| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30001 | μεθεόρτιος | , α, ο με-θε-όρ-τι-ος επίθ. (λόγ.): που έπεται γιορτής ή (σπάν.-κατ' επέκτ.) γεγονότος: ~α: μελαγχολία. (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ Εσπερινός. Κυρ. στο ● Ουσ.: μεθεόρτια (τα) ΑΝΤ. προεόρτια 1. δυσάρεστα συνήθ. επακόλουθα, συνέπειες, επιπτώσεις: τα ~ ενός αγώνα/των εκλογών. Πβ. παρεπόμενα. 2. τα γεγονότα που ακολουθούν μια γιορτή: πασχαλινά ~. [< μτγν. μεθέορτα] [< μεσν. μεθεόρτιος] | |
| 30002 | μεθεπόμενος | , η, ο με-θε-πό-με-νος επίθ.: που βρίσκεται αμέσως μετά τον επόμενο: ~ο: Σαββατοκύριακο/τεύχος. Ανέβαλαν τη συνάντηση για τη ~η εβδομάδα/μέρα (= μεθαύριο). Πβ. παράλλος. ● Ουσ.: μεθεπόμενη & (λόγ.) μεθεπομένη (η): ενν. μέρα: (συνήθ. στην αιτ.) Επιστρέφουμε τη ~ των Φώτων. Ορίστηκε επαναληπτική εξέταση για τη ~. Βλ. επαύριο(ν), επομένη. [< μεσν. μεθεπόμενος] | |
| 30003 | μεθερμήνευση | με-θερ-μή-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεθερμηνεύω: ~ ενός μύθου. [< μτγν. μεθερμήνευσις] | |
| 30004 | μεθερμηνεύω | με-θερ-μη-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {κυρ. στη μτχ. ενεστ. μεθερμηνευόμενον} (σπάν.-λόγ.): επαναδιατυπώνω, εξηγώ ή μεταφράζω. Συνηθέστ. στη ● ΦΡ.: ο/όπερ εστί μεθερμηνευόμενον ... (ΚΔ) (συνήθ. ειρων.): (εισάγει διαφορετική διατύπωση φράσης, διευκρινίζοντάς τη και δίνοντας συνήθ. την πραγματική σημασία της) που σημαίνει ... Πβ. δηλαδή, με άλλα λόγια, τουτέστιν. [< μτγν. μεθερμηνεύω ‘μεταφράζω’] | |
| 30005 | μέθη | μέ-θη ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. μεθύσι: Συνελήφθη για οδήγηση σε κατάσταση (οξείας)/υπό την επήρεια ~ης. Πβ. σούρα2. Βλ. χανγκόβερ.|| (ΙΑΤΡ.) Πριν από τη γαστροσκόπηση, ο ασθενής υποβλήθηκε σε ελαφριά ~ (: με χρήση αναισθητικής ουσίας). 2. (μτφ.) μεγάλος ενθουσιασμός, ευφορία: ψυχική ~. Η ~ της εξουσίας/της επιτυχίας/του έρωτα (πβ. έξαψη)/της νίκης. (Μέσα) στη (γλυκιά) ~ του χορού ... Πβ. δίνη, έκσταση, (παρα)ζάλη. ● ΣΥΜΠΛ.: μέθη των δυτών/του βυθού: νάρκωση αζώτου. [< 1: αρχ. μέθη] | |
| 30006 | μεθίσταται | με-θί-στα-ται ρ. (αμτβ.) {μετέστ-η, -ησαν, μεταστεί, μεταστάς} (αρχαιοπρ.) 1. {στον αόρ.} για κάποιον που πέθανε: Η ψυχή του μετέστη (= αποδήμησε) εις Κύριον. 2. κάνει μεταστάσεις: Καρκίνος που ~ στο υπόλοιπο σώμα. ● βλ. μεταστάς [< αρχ. μεθίστημι] | |
| 30007 | μεθόδευση | με-θό-δευ-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεθοδεύω: αντεργατικές/αντιδημοκρατικές/κυβερνητικές ~εύσεις. Καταγγελίες για (παράνομες) ~εύσεις σε διαγωνισμούς. (Απαράδεκτη) ~ για κλείσιμο της υπόθεσης.|| ~ της διδασκαλίας. Πβ. προγραμματισμός, σχέδιο. [< μεσν. μεθόδευσις 'μέτρο'] | |
| 30008 | μεθοδεύω | με-θο-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {μεθόδευ-σα, μεθοδεύ-σω, -τηκε (σπάν.-λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, -οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): σχεδιάζω προσεκτικά και συστηματικά κάτι και το θέτω σε εφαρμογή, με τρόπο συνήθ. ευνοϊκό για συγκεκριμένα συμφέροντα: ~μενες: ενέργεις/κινήσεις. Νέες απολύσεις ~ει η εργοδοσία (πβ. μαγειρεύω). Η δολοφονία του ~τηκε κατάλληλα. ~μένη προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας (βλ. υποβολιμαίος). Πβ. οργανώνω, προγραμματίζω, προετοιμάζω. [< μτγν. μεθοδεύω] | |
| 30009 | μεθοδικός | , ή, ό με-θο-δι-κός επίθ.: που γίνεται ή (για πρόσ.) που ενεργεί με (συγκεκριμένη) μέθοδο: ~ός: έλεγχος/τρόπος σκέψης. ~ή: διδασκαλία/δουλειά/προσπάθεια (= οργανωμένη). ~ό: διάβασμα. ~ά: βήματα.|| ~ός: επιστήμονας/μαθητής (πβ. οργανωτ-, τακτ-ικός). Βλ. ανοργάνωτος, απρογραμμάτιστος. ΣΥΝ. συστηματικός (2) ΑΝΤ. αμέθοδος ● επίρρ.: μεθοδικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. μεθοδικός, γαλλ. méthodique, αγγλ. methodical] | |
| 30010 | μεθοδικότητα | με-θο-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του μεθοδικού: Εργάζεται με ~. Βλ. οργανωτικότητα, -ότητα. ΣΥΝ. συστηματικότητα | |
| 30011 | μεθοδισμός | με-θο-δι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. κίνηση της Αγγλικανικής Εκκλησίας που χαρακτηρίζεται από ενεργό ενδιαφέρον για το κοινωνικό καλό και τις ηθικές αρχές· κατ' επέκτ. η σχετική διδασκαλία. Βλ. -ισμός, προτεσταντισμός. [< γαλλ. méthodisme, αγγλ. methodism] | |
| 30012 | μεθοδιστής | με-θο-δι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του μεθοδισμού: (ως επίθ.) ~ ιερέας. Βλ. προτεστάντης. [< γαλλ. méthodiste, αγγλ. methodist] | |
| 30013 | μεθοδιστικός | , ή, ό με-θο-δι-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον μεθοδισμό: ~ή: Εκκλησία. ~ό: κίνημα. Βλ. προτεσταντικός. [< γαλλ. méthodiste, αγλλ. methodistic(al)] | |
| 30014 | μεθοδολογία | με-θο-δο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο μεθόδων που χρησιμοποιούνται σε μια επιστήμη και (κυρ. καταχρ.) συγκεκριμένη μέθοδος: διδακτική/εκπαιδευτική/επιστημονική/προτεινόμενη ~. ~ της έρευνας (= ερευνητική ~). Αλλαγή/εφαρμογή ~ας. Καινοτόμες/σύγχρονες ~ες. ~ες για ανάπτυξη λογισμικών. Πβ. σύστημα, τεχνική. 2. ΦΙΛΟΣ. κλάδος της Λογικής που εξετάζει τις μεθόδους των επιμέρους επιστημών. Βλ. -λογία. [< γερμ. Methodologie, γαλλ. méthodologie, αγγλ. methodology] | |
| 30015 | μεθοδολογικός | , ή, ό με-θο-δο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μεθοδολογία: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: ανάλυση.~ές: αναζητήσεις/έρευνες. ~ά: προβλήματα. Η ~ή προσέγγιση/το ~ό πλαίσιο μιας έρευνας (: μέθοδος). Βασικές ~ές αρχές π.χ. δημιουργίας λεξικών ορολογίας. Το ερωτηματολόγιο ως ~ό εργαλείο. ● επίρρ.: μεθοδολογικά ● ΣΥΜΠΛ.: μεθοδολογικός ατομι(κι)σμός βλ. ατομικισμός [< γαλλ. méthodologique, γερμ. methodologisch, αγγλ. methodological] | |
| 30016 | μέθοδος | μέ-θο-δος ουσ. (θηλ.) {μεθόδ-ου, -ων, -ους} 1. συστηματική και λογική διαδικασία, (επιστημονική) τεχνική για την επίτευξη ενός στόχου ή την αντιμετώπιση προβλήματος· γενικότ. τρόπος δράσης: αξιόπιστη/αποτελεσματική/εναλλακτική/επαναστατική/θεραπευτική/νέα/πρακτική/πρωτοποριακή/σίγουρη ~. Παραδοσιακές/σύγχρονες ~οι διδασκαλίας. Απεικονιστικές/αριθμητικές/ευρετικές/οπτικοακουστικές/στατιστικές/υπολογιστικές/χειρουργικές ~οι. ~οι αντισύλληψης/επεξεργασίας (π.χ. λυμάτων)/πληρωμής. Εφαρμογή/μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα/χρήση μιας ~ου. Αποτρίχωση με τη ~ο λέιζερ.|| Κατέφυγε σε βρόμικες/εκβιαστικές/παράνομες/ύποπτες ~ους (πβ. κόλπα, μέσα, πρακτικές, τεχνάσματα). Έχει ~ο (: είναι μεθοδικός). Παίζει εντελώς στην τύχη και χωρίς ~ο (= στρατηγική, σύστημα, τακτική). Πβ. οδός. Βλ. εμπειρισμός. 2. (επιστ.) σύνολο αρχών, κανόνων, κριτηρίων ή διαδικασιών που ακολουθούνται κατά την έρευνα ενός αντικειμένου ή φαινομένου: διαλεκτική/επαγωγική (= επαγωγή)/ερμηνευτική/παραγωγική (= παραγωγή)/πειραματική (= πείραμα)/συγκριτική (= σύγκριση) ~. Εφαρμογή μαθηματικών ~ων στην οικονομική ανάλυση. Βλ. λογική. ΣΥΝ. μεθοδολογία (1) 3. βιβλίο σε έντυπη ή/και ηλεκτρονική μορφή όπου περιγράφεται ένας τρόπος εκμάθησης: ~ (εκμάθησης της) Ελληνικής για ισπανόφωνους/κιθάρας. Βλ. άνευ διδασκάλου. ● ΣΥΜΠΛ.: αλληλοδιδακτική μέθοδος βλ. αλληλοδιδακτικός, αναλυτική μέθοδος βλ. αναλυτικός, κυτταροδιαγνωστική μέθοδος βλ. κυτταροδιαγνωστικός, μαιευτική/σωκρατική μέθοδος βλ. μαιευτικός, συνθετική μέθοδος βλ. συνθετικός ● ΦΡ.: η απλή μέθοδος των τριών βλ. τρεις, τρεις, τρία, με τη μέθοδο του σαλαμιού βλ. σαλάμι [< αρχ. μέθοδος, γαλλ. méthode, αγγλ. method] | |
| 30017 | μεθοκόπημα | με-θο-κό-πη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του μεθοκοπώ. Πβ. μέθη, μεθύσι, μπεκρούλιασμα. | |
| 30018 | μεθοκοπώ | [μεθοκοπῶ] με-θο-κο-πώ ρ. (αμτβ.) {κυρ. στο γ' πρόσ. ενεστ. κ. παρατ.} & μεθοκοπάω (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): πίνω πολύ και μεθώ συνεχώς: ~άει κάθε βράδυ στις ταβέρνες/μέχρι τα ξημερώματα. ΣΥΝ. μπεκροπίνω, τα κοπανάω, τα/το τσούζω | |
| 30019 | μεθοριακός | , ή, ό με-θο-ρι-α-κός επίθ.: που γίνεται ή βρίσκεται στη μεθόριο ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: έλεγχος/σταθμός. ~ή: Αστυνομία/γραμμή (= σύνορα)/περιοχή. ~ό: επεισόδιο/φυλάκιο. Πβ. παραμεθόριος. ΣΥΝ. συνοριακός ● ΣΥΜΠΛ.: μεθοριακή/(δια)συνοριακή ζώνη βλ. ζώνη, μεθοριακοί εργαζόμενοι βλ. εργαζόμενος, οριακή διαταραχή προσωπικότητας βλ. διαταραχή [< γαλλ. frontière] | |
| 30020 | μεθόριος | με-θό-ρι-ος ουσ. (θηλ.) {μεθορί-ου} (λόγ.): σύνορα: ελληνο-αλβανική/-βουλγαρική/-τουρκική ~. Θαλάσσια ~. Πβ. συνοριογραμμή. Βλ. ενδοχώρα, εσωτερικό, παρα~. [< μτγν. μεθόριος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ