Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [30680-30700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
29987μεθαδόνημε-θα-δό-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. συνθετικό ναρκωτικό (σύμβ. C21H27NO)με δράση παρόμοια με τα οπιοειδή (π.χ. μορφίνη), αλλά λιγότερο εθιστικό, που χρησιμοποιείται ως αναλγητικό και ως υποκατάστατο κατά την απεξάρτηση, κυρ. από την ηρωίνη: (για τοξικομανή) Παρακολουθεί πρόγραμμα ~ης. Βλ. -όνη. [< αμερικ. methadone, 1947 < meth(yl) +a(mino) + d(iphenyl) + -one, γαλλ. méthadone, 1971]
29988μεθαιμοσφαιριναιμίαμε-θαι-μο-σφαι-ρι-ναι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. συγκέντρωση μεθαιμοσφαιρίνης στα ερυθρά αιμοσφαίρια σε αναλογία μεγαλύτερη του φυσιολογικού, λόγω δηλητηρίασης από οξειδωτικές ουσίες ή κληρονομικότητας. Βλ. -αιμία, κυάνωση. [< αγγλ. metaemoglobinemia]
29989μεθαιμοσφαιρίνημε-θαι-μο-σφαι-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. -ΙΑΤΡ. ένωση που σχηματίζεται από την οξείδωση αιμοσφαιρίνης και δεν μεταφέρει οξυγόνο. [< γαλλ. méthémoglobine, 1902, αγγλ. methemoglobin]
29990μεθακρυλικός, ή, ό με-θα-κρυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. για ένωση που αποτελεί παράγωγο του μεθακρυλικού οξέος: ~ός: εστέρας. ~ές: ρητίνες (βλ. πλεξιγκλάς). ● ΣΥΜΠΛ.: μεθακρυλικό οξύ: ακόρεστη οργανική ένωση (σύμβ. C4H6O2), άχρωμη, κρυσταλλική και υγρή, που χρησιμοποιείται στη χημική σύνθεση και την παραγωγή πολυμερών. [< αγγλ. methacrylic, γαλλ. méthacrylique]
29991μεθαμφεταμίνημε-θαμ-φε-τα-μί-νη ουσ. (θηλ.) & μεταμφεταμίνη & (αργκό) μεθ: ΦΑΡΜΑΚ. εξαρτησιογόνο και εξαιρετικά επικίνδυνο ψυχοτρόπο συνθετικό ναρκωτικό (αμίνη C10H15N) που προκαλεί έντονη ευφορία και επιθυμία για σεξ, αυξημένη ενεργητικότητα, επιθετική συμπεριφορά, αϋπνία και ανορεξία: κρυσταλλική ~. Βλ. έκστασι, ελ ες ντι, ηρωίνη, κοκαΐνη, κρακ, τριπάκι, χασίς. [< αγγλ. methamphetamine, 1949, γαλλ. méthamphetamine, 1952]
29992μεθανάλημε-θα-νά-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. φορμαλδεΰδη. Πβ. φορμόλη. Βλ. αλδεΰδη. [< αγγλ. methanal, γαλλ. méthanal]
29993μεθανικός, ή, ό με-θα-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το μεθάνιο: ~ή: ζύμωση. (Μη) ~οί υδρογονάνθρακες. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεθανικό οξύ & μεθανοϊκό οξύ: μυρμηκικό οξύ. [< γαλλ. méthanique]
29994μεθάνιομε-θά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άχρωμο, άοσμο και εύφλεκτο αέριο (CH4), κορεσμένος υδρογονάνθρακας, που απαντά στα ανθρακωρυχεία ως συστατικό του φυσικού αερίου, αλλά και ως προϊόν αποσύνθεσης οργανικής ύλης ή βιομηχανικής παραγωγής και χρησιμοποιείται ως καύσιμο. Βλ. αλκάνια, -άνιο, (τρι)χλωρο~. [< γαλλ. méthane < méth(ylène) + -ane, αγγλ. methane]
29995μεθανόλημε-θα-νό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. υγρή, άχρωμη, πτητική και τοξική αλκοόλη (σύμβ. CH3OH) που χρησιμοποιείται ως αντιψυκτικό, διαλύτης ή καύσιμο. Πβ. ξυλόπνευμα. Βλ. -όλη. ΣΥΝ. μεθυλική αλκοόλη [< αγγλ. methanol, γαλλ. méthanol]
29996μεθαυριανός, ή, ό με-θαυ-ρι-α-νός επίθ.: που θα πραγματοποιηθεί μεθαύριο· κατ' επέκτ. μελλοντικός: ~ή: απεργία/ομιλία/συνάντηση. Η συμμετοχή του στον ~ό αγώνα/στο ~ό παιχνίδι είναι αμφίβολη.|| Οι ~οί γονείς/πολίτες (= αυριανοί). Βλ. σημερ-, τωρ-, χθεσ-ινός.
29997μεθαύριομε-θαύ-ρι-ο επίρρ.: η επόμενη μέρα από την αυριανή: Η νέα έκδοση θα είναι στη διάθεση του κοινού από ~. Σήμερα Πέμπτη, ~ Σάββατο θα πάω για ψώνια. Βλ. προχθές. ● ΦΡ.: σήμερα αύριο/αύριο μεθαύριο βλ. αύριο [< μτγν. μεθαύριον]
29998μεθάωβλ. μεθώ
29999μεθειονίνημε-θει-ο-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. βασικό θειούχο αμινοξύ (σύμβ. C5H11NO2S), απαραίτητο συστατικό της διατροφής. Βλ. βαλίνη, θρεονίνη, ισολευκίνη, κυστίνη, λυσίνη, τρυπτοφάνη. [< αγγλ. methionine, 1928, γαλλ. méthionine, 1949]
30000μέθεξημέ-θε-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) ψυχική, πνευματική συμμετοχή σε μια διαδικασία, που μπορεί να φτάσει μέχρι την ταύτιση: διονυσιακή (βλ. έκσταση)/μουσική ~. ~ του Θεού (βλ. θέωση). ~ του θεατή στα δρώμενα (βλ. κάθαρση). Προσωπική ~ στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. 2. ΦΙΛΟΣ. (στην πλατωνική θεωρία) η σχέση των αισθητών πραγμάτων με τις αντίστοιχες ιδέες. [< αρχ. μέθεξις ‘συμμετοχή’]
30001μεθεόρτιος, α, ο με-θε-όρ-τι-ος επίθ. (λόγ.): που έπεται γιορτής ή (σπάν.-κατ' επέκτ.) γεγονότος: ~α: μελαγχολία. (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ Εσπερινός. Κυρ. στο ● Ουσ.: μεθεόρτια (τα) ΑΝΤ. προεόρτια 1. δυσάρεστα συνήθ. επακόλουθα, συνέπειες, επιπτώσεις: τα ~ ενός αγώνα/των εκλογών. Πβ. παρεπόμενα. 2. τα γεγονότα που ακολουθούν μια γιορτή: πασχαλινά ~. [< μτγν. μεθέορτα] [< μεσν. μεθεόρτιος]
30002μεθεπόμενος, η, ο με-θε-πό-με-νος επίθ.: που βρίσκεται αμέσως μετά τον επόμενο: ~ο: Σαββατοκύριακο/τεύχος. Ανέβαλαν τη συνάντηση για τη ~η εβδομάδα/μέρα (= μεθαύριο). Πβ. παράλλος. ● Ουσ.: μεθεπόμενη & (λόγ.) μεθεπομένη (η): ενν. μέρα: (συνήθ. στην αιτ.) Επιστρέφουμε τη ~ των Φώτων. Ορίστηκε επαναληπτική εξέταση για τη ~. Βλ. επαύριο(ν), επομένη. [< μεσν. μεθεπόμενος]
30003μεθερμήνευσημε-θερ-μή-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεθερμηνεύω: ~ ενός μύθου. [< μτγν. μεθερμήνευσις]
30004μεθερμηνεύωμε-θερ-μη-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {κυρ. στη μτχ. ενεστ. μεθερμηνευόμενον} (σπάν.-λόγ.): επαναδιατυπώνω, εξηγώ ή μεταφράζω. Συνηθέστ. στη ● ΦΡ.: ο/όπερ εστί μεθερμηνευόμενον ... (ΚΔ) (συνήθ. ειρων.): (εισάγει διαφορετική διατύπωση φράσης, διευκρινίζοντάς τη και δίνοντας συνήθ. την πραγματική σημασία της) που σημαίνει ... Πβ. δηλαδή, με άλλα λόγια, τουτέστιν. [< μτγν. μεθερμηνεύω ‘μεταφράζω’]
30005μέθημέ-θη ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. μεθύσι: Συνελήφθη για οδήγηση σε κατάσταση (οξείας)/υπό την επήρεια ~ης. Πβ. σούρα2. Βλ. χανγκόβερ.|| (ΙΑΤΡ.) Πριν από τη γαστροσκόπηση, ο ασθενής υποβλήθηκε σε ελαφριά ~ (: με χρήση αναισθητικής ουσίας). 2. (μτφ.) μεγάλος ενθουσιασμός, ευφορία: ψυχική ~. Η ~ της εξουσίας/της επιτυχίας/του έρωτα (πβ. έξαψη)/της νίκης. (Μέσα) στη (γλυκιά) ~ του χορού ... Πβ. δίνη, έκσταση, (παρα)ζάλη. ● ΣΥΜΠΛ.: μέθη των δυτών/του βυθού: νάρκωση αζώτου. [< 1: αρχ. μέθη]
30006μεθίσταταιμε-θί-στα-ται ρ. (αμτβ.) {μετέστ-η, -ησαν, μεταστεί, μεταστάς} (αρχαιοπρ.) 1. {στον αόρ.} για κάποιον που πέθανε: Η ψυχή του μετέστη (= αποδήμησε) εις Κύριον. 2. κάνει μεταστάσεις: Καρκίνος που ~ στο υπόλοιπο σώμα. ● βλ. μεταστάς [< αρχ. μεθίστημι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.