Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [30640-30660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29960μεγάφωνομε-γά-φω-νο ουσ. (ουδ.) {μεγαφών-ου}: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που αυξάνει την ένταση του ήχου: ενσωματωμένο/εξωτερικό/ομοαξονικό ~. ~ ανοιχτής συνομιλίας (: σε κινητά)/αυτοκινήτου/(υψηλών/χαμηλών) συχνοτήτων (βλ. τουίτερ, γούφερ αντιστοίχως). Ανακοινώθηκε από τα ~α του γηπέδου ότι ... Βλ. ηχείο, μικρόφωνο, τηλεβόας. [< γαλλ. mégaphone, αγγλ. megaphone]
29961μεγαχέρτζμε-γα-χέρτζ ουσ. (ουδ.) & μεγαχέρτς: ΜΕΤΡΟΛ. μεγάκυκλος. [< αγγλ. megahertz, 1941, γαλλ. mégahertz, 1963]
29962μέγγενημέγ-γε-νη ουσ. (θηλ.) & μέγκενη 1. εργαλείο με δύο σιαγόνες με τις οποίες συσφίγγονται και σταθεροποιούνται υλικά ή αντικείμενα για κατεργασία. Πβ. σφιγκτήρας. 2. (μτφ.) αρνητικός παράγοντας που εγκλωβίζει, περιορίζει κάποιον ή κάτι: στη ~ της ακρίβειας η χώρα. Σε ~ η διεθνής οικονομία. Πβ. τανάλια. 3. (παλαιότ.) όργανο βασανιστηρίων που λειτουργούσε συσφικτικά. [< τουρκ. mengene]
29963μεγεθολόγιομε-γε-θο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): αντιστοίχιση μεταξύ μεγεθών (ρούχων) και μετρήσεων συγκεκριμένων σημείων του ανθρώπινου σώματος. Βλ. -λόγιο.
29964μέγεθοςμέ-γε-θος ουσ. (ουδ.) {μεγέθ-ους | -η, -ών} 1. μήκος, ύψος, πλάτος ή όγκος φυσικού αντικειμένου ή σώματος, οι διαστάσεις του: ~ μπαταρίας/οθόνης. Το ~ της Γης. Χαρτί ~ους/σε ~ Α4. Ενδύματα σε διάφορα/μεγάλα (βλ. (έξτρα) λαρτζ)/όλα τα ~η. Γλυπτό σε φυσικό ~ (: σε πραγματικές διαστάσεις). Δεν βρίσκει ρούχα στο ~ός του (= στα μέτρα, στο νούμερό του). Ψάρια που εκτρέφονται μέχρι να φτάσουν το εμπορικό ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείου. Αλλαγή/επιλογή ~ους εικονιδίων/χαρακτήρων (βλ. γραμματοσειρά). Κάντε κλικ, για να δείτε τη φωτογραφία στο κανονικό της ~ (: όπως έχει αποθηκευτεί στο σχετικό αρχείο). 2. (μτφ.) έκταση, ένταση, εύρος ή πλήθος: το (αληθινό/πραγματικό) ~ ενός προβλήματος/της καταστροφής. Το ~ της ζημιάς/της κατάντιας.|| Σεισμική δόνηση ~ους 5,9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ.|| Επιχειρήσεις μεσαίου/μικρού ~ους.|| Το ~ μιας οικογένειας (: ο αριθμός των μελών της). 3. ΦΥΣ. φυσικό μέγεθος: διανυσματικά (π.χ. δύναμη, επιτάχυνση, ορμή, ταχύτητα)/ενεργειακά (π.χ. θερμίδα)/εντατικά/ηλεκτρικά (π.χ. αντίσταση, ενέργεια, ένταση, ισχύς, συχνότητα, τάση)/θεμελιώδη (π.χ. ένταση ηλεκτρικού ρεύματος/φωτεινής πηγής, θερμοκρασία, μάζα, μήκος, χρόνος)/μονόμετρα (ή βαθμωτά)/παράγωγα (π.χ. πυκνότητα) ~η.μεγέθη (τα): κέρδη, έσοδα· γενικότ. οικονομικά ποσά: αύξηση/μείωση ~ών για τις βιομηχανίες τροφίμων. Αρνητικά/βελτιωμένα/θετικά τα ~η της εταιρείας για το πρώτο εξάμηνο.|| Βασικά ~η του προϋπολογισμού. ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτο μέγεθος: ΑΣΤΡΟΝ. η φυσική λαμπρότητα ουράνιου σώματος (σύμβ. M), όπως αυτή θα γινόταν αντιληπτή από απόσταση δέκα παρσέκ. Βλ. φαινόμενο μέγεθος. [< αγγλ. absolute magnitude, 1902] , αριθμητικό μέγεθος: ΜΑΘ. κάθε ποσότητα που μειώνεται ή αυξάνεται, μπορεί να μετρηθεί και να εκφραστεί με κάποιον αριθμό. Βλ. εμβαδό, μήκος, όγκος, πλάτος, ύψος., τάξη μεγέθους: κατά προσέγγιση τιμή, ποσό(τητα), μέγεθος: Για να έχετε μία ~ ~, το συνολικό κόστος των έργων ανέρχεται στις ... χιλιάδες ευρώ. Πβ. της τάξεως/τάξης., φαινόμενο μέγεθος: ΑΣΤΡΟΝ. η φαινόμενη λαμπρότητα ουράνιου σώματος (σύμβ. m), όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από έναν παρατηρητή στη Γη. Βλ. απόλυτο μέγεθος. [< αγγλ. apparent magnitude] , φυσικό μέγεθος: ΦΥΣ. φυσική έννοια, ιδιότητα, φαινόμενο που μπορεί να εκφραστεί ποσοτικά και έχει ορισμένη μονάδα μέτρησης., ανάλογα μεγέθη/ποσά βλ. ανάλογος, αντιστρόφως ανάλογα μεγέθη/ποσά βλ. ανάλογος, νομισματικά μεγέθη βλ. νομισματικός, οικογενειακό μέγεθος βλ. οικογενειακός, οικονομικά μεγέθη βλ. οικονομικός ● ΦΡ.: σε μέγεθος τσέπης: για κάτι που μπορεί να μεταφερθεί μέσα σε τσέπη: φορητό ραδιόφωνο ~ ~. [< αγγλ. pocket-size, 1909] , πρώτου μεγέθους βλ. πρώτος [< αρχ. μέγεθος]
29965μεγέθυνσημε-γέ-θυν-ση ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) μεγένθυ(ν)ση: αύξηση του μεγέθους, των διαστάσεων και συνεκδ. το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ οθόνης. Κάντε κλικ, για να δείτε τη φωτογραφία σε ~.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) ~ύνσεις με μεγάλη λεπτομέρεια (= υψηλές). Αρνητικά για τη δημιουργία ~ύνσεων.|| (στην πλαστική) ~ ζυγωματικών/μαστών (βλ. μαστοπλαστική). ΑΝΤ. σμίκρυνση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: οικονομική μεγέθυνση: ΟΙΚΟΝ. ποσοτικός δείκτης που δείχνει την ποσοστιαία ετήσια μεταβολή του παραγόμενου προϊόντος μιας οικονομίας. Πβ. οικονομική ανάπτυξη. [< αγγλ. economic growth, 1940] [< μεσν. μεγέθυνσις, γαλλ. agrandissement, αγγλ. magnification]
29966μεγεθυντήςμε-γε-θυ-ντής ουσ. (αρσ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα που μεγεθύνει συνήθ. εικόνες ή κείμενο: ~ οθόνης για άτομα με προβλήματα όρασης. 2. συσκευή με την οποία επιδιώκεται η αύξηση του μεγέθους του πέους. [< 1: αγγλ. magnifier 2: αγγλ. enlarger]
29968μεγεθύνωμε-γε-θύ-νω ρ. (μτβ.) {μεγέθυ-να, μεγεθύν-θηκε, -θεί, -οντας, -όμενος, μεγεθυ-(σ)μένος} & (εσφαλμ.) μεγενθύνω: αυξάνω το μέγεθος, τις διαστάσεις: ~ μια φωτογραφία.|| (μτφ.) Το περιστατικό ~θηκε (= διογκώθηκε, μεγαλοποιήθηκε) από τα ΜΜΕ.|| (ΟΙΚΟΝ.) Η οικονομία της χώρας ~θηκε (= αναπτύχθηκε) κατά ... %. ΑΝΤ. μικραίνω (2), σμικρύνω (1) [< μτγν. μεγεθύνω]
29969μεγιστάναςμε-γι-στά-νας ουσ. (αρσ.) {μεγιστάνων}: πρόσωπο με πολύ μεγάλη οικονομική δύναμη και σημαντική θέση σε κάποιον τομέα: ~ες των ΜΜΕ/του πετρελαίου/του πλούτου (πβ. τζετ σετ). Πβ. βαθύπλουτος, βαρόνος, κροίσος. [< μτγν. μεγιστάν ‘ισχυρός’]
29970μεγιστοποίησημε-γι-στο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεγιστοποιώ: ~ της αξίας (μιας μετοχής)/αποδοτικότητας (μιας επιχείρησης)/αποτελεσματικότητας (των ενεργειών)/ασφάλειας (ενός χώρου)/παραγωγικότητας (των εργαζομένων)/ποιότητας (των υπηρεσιών)/του προβλήματος (= διόγκωση, κορύφωση).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Κουμπί "~" παραθύρου (: όταν πατηθεί, μεγεθύνεται το ενεργό παράθυρο στην οθόνη Η/Υ). Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. ελαχιστοποίηση ● ΣΥΜΠΛ.: μεγιστοποίηση του κέρδους/των κερδών βλ. κέρδος [< αγγλ. maximization, γαλλ. maximisation, 1930]
29971μεγιστοποιώ[μεγιστοποιῶ] με-γι-στο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {μεγιστοποι-είς ... | μεγιστοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} (λόγ.): αυξάνω στο έπακρο: Μέτρα που θα ~ήσουν την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων. Το πρόβλημα ~ήθηκε (= διογκώθηκε, κορυφώθηκε). Τα κέρδη της εταιρείας ~ήθηκαν. ΑΝΤ. ελαχιστοποιώ [< αγγλ. maximize, γαλλ. maximiser, περ. 1950]
29972μέγιστος, η, ο μέ-γι-στος επίθ. (λόγ.) {κ. λογιότ. θηλ. -ίστη} ΑΝΤ. ελάχιστος 1. (συχνά προηγείται το άρθρο) ο μεγαλύτερος: ~η: θερμοκρασία/ταχύτητα (= ανώτερη, ανώτατη, υψηλότερη. ΑΝΤ. μικρότερη, χαμηλότερη). ~ες: τιμές (ακτινοβολίας· βλ. οριακός). Ο ~ αριθμός μαθητών ανά τάξη ... Η ~η διάρκεια ζωής (π.χ. ενός κινητήρα). Οι ~οι (= οι περισσότεροι. ΑΝΤ. λιγότεροι) καρδιακοί παλμοί κατά την αερόβια άσκηση ... Η εταιρεία αξιοποιεί στον ~ο (δυνατό) βαθμό (: όσο καλύτερα γίνεται) τις νέες τεχνολογίες. Το ~ο όριο πίστωσης δεν μπορεί να υπερβεί τα ... ευρώ.|| (μτφ.) Υπήρξε ο ~ (= αξιολογότερος, σημαντικότερος, σπουδαιότερος) των κωμικών. Βλ. παμ~, τρισ~. 2. πάρα πολύ μεγάλος: ~ος: κίνδυνος (πβ. έσχατος). ~η: ασφάλεια/τιμή (= ύψιστη). ~ο: πρόβλημα (: πολύ σοβαρό, οξύ). Είναι ~ο σφάλμα να θεωρείς ότι ... ● Ουσ.: μέγιστο (το): το ανώτερο, υψηλότερο δυνατό επίπεδο, όριο, σημείο, η μεγαλύτερη ποσότητα: Απαιτείται το ~ των δυνάμεών μας.|| (ως επίρρ.) Κοιμάμαι το ~ (= το περισσότερο, το πολύ) έξι ώρες την ημέρα.|| (ΜΑΘ.) Το (τοπικό) ~ μιας συνάρτησης. ΣΥΝ. μάξιμουμ ΑΝΤ. ελάχιστο, μίνιμουμ ● ΣΥΜΠΛ.: μέγιστος κοινός διαιρέτης βλ. διαιρέτης ● ΦΡ.: στο μέγιστο: όσο γίνεται περισσότερο, στον μεγαλύτερο βαθμό: Ελπίζω να απολαύσατε τις διακοπές σας ~ ~. ΣΥΝ. στο έπακρο, τα μέγιστα (ως επίρρ.): πάρα πολύ: Πρόσφερε/συνέβαλε ~ ~ για την ολοκλήρωση του έργου., αποδίδω τα μέγιστα βλ. αποδίδω [< αρχ. μέγιστος]
29973μεγκαπίξελβλ. μεγαπίξελ
29974μέγκενηβλ. μέγγενη
29975μέγκλαμέ-γκλα {άκλ.} (λαϊκό): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι πολύ ωραίο ή καλής ποιότητας: (ως επίρρ.) Περάσαμε ~ (= εκπληκτικά, έξοχα)! Πβ. μούρλια, τρέλα, φίνα.|| (ως επίθ.) Ακούω ένα τραγουδάκι σκέτη ~.
29976μεδούλιμε-δού-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. μυελός. 2. (μτφ.) το ουσιαστικότερο, σημαντικότερο στοιχείο: Αναζητά το ~ (= το νόημα, την ουσία, τον σκοπό) της ζωής. Βλ. καρδιά. ● ΦΡ.: ως/μέχρι το μεδούλι (μτφ.): στον μέγιστο βαθμό, στο έπακρο: φανατισμένος ~ ~. Διαφθορά ~ ~. ΣΥΝ. ως/μέχρι το κόκαλο, ρουφάει/πίνει το αίμα/το μεδούλι κάποιου βλ. ρουφώ [< 1: μεσν. μεδούλ(λ)ιον < λατ. medulla]
29977μέδουσαμέ-δου-σα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. ασπόνδυλο θαλάσσιο ζώο (ομοταξία Κοιλεντερωτά) του οποίου το σώμα έχει ζελατινώδη υφή, σχήμα ομπρέλας, συνήθ. με πλοκάμια, και το τσίμπημά του προκαλεί στο δέρμα ερεθισμό και κνησμό. Βλ. πολύποδας, τσούχτρα. || μοβ ~ (επιστ. ονομασ. Pelagia noctiluca). 2. ΜΥΘ. (με κεφαλ. Μ) μία από τις τρεις Γοργόνες, τέρας με φίδια για μαλλιά. [< 1: γαλλ. méduse, αγγλ. Medusa 2: αρχ. Mέδουσα]
29978μεζεδάδικομε-ζε-δά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μεζεδοπωλείο. Βλ. -άδικο, φαγάδικο.
29979μεζεδοπωλείο[μεζεδοπωλεῖο] με-ζε-δο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): ταβέρνα όπου σερβίρονται κυρ. μεζέδες: μουσικό/παραδοσιακό ~. Ουζερί-~. Βλ. μπιραρία, -πωλείο.
29980μεζεκλήςμε-ζε-κλής ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο που του αρέσουν πολύ οι μεζέδες. Βλ. γλυκατζής, -λής.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.