| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 29966 | μεγεθυντής | με-γε-θυ-ντής ουσ. (αρσ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα που μεγεθύνει συνήθ. εικόνες ή κείμενο: ~ οθόνης για άτομα με προβλήματα όρασης. 2. συσκευή με την οποία επιδιώκεται η αύξηση του μεγέθους του πέους. [< 1: αγγλ. magnifier 2: αγγλ. enlarger] | |
| 29968 | μεγεθύνω | με-γε-θύ-νω ρ. (μτβ.) {μεγέθυ-να, μεγεθύν-θηκε, -θεί, -οντας, -όμενος, μεγεθυ-(σ)μένος} & (εσφαλμ.) μεγενθύνω: αυξάνω το μέγεθος, τις διαστάσεις: ~ μια φωτογραφία.|| (μτφ.) Το περιστατικό ~θηκε (= διογκώθηκε, μεγαλοποιήθηκε) από τα ΜΜΕ.|| (ΟΙΚΟΝ.) Η οικονομία της χώρας ~θηκε (= αναπτύχθηκε) κατά ... %. ΑΝΤ. μικραίνω (2), σμικρύνω (1) [< μτγν. μεγεθύνω] | |
| 29969 | μεγιστάνας | με-γι-στά-νας ουσ. (αρσ.) {μεγιστάνων}: πρόσωπο με πολύ μεγάλη οικονομική δύναμη και σημαντική θέση σε κάποιον τομέα: ~ες των ΜΜΕ/του πετρελαίου/του πλούτου (πβ. τζετ σετ). Πβ. βαθύπλουτος, βαρόνος, κροίσος. [< μτγν. μεγιστάν ‘ισχυρός’] | |
| 29970 | μεγιστοποίηση | με-γι-στο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεγιστοποιώ: ~ της αξίας (μιας μετοχής)/αποδοτικότητας (μιας επιχείρησης)/αποτελεσματικότητας (των ενεργειών)/ασφάλειας (ενός χώρου)/παραγωγικότητας (των εργαζομένων)/ποιότητας (των υπηρεσιών)/του προβλήματος (= διόγκωση, κορύφωση).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Κουμπί "~" παραθύρου (: όταν πατηθεί, μεγεθύνεται το ενεργό παράθυρο στην οθόνη Η/Υ). Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. ελαχιστοποίηση ● ΣΥΜΠΛ.: μεγιστοποίηση του κέρδους/των κερδών βλ. κέρδος [< αγγλ. maximization, γαλλ. maximisation, 1930] | |
| 29971 | μεγιστοποιώ | [μεγιστοποιῶ] με-γι-στο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {μεγιστοποι-είς ... | μεγιστοποί-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} (λόγ.): αυξάνω στο έπακρο: Μέτρα που θα ~ήσουν την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων. Το πρόβλημα ~ήθηκε (= διογκώθηκε, κορυφώθηκε). Τα κέρδη της εταιρείας ~ήθηκαν. ΑΝΤ. ελαχιστοποιώ [< αγγλ. maximize, γαλλ. maximiser, περ. 1950] | |
| 29972 | μέγιστος | , η, ο μέ-γι-στος επίθ. (λόγ.) {κ. λογιότ. θηλ. -ίστη} ΑΝΤ. ελάχιστος 1. (συχνά προηγείται το άρθρο) ο μεγαλύτερος: ~η: θερμοκρασία/ταχύτητα (= ανώτερη, ανώτατη, υψηλότερη. ΑΝΤ. μικρότερη, χαμηλότερη). ~ες: τιμές (ακτινοβολίας· βλ. οριακός). Ο ~ αριθμός μαθητών ανά τάξη ... Η ~η διάρκεια ζωής (π.χ. ενός κινητήρα). Οι ~οι (= οι περισσότεροι. ΑΝΤ. λιγότεροι) καρδιακοί παλμοί κατά την αερόβια άσκηση ... Η εταιρεία αξιοποιεί στον ~ο (δυνατό) βαθμό (: όσο καλύτερα γίνεται) τις νέες τεχνολογίες. Το ~ο όριο πίστωσης δεν μπορεί να υπερβεί τα ... ευρώ.|| (μτφ.) Υπήρξε ο ~ (= αξιολογότερος, σημαντικότερος, σπουδαιότερος) των κωμικών. Βλ. παμ~, τρισ~. 2. πάρα πολύ μεγάλος: ~ος: κίνδυνος (πβ. έσχατος). ~η: ασφάλεια/τιμή (= ύψιστη). ~ο: πρόβλημα (: πολύ σοβαρό, οξύ). Είναι ~ο σφάλμα να θεωρείς ότι ... ● Ουσ.: μέγιστο (το): το ανώτερο, υψηλότερο δυνατό επίπεδο, όριο, σημείο, η μεγαλύτερη ποσότητα: Απαιτείται το ~ των δυνάμεών μας.|| (ως επίρρ.) Κοιμάμαι το ~ (= το περισσότερο, το πολύ) έξι ώρες την ημέρα.|| (ΜΑΘ.) Το (τοπικό) ~ μιας συνάρτησης. ΣΥΝ. μάξιμουμ ΑΝΤ. ελάχιστο, μίνιμουμ ● ΣΥΜΠΛ.: μέγιστος κοινός διαιρέτης βλ. διαιρέτης ● ΦΡ.: στο μέγιστο: όσο γίνεται περισσότερο, στον μεγαλύτερο βαθμό: Ελπίζω να απολαύσατε τις διακοπές σας ~ ~. ΣΥΝ. στο έπακρο, τα μέγιστα (ως επίρρ.): πάρα πολύ: Πρόσφερε/συνέβαλε ~ ~ για την ολοκλήρωση του έργου., αποδίδω τα μέγιστα βλ. αποδίδω [< αρχ. μέγιστος] | |
| 29973 | μεγκαπίξελ | βλ. μεγαπίξελ | |
| 29974 | μέγκενη | βλ. μέγγενη | |
| 29975 | μέγκλα | μέ-γκλα {άκλ.} (λαϊκό): για να δηλωθεί ότι κάτι είναι πολύ ωραίο ή καλής ποιότητας: (ως επίρρ.) Περάσαμε ~ (= εκπληκτικά, έξοχα)! Πβ. μούρλια, τρέλα, φίνα.|| (ως επίθ.) Ακούω ένα τραγουδάκι σκέτη ~. | |
| 29976 | μεδούλι | με-δού-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. μυελός. 2. (μτφ.) το ουσιαστικότερο, σημαντικότερο στοιχείο: Αναζητά το ~ (= το νόημα, την ουσία, τον σκοπό) της ζωής. Βλ. καρδιά. ● ΦΡ.: ως/μέχρι το μεδούλι (μτφ.): στον μέγιστο βαθμό, στο έπακρο: φανατισμένος ~ ~. Διαφθορά ~ ~. ΣΥΝ. ως/μέχρι το κόκαλο, ρουφάει/πίνει το αίμα/το μεδούλι κάποιου βλ. ρουφώ [< 1: μεσν. μεδούλ(λ)ιον < λατ. medulla] | |
| 29977 | μέδουσα | μέ-δου-σα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. ασπόνδυλο θαλάσσιο ζώο (ομοταξία Κοιλεντερωτά) του οποίου το σώμα έχει ζελατινώδη υφή, σχήμα ομπρέλας, συνήθ. με πλοκάμια, και το τσίμπημά του προκαλεί στο δέρμα ερεθισμό και κνησμό. Βλ. πολύποδας, τσούχτρα. || μοβ ~ (επιστ. ονομασ. Pelagia noctiluca). 2. ΜΥΘ. (με κεφαλ. Μ) μία από τις τρεις Γοργόνες, τέρας με φίδια για μαλλιά. [< 1: γαλλ. méduse, αγγλ. Medusa 2: αρχ. Mέδουσα] | |
| 29978 | μεζεδάδικο | με-ζε-δά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μεζεδοπωλείο. Βλ. -άδικο, φαγάδικο. | |
| 29979 | μεζεδοπωλείο | [μεζεδοπωλεῖο] με-ζε-δο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): ταβέρνα όπου σερβίρονται κυρ. μεζέδες: μουσικό/παραδοσιακό ~. Ουζερί-~. Βλ. μπιραρία, -πωλείο. | |
| 29980 | μεζεκλής | με-ζε-κλής ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρόσωπο που του αρέσουν πολύ οι μεζέδες. Βλ. γλυκατζής, -λής. | |
| 29981 | μεζεκλίκι | με-ζε-κλί-κι ουσ. (ουδ.) & μεζελίκι (προφ.): γευστικός, ωραίος μεζές. Βλ. λιχουδιά, νοστιμιές. [< τουρκ. mezelik] | |
| 29982 | μεζές | με-ζές ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. αλμυρό κυρ. φαγητό που σερβίρεται σε μικρή ποσότητα, συνήθ. ως ορεκτικό, ή συνοδεύει αλκοολούχα ποτά: εκλεκτοί/θαλασσινοί/νηστίσιμοι/παραδοσιακοί/πικάντικοι/σπέσιαλ ~έδες (πβ. νοστιμιές). ~ με μελιτζάνα/τυρί. ~ για κρασί (= κρασο~)/μπίρα/ούζο (= ουζο~)/τσίπουρο. Ποικιλία ~έδων. Βλ. (κολοκυθο)κεφτές, λουκάνικο, μπουρεκάκι, ντολμαδάκια, σαγανάκι, χταποδάκι. Βλ. μπεκρή ~. 2. (κατ' επέκτ.) πολύ μικρή ποσότητα τροφής, μπουκιά, χαψιά· (μτφ.-προφ.) ελάχιστο μερίδιο, προμήθεια. 3. (σπάν.-προφ.) για κάποιον ή κάτι που αποτελεί εύκολη υπόθεση, δεν μας δυσκολεύει: Τους συνομιλητές του τους έχει για ~έ. Βλ. -ές. ● Υποκ.: μεζεδάκι (το) ● ΦΡ.: παίρνω κάποιον στο ψιλό βλ. παίρνω [< μεσν. μεζές < τουρκ. meze, πβ. αγγλ. meze, 1994, γαλλ. mezze, 1937] | |
| 29983 | μεζονέτα | με-ζο-νέ-τα ουσ. (θηλ.): διαμέρισμα ή μονοκατοικία δύο συνήθ. ορόφων που επικοινωνούν εσωτερικά: ~ ισογείου και πρώτου ορόφου/ρετιρέ/σε συγκρότημα κατοικιών. Πολυτελής ~ δύο επιπέδων με κήπο/πισίνα (πβ. βίλα, έπαυλη). Βλ. -έτα. [< αγγλ. maisonette, 1912 < γαλλ. maisonnette] | |
| 29984 | μεζούρα | με-ζού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ταινία χωρισμένη συνήθ. σε εκατό ή εκατόν πενήντα εκατοστά για μέτρηση μήκους ή (κυρ. στη ραπτική) διαστάσεων. Πβ. μετροταινία. 2. μικρό δοχείο με το οποίο μετριέται ο όγκος υγρών ή στερεών: (συνήθ. σε συνταγές) Ανακατέψτε μία/μισή ~ ρούμι ...|| Προσθέστε μιάμιση ~ απορρυπαντικό. Πβ. δοσομετρητής. ● ΦΡ.: (μετρώ) με τη μεζούρα/με το υποδεκάμετρο (μτφ.): για να δηλωθεί υπερβολική ακρίβεια, εμμονή στους τύπους: Μετρούσε με τη ~ τον χρόνο ομιλίας του κάθε καλεσμένου. Μετρά τα λάθη των άλλων με το ~. [< ιταλ. mesura] | |
| 29986 | ΜΕΘ | (η): Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. | |
| 29985 | μεθ- | βλ. μετα- |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ