| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29981 | μεζεκλίκι | με-ζε-κλί-κι ουσ. (ουδ.) & μεζελίκι (προφ.): γευστικός, ωραίος μεζές. Βλ. λιχουδιά, νοστιμιές. [< τουρκ. mezelik] | |
| 29982 | μεζές | με-ζές ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. αλμυρό κυρ. φαγητό που σερβίρεται σε μικρή ποσότητα, συνήθ. ως ορεκτικό, ή συνοδεύει αλκοολούχα ποτά: εκλεκτοί/θαλασσινοί/νηστίσιμοι/παραδοσιακοί/πικάντικοι/σπέσιαλ ~έδες (πβ. νοστιμιές). ~ με μελιτζάνα/τυρί. ~ για κρασί (= κρασο~)/μπίρα/ούζο (= ουζο~)/τσίπουρο. Ποικιλία ~έδων. Βλ. (κολοκυθο)κεφτές, λουκάνικο, μπουρεκάκι, ντολμαδάκια, σαγανάκι, χταποδάκι. Βλ. μπεκρή ~. 2. (κατ' επέκτ.) πολύ μικρή ποσότητα τροφής, μπουκιά, χαψιά· (μτφ.-προφ.) ελάχιστο μερίδιο, προμήθεια. 3. (σπάν.-προφ.) για κάποιον ή κάτι που αποτελεί εύκολη υπόθεση, δεν μας δυσκολεύει: Τους συνομιλητές του τους έχει για ~έ. Βλ. -ές. ● Υποκ.: μεζεδάκι (το) ● ΦΡ.: παίρνω κάποιον στο ψιλό βλ. παίρνω [< μεσν. μεζές < τουρκ. meze, πβ. αγγλ. meze, 1994, γαλλ. mezze, 1937] | |
| 29983 | μεζονέτα | με-ζο-νέ-τα ουσ. (θηλ.): διαμέρισμα ή μονοκατοικία δύο συνήθ. ορόφων που επικοινωνούν εσωτερικά: ~ ισογείου και πρώτου ορόφου/ρετιρέ/σε συγκρότημα κατοικιών. Πολυτελής ~ δύο επιπέδων με κήπο/πισίνα (πβ. βίλα, έπαυλη). Βλ. -έτα. [< αγγλ. maisonette, 1912 < γαλλ. maisonnette] | |
| 29984 | μεζούρα | με-ζού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ταινία χωρισμένη συνήθ. σε εκατό ή εκατόν πενήντα εκατοστά για μέτρηση μήκους ή (κυρ. στη ραπτική) διαστάσεων. Πβ. μετροταινία. 2. μικρό δοχείο με το οποίο μετριέται ο όγκος υγρών ή στερεών: (συνήθ. σε συνταγές) Ανακατέψτε μία/μισή ~ ρούμι ...|| Προσθέστε μιάμιση ~ απορρυπαντικό. Πβ. δοσομετρητής. ● ΦΡ.: (μετρώ) με τη μεζούρα/με το υποδεκάμετρο (μτφ.): για να δηλωθεί υπερβολική ακρίβεια, εμμονή στους τύπους: Μετρούσε με τη ~ τον χρόνο ομιλίας του κάθε καλεσμένου. Μετρά τα λάθη των άλλων με το ~. [< ιταλ. mesura] | |
| 29986 | ΜΕΘ | (η): Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. | |
| 29985 | μεθ- | βλ. μετα- | |
| 29987 | μεθαδόνη | με-θα-δό-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. συνθετικό ναρκωτικό (σύμβ. C21H27NO)με δράση παρόμοια με τα οπιοειδή (π.χ. μορφίνη), αλλά λιγότερο εθιστικό, που χρησιμοποιείται ως αναλγητικό και ως υποκατάστατο κατά την απεξάρτηση, κυρ. από την ηρωίνη: (για τοξικομανή) Παρακολουθεί πρόγραμμα ~ης. Βλ. -όνη. [< αμερικ. methadone, 1947 < meth(yl) +a(mino) + d(iphenyl) + -one, γαλλ. méthadone, 1971] | |
| 29988 | μεθαιμοσφαιριναιμία | με-θαι-μο-σφαι-ρι-ναι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. συγκέντρωση μεθαιμοσφαιρίνης στα ερυθρά αιμοσφαίρια σε αναλογία μεγαλύτερη του φυσιολογικού, λόγω δηλητηρίασης από οξειδωτικές ουσίες ή κληρονομικότητας. Βλ. -αιμία, κυάνωση. [< αγγλ. metaemoglobinemia] | |
| 29989 | μεθαιμοσφαιρίνη | με-θαι-μο-σφαι-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. -ΙΑΤΡ. ένωση που σχηματίζεται από την οξείδωση αιμοσφαιρίνης και δεν μεταφέρει οξυγόνο. [< γαλλ. méthémoglobine, 1902, αγγλ. methemoglobin] | |
| 29990 | μεθακρυλικός | , ή, ό με-θα-κρυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. για ένωση που αποτελεί παράγωγο του μεθακρυλικού οξέος: ~ός: εστέρας. ~ές: ρητίνες (βλ. πλεξιγκλάς). ● ΣΥΜΠΛ.: μεθακρυλικό οξύ: ακόρεστη οργανική ένωση (σύμβ. C4H6O2), άχρωμη, κρυσταλλική και υγρή, που χρησιμοποιείται στη χημική σύνθεση και την παραγωγή πολυμερών. [< αγγλ. methacrylic, γαλλ. méthacrylique] | |
| 29991 | μεθαμφεταμίνη | με-θαμ-φε-τα-μί-νη ουσ. (θηλ.) & μεταμφεταμίνη & (αργκό) μεθ: ΦΑΡΜΑΚ. εξαρτησιογόνο και εξαιρετικά επικίνδυνο ψυχοτρόπο συνθετικό ναρκωτικό (αμίνη C10H15N) που προκαλεί έντονη ευφορία και επιθυμία για σεξ, αυξημένη ενεργητικότητα, επιθετική συμπεριφορά, αϋπνία και ανορεξία: κρυσταλλική ~. Βλ. έκστασι, ελ ες ντι, ηρωίνη, κοκαΐνη, κρακ, τριπάκι, χασίς. [< αγγλ. methamphetamine, 1949, γαλλ. méthamphetamine, 1952] | |
| 29992 | μεθανάλη | με-θα-νά-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. φορμαλδεΰδη. Πβ. φορμόλη. Βλ. αλδεΰδη. [< αγγλ. methanal, γαλλ. méthanal] | |
| 29993 | μεθανικός | , ή, ό με-θα-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το μεθάνιο: ~ή: ζύμωση. (Μη) ~οί υδρογονάνθρακες. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεθανικό οξύ & μεθανοϊκό οξύ: μυρμηκικό οξύ. [< γαλλ. méthanique] | |
| 29994 | μεθάνιο | με-θά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο και εύφλεκτο αέριο (CH4), κορεσμένος υδρογονάνθρακας, που απαντά στα ανθρακωρυχεία ως συστατικό του φυσικού αερίου, αλλά και ως προϊόν αποσύνθεσης οργανικής ύλης ή βιομηχανικής παραγωγής και χρησιμοποιείται ως καύσιμο. Βλ. αλκάνια, -άνιο, (τρι)χλωρο~. [< γαλλ. méthane < méth(ylène) + -ane, αγγλ. methane] | |
| 29995 | μεθανόλη | με-θα-νό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. υγρή, άχρωμη, πτητική και τοξική αλκοόλη (σύμβ. CH3OH) που χρησιμοποιείται ως αντιψυκτικό, διαλύτης ή καύσιμο. Πβ. ξυλόπνευμα. Βλ. -όλη. ΣΥΝ. μεθυλική αλκοόλη [< αγγλ. methanol, γαλλ. méthanol] | |
| 29996 | μεθαυριανός | , ή, ό με-θαυ-ρι-α-νός επίθ.: που θα πραγματοποιηθεί μεθαύριο· κατ' επέκτ. μελλοντικός: ~ή: απεργία/ομιλία/συνάντηση. Η συμμετοχή του στον ~ό αγώνα/στο ~ό παιχνίδι είναι αμφίβολη.|| Οι ~οί γονείς/πολίτες (= αυριανοί). Βλ. σημερ-, τωρ-, χθεσ-ινός. | |
| 29997 | μεθαύριο | με-θαύ-ρι-ο επίρρ.: η επόμενη μέρα από την αυριανή: Η νέα έκδοση θα είναι στη διάθεση του κοινού από ~. Σήμερα Πέμπτη, ~ Σάββατο θα πάω για ψώνια. Βλ. προχθές. ● ΦΡ.: σήμερα αύριο/αύριο μεθαύριο βλ. αύριο [< μτγν. μεθαύριον] | |
| 29998 | μεθάω | βλ. μεθώ | |
| 29999 | μεθειονίνη | με-θει-ο-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. βασικό θειούχο αμινοξύ (σύμβ. C5H11NO2S), απαραίτητο συστατικό της διατροφής. Βλ. βαλίνη, θρεονίνη, ισολευκίνη, κυστίνη, λυσίνη, τρυπτοφάνη. [< αγγλ. methionine, 1928, γαλλ. méthionine, 1949] | |
| 30000 | μέθεξη | μέ-θε-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) ψυχική, πνευματική συμμετοχή σε μια διαδικασία, που μπορεί να φτάσει μέχρι την ταύτιση: διονυσιακή (βλ. έκσταση)/μουσική ~. ~ του Θεού (βλ. θέωση). ~ του θεατή στα δρώμενα (βλ. κάθαρση). Προσωπική ~ στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. 2. ΦΙΛΟΣ. (στην πλατωνική θεωρία) η σχέση των αισθητών πραγμάτων με τις αντίστοιχες ιδέες. [< αρχ. μέθεξις ‘συμμετοχή’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ