόν-ου} (σύμβ. ΜΤ): ΦΥΣ. ΠΥΡ. -ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της ενέργειας που απελευθερώνεται κατά την πυρηνική έκρηξη, ίση με ένα εκατομμύριο τόνους τρινιτροτολουόλης: βόμβα (ισχύος) ενός ~ου.|| (μτφ.) ~οι άχρηστων πληροφοριών. ● ΣΥΜΠΛ.: βόμβα (πολλών) μεγατόνων (μτφ.): αρνητικό, συνήθ., και αιφνίδιο γεγονός που προκαλεί μεγάλη έκπληξη, φέρνει αναστάτωση ή/και ανατρέπει τα δεδομένα: μεταγραφική ~ ~. ~ ~ αναμένεται να σκάσει στα τηλεοπτικά δρώμενα/στο χρηματιστήριο. ● ΦΡ.: πολλών μεγατόνων/ρίχτερ/ντεσιμπέλ βλ. πολύς, πολλή, πολύ [< γαλλ. mégatonne, περ. 1950, αγγλ. megaton, 1952]
29959μεγαφωνικός, ή, ό με-γα-φω-νι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με το μεγάφωνο: ~ή: κάλυψη (εκδηλώσεων)/συσκευή (πβ. τηλεβόας). ~ό: σύστημα (ανακοινώσεων). ~ές: εγκαταστάσεις. Βλ. μικροφωνικός, -φωνικός. [< γαλλ. mégaphonique, αγγλ. megaphonic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.