| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29946 | μεγαμπίτ | με-γα-μπίτ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΠΛΗΡΟΦ. μονάδα μέτρησης ποσότητας πληροφοριών σε δίκτυο (σύμβ. Mb), ίση με 1.048.576 μπιτ. [< αγγλ. megabit, 1956] | |
| 29947 | μεγανθής | , ής, ές με-γαν-θής επίθ. {μεγανθ-ούς | -είς (ουδ. -ή), -ών}: ΒΟΤ. που έχει μεγάλα άνθη: ~ής: ποικιλία. (συνήθ. σε επιστ. ονομασ. φυτών) Μανόλια η ~. Γιασεμί το ~ές. | |
| 29948 | μεγαοισοφάγος | με-γα-οι-σο-φά-γος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. δευτεροπαθής ή ιδιοπαθής διαστολή του οισοφάγου. Βλ. αχαλασία, δυσφαγία. [< αγγλ. megaesophagus] | |
| 29949 | μεγαουρητήρας | με-γα-ου-ρη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. συγγενής διάταση ουρητήρα: αμφοτερόπλευρος/αποφρακτικός ~. [< αγγλ. megaloureter] | |
| 29950 | μεγαπίξελ | με-γα-πί-ξελ ουσ. (ουδ.) & μεγκαπίξελ: ΤΕΧΝΟΛ. ένα εκατομμύριο πίξελς. [< αγγλ. megapixel, 1983] | |
| 29951 | μεγαρικός | , ή, ό με-γα-ρι-κός επίθ. (λόγ.): ΑΡΧ. που σχετίζεται με τα αρχαία κυρ. Μέγαρα ή/και τους Μεγαρείς: (με κεφαλ. Μ) ~ή Σχολή (: φιλοσοφική σχολή που ιδρύθηκε στις αρχές του 4ου αι. π.Χ.).|| (ως ουσ.) Οι ~οί (: θιασώτες της σχετικής σχολής). Πβ. μεγαρίτικος. [< αρχ. μεγαρικός] | |
| 29952 | μεγαρίτικος | , η, ο με-γα-ρί-τι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τα σύγχρονα Μέγαρα ή/και τους Μεγαρίτες: ~οι παραδοσιακοί χοροί. Πβ. μεγαρικός. Βλ. -ίτικος. | |
| 29953 | μέγαρο | μέ-γα-ρο ουσ. (ουδ.) {μεγάρ-ου} 1. (με κεφαλ. Μ, όταν αναφέρεται κάποιο συγκεκριμένο) μεγαλοπρεπές κτίριο δημόσιας ή ιδιωτικής χρήσης: δικαστικό/διοικητικό/επισκοπικό/μητροπολιτικό/νεοκλασικό/νομαρχιακό/ολυμπιακό/προεδρικό ~. Δημαρχιακό/δημοτικό ~ (= Δημαρχείο). Το επιβλητικό ~ της Ακαδημίας Αθηνών. Πβ. μέλαθρο. Βλ. ΜΜΑ. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. μεγάλο ορθογώνιο οικοδόμημα με τρεις χώρους: μυκηναϊκά ~α (πβ. ανάκτορα). ● ΦΡ.: το Μέγαρο των Ηλυσίων (Πεδίων) βλ. ηλύσιος [< αρχ. μέγαρον] | |
| 29954 | μεγαρόσημο | με-γα-ρό-ση-μο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. ένσημο που επικολλάται σε έγγραφα, π.χ. αιτήσεις, υπομνήματα, τα οποία υποβάλλονται σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σε δικηγορικούς ή συμβολαιογραφικούς συλλόγους ή συλλόγους δικαστικών κλητήρων: Βλ. παράβολο, χαρτόσημο, -σημο. | |
| 29955 | μεγαρόσχημος | , η, ο με-γα-ρό-σχη-μος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που μοιάζει με μέγαρο, ορθογώνιος, στενόμακρος: ~ος: ναός. | |
| 29956 | μέγας, μεγάλη, μέγα | μέ-γας επίθ. {αρσ. κ. ουδ. γεν. μεγάλ-ου | αρσ. ονομ. πληθ. -οι (ουδ. -α), γεν. -ων· παραθ. μείζων, μέγιστος} (λόγ.-επιτατ.) 1. ΙΣΤ. (με κεφαλ. Μ) ως προσωνυμία σημαντικών, εξαίρετων ιστορικών προσωπικοτήτων: ο Μέγας Αλέξανδρος/Βασίλειος/Κωνσταντίνος/Ναπολέων/Πέτρος. Η Μεγάλη Αικατερίνη. 2. (μτφ.) μεγάλος, σπουδαίος: ~α: επίτευγμα (πβ. θαυμαστό, λαμπρό)/λάθος (πβ. ολέθριο, σοβαρό)/πρόβλημα (πβ. δύσκολο, οξύ). Υπήρξε μέγας ποιητής. (εμφατ.) Μέγας και πολύς.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο Μέγας Αγιασμός/Εσπερινός (: προηγείται σημαντικής χριστιανικής γιορτής ή όταν εορτάζει κάποιος ναός). ΑΝΤ. μικρός.|| (ΙΣΤ., για ανώτατα στην ιεραρχία αξιώματα) Μέγας Λογοθέτης. ● ΣΥΜΠΛ.: Μέγα/Μεγάλο Απόδειπνο βλ. απόδειπνο, Μέγας Αρχιερέας βλ. αρχιερέας, Μέγας Βεζίρης βλ. βεζίρης, ο Μέγας Βασιλεύς βλ. βασιλιάς ● ΦΡ.: μεγάλος/μέγας/σπουδαίος και τρανός βλ. τρανός, Μέγας είσαι/ει Κύριε (και θαυμαστά τα έργα σου)! βλ. Κύριος [< αρχ. μέγας] | |
| 29957 | μεγασεισμός | με-γα-σει-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΦ. πολύ ισχυρή σεισμική δόνηση, μεγαλύτερη των επτά βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ. Βλ. μικρο~. | |
| 29958 | μεγάτονος | με-γά-το-νος ουσ. (αρσ.) {μεγατόν-ου} (σύμβ. ΜΤ): ΦΥΣ. ΠΥΡ. -ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της ενέργειας που απελευθερώνεται κατά την πυρηνική έκρηξη, ίση με ένα εκατομμύριο τόνους τρινιτροτολουόλης: βόμβα (ισχύος) ενός ~ου.|| (μτφ.) ~οι άχρηστων πληροφοριών. ● ΣΥΜΠΛ.: βόμβα (πολλών) μεγατόνων (μτφ.): αρνητικό, συνήθ., και αιφνίδιο γεγονός που προκαλεί μεγάλη έκπληξη, φέρνει αναστάτωση ή/και ανατρέπει τα δεδομένα: μεταγραφική ~ ~. ~ ~ αναμένεται να σκάσει στα τηλεοπτικά δρώμενα/στο χρηματιστήριο. ● ΦΡ.: πολλών μεγατόνων/ρίχτερ/ντεσιμπέλ βλ. πολύς, πολλή, πολύ [< γαλλ. mégatonne, περ. 1950, αγγλ. megaton, 1952] | |
| 29959 | μεγαφωνικός | , ή, ό με-γα-φω-νι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με το μεγάφωνο: ~ή: κάλυψη (εκδηλώσεων)/συσκευή (πβ. τηλεβόας). ~ό: σύστημα (ανακοινώσεων). ~ές: εγκαταστάσεις. Βλ. μικροφωνικός, -φωνικός. [< γαλλ. mégaphonique, αγγλ. megaphonic] | |
| 29960 | μεγάφωνο | με-γά-φω-νο ουσ. (ουδ.) {μεγαφών-ου}: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που αυξάνει την ένταση του ήχου: ενσωματωμένο/εξωτερικό/ομοαξονικό ~. ~ ανοιχτής συνομιλίας (: σε κινητά)/αυτοκινήτου/(υψηλών/χαμηλών) συχνοτήτων (βλ. τουίτερ, γούφερ αντιστοίχως). Ανακοινώθηκε από τα ~α του γηπέδου ότι ... Βλ. ηχείο, μικρόφωνο, τηλεβόας. [< γαλλ. mégaphone, αγγλ. megaphone] | |
| 29961 | μεγαχέρτζ | με-γα-χέρτζ ουσ. (ουδ.) & μεγαχέρτς: ΜΕΤΡΟΛ. μεγάκυκλος. [< αγγλ. megahertz, 1941, γαλλ. mégahertz, 1963] | |
| 29962 | μέγγενη | μέγ-γε-νη ουσ. (θηλ.) & μέγκενη 1. εργαλείο με δύο σιαγόνες με τις οποίες συσφίγγονται και σταθεροποιούνται υλικά ή αντικείμενα για κατεργασία. Πβ. σφιγκτήρας. 2. (μτφ.) αρνητικός παράγοντας που εγκλωβίζει, περιορίζει κάποιον ή κάτι: στη ~ της ακρίβειας η χώρα. Σε ~ η διεθνής οικονομία. Πβ. τανάλια. 3. (παλαιότ.) όργανο βασανιστηρίων που λειτουργούσε συσφικτικά. [< τουρκ. mengene] | |
| 29963 | μεγεθολόγιο | με-γε-θο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): αντιστοίχιση μεταξύ μεγεθών (ρούχων) και μετρήσεων συγκεκριμένων σημείων του ανθρώπινου σώματος. Βλ. -λόγιο. | |
| 29964 | μέγεθος | μέ-γε-θος ουσ. (ουδ.) {μεγέθ-ους | -η, -ών} 1. μήκος, ύψος, πλάτος ή όγκος φυσικού αντικειμένου ή σώματος, οι διαστάσεις του: ~ μπαταρίας/οθόνης. Το ~ της Γης. Χαρτί ~ους/σε ~ Α4. Ενδύματα σε διάφορα/μεγάλα (βλ. (έξτρα) λαρτζ)/όλα τα ~η. Γλυπτό σε φυσικό ~ (: σε πραγματικές διαστάσεις). Δεν βρίσκει ρούχα στο ~ός του (= στα μέτρα, στο νούμερό του). Ψάρια που εκτρέφονται μέχρι να φτάσουν το εμπορικό ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείου. Αλλαγή/επιλογή ~ους εικονιδίων/χαρακτήρων (βλ. γραμματοσειρά). Κάντε κλικ, για να δείτε τη φωτογραφία στο κανονικό της ~ (: όπως έχει αποθηκευτεί στο σχετικό αρχείο). 2. (μτφ.) έκταση, ένταση, εύρος ή πλήθος: το (αληθινό/πραγματικό) ~ ενός προβλήματος/της καταστροφής. Το ~ της ζημιάς/της κατάντιας.|| Σεισμική δόνηση ~ους 5,9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ.|| Επιχειρήσεις μεσαίου/μικρού ~ους.|| Το ~ μιας οικογένειας (: ο αριθμός των μελών της). 3. ΦΥΣ. φυσικό μέγεθος: διανυσματικά (π.χ. δύναμη, επιτάχυνση, ορμή, ταχύτητα)/ενεργειακά (π.χ. θερμίδα)/εντατικά/ηλεκτρικά (π.χ. αντίσταση, ενέργεια, ένταση, ισχύς, συχνότητα, τάση)/θεμελιώδη (π.χ. ένταση ηλεκτρικού ρεύματος/φωτεινής πηγής, θερμοκρασία, μάζα, μήκος, χρόνος)/μονόμετρα (ή βαθμωτά)/παράγωγα (π.χ. πυκνότητα) ~η. ● μεγέθη (τα): κέρδη, έσοδα· γενικότ. οικονομικά ποσά: αύξηση/μείωση ~ών για τις βιομηχανίες τροφίμων. Αρνητικά/βελτιωμένα/θετικά τα ~η της εταιρείας για το πρώτο εξάμηνο.|| Βασικά ~η του προϋπολογισμού. ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτο μέγεθος: ΑΣΤΡΟΝ. η φυσική λαμπρότητα ουράνιου σώματος (σύμβ. M), όπως αυτή θα γινόταν αντιληπτή από απόσταση δέκα παρσέκ. Βλ. φαινόμενο μέγεθος. [< αγγλ. absolute magnitude, 1902] , αριθμητικό μέγεθος: ΜΑΘ. κάθε ποσότητα που μειώνεται ή αυξάνεται, μπορεί να μετρηθεί και να εκφραστεί με κάποιον αριθμό. Βλ. εμβαδό, μήκος, όγκος, πλάτος, ύψος., τάξη μεγέθους: κατά προσέγγιση τιμή, ποσό(τητα), μέγεθος: Για να έχετε μία ~ ~, το συνολικό κόστος των έργων ανέρχεται στις ... χιλιάδες ευρώ. Πβ. της τάξεως/τάξης., φαινόμενο μέγεθος: ΑΣΤΡΟΝ. η φαινόμενη λαμπρότητα ουράνιου σώματος (σύμβ. m), όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από έναν παρατηρητή στη Γη. Βλ. απόλυτο μέγεθος. [< αγγλ. apparent magnitude] , φυσικό μέγεθος: ΦΥΣ. φυσική έννοια, ιδιότητα, φαινόμενο που μπορεί να εκφραστεί ποσοτικά και έχει ορισμένη μονάδα μέτρησης., ανάλογα μεγέθη/ποσά βλ. ανάλογος, αντιστρόφως ανάλογα μεγέθη/ποσά βλ. ανάλογος, νομισματικά μεγέθη βλ. νομισματικός, οικογενειακό μέγεθος βλ. οικογενειακός, οικονομικά μεγέθη βλ. οικονομικός ● ΦΡ.: σε μέγεθος τσέπης: για κάτι που μπορεί να μεταφερθεί μέσα σε τσέπη: φορητό ραδιόφωνο ~ ~. [< αγγλ. pocket-size, 1909] , πρώτου μεγέθους βλ. πρώτος [< αρχ. μέγεθος] | |
| 29965 | μεγέθυνση | με-γέ-θυν-ση ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) μεγένθυ(ν)ση: αύξηση του μεγέθους, των διαστάσεων και συνεκδ. το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ οθόνης. Κάντε κλικ, για να δείτε τη φωτογραφία σε ~.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) ~ύνσεις με μεγάλη λεπτομέρεια (= υψηλές). Αρνητικά για τη δημιουργία ~ύνσεων.|| (στην πλαστική) ~ ζυγωματικών/μαστών (βλ. μαστοπλαστική). ΑΝΤ. σμίκρυνση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: οικονομική μεγέθυνση: ΟΙΚΟΝ. ποσοτικός δείκτης που δείχνει την ποσοστιαία ετήσια μεταβολή του παραγόμενου προϊόντος μιας οικονομίας. Πβ. οικονομική ανάπτυξη. [< αγγλ. economic growth, 1940] [< μεσν. μεγέθυνσις, γαλλ. agrandissement, αγγλ. magnification] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ