| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30007 | μεθόδευση | με-θό-δευ-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεθοδεύω: αντεργατικές/αντιδημοκρατικές/κυβερνητικές ~εύσεις. Καταγγελίες για (παράνομες) ~εύσεις σε διαγωνισμούς. (Απαράδεκτη) ~ για κλείσιμο της υπόθεσης.|| ~ της διδασκαλίας. Πβ. προγραμματισμός, σχέδιο. [< μεσν. μεθόδευσις 'μέτρο'] | |
| 30008 | μεθοδεύω | με-θο-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {μεθόδευ-σα, μεθοδεύ-σω, -τηκε (σπάν.-λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, -οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): σχεδιάζω προσεκτικά και συστηματικά κάτι και το θέτω σε εφαρμογή, με τρόπο συνήθ. ευνοϊκό για συγκεκριμένα συμφέροντα: ~μενες: ενέργεις/κινήσεις. Νέες απολύσεις ~ει η εργοδοσία (πβ. μαγειρεύω). Η δολοφονία του ~τηκε κατάλληλα. ~μένη προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας (βλ. υποβολιμαίος). Πβ. οργανώνω, προγραμματίζω, προετοιμάζω. [< μτγν. μεθοδεύω] | |
| 30009 | μεθοδικός | , ή, ό με-θο-δι-κός επίθ.: που γίνεται ή (για πρόσ.) που ενεργεί με (συγκεκριμένη) μέθοδο: ~ός: έλεγχος/τρόπος σκέψης. ~ή: διδασκαλία/δουλειά/προσπάθεια (= οργανωμένη). ~ό: διάβασμα. ~ά: βήματα.|| ~ός: επιστήμονας/μαθητής (πβ. οργανωτ-, τακτ-ικός). Βλ. ανοργάνωτος, απρογραμμάτιστος. ΣΥΝ. συστηματικός (2) ΑΝΤ. αμέθοδος ● επίρρ.: μεθοδικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. μεθοδικός, γαλλ. méthodique, αγγλ. methodical] | |
| 30010 | μεθοδικότητα | με-θο-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του μεθοδικού: Εργάζεται με ~. Βλ. οργανωτικότητα, -ότητα. ΣΥΝ. συστηματικότητα | |
| 30011 | μεθοδισμός | με-θο-δι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. κίνηση της Αγγλικανικής Εκκλησίας που χαρακτηρίζεται από ενεργό ενδιαφέρον για το κοινωνικό καλό και τις ηθικές αρχές· κατ' επέκτ. η σχετική διδασκαλία. Βλ. -ισμός, προτεσταντισμός. [< γαλλ. méthodisme, αγγλ. methodism] | |
| 30012 | μεθοδιστής | με-θο-δι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του μεθοδισμού: (ως επίθ.) ~ ιερέας. Βλ. προτεστάντης. [< γαλλ. méthodiste, αγγλ. methodist] | |
| 30013 | μεθοδιστικός | , ή, ό με-θο-δι-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον μεθοδισμό: ~ή: Εκκλησία. ~ό: κίνημα. Βλ. προτεσταντικός. [< γαλλ. méthodiste, αγλλ. methodistic(al)] | |
| 30014 | μεθοδολογία | με-θο-δο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο μεθόδων που χρησιμοποιούνται σε μια επιστήμη και (κυρ. καταχρ.) συγκεκριμένη μέθοδος: διδακτική/εκπαιδευτική/επιστημονική/προτεινόμενη ~. ~ της έρευνας (= ερευνητική ~). Αλλαγή/εφαρμογή ~ας. Καινοτόμες/σύγχρονες ~ες. ~ες για ανάπτυξη λογισμικών. Πβ. σύστημα, τεχνική. 2. ΦΙΛΟΣ. κλάδος της Λογικής που εξετάζει τις μεθόδους των επιμέρους επιστημών. Βλ. -λογία. [< γερμ. Methodologie, γαλλ. méthodologie, αγγλ. methodology] | |
| 30015 | μεθοδολογικός | , ή, ό με-θο-δο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μεθοδολογία: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: ανάλυση.~ές: αναζητήσεις/έρευνες. ~ά: προβλήματα. Η ~ή προσέγγιση/το ~ό πλαίσιο μιας έρευνας (: μέθοδος). Βασικές ~ές αρχές π.χ. δημιουργίας λεξικών ορολογίας. Το ερωτηματολόγιο ως ~ό εργαλείο. ● επίρρ.: μεθοδολογικά ● ΣΥΜΠΛ.: μεθοδολογικός ατομι(κι)σμός βλ. ατομικισμός [< γαλλ. méthodologique, γερμ. methodologisch, αγγλ. methodological] | |
| 30016 | μέθοδος | μέ-θο-δος ουσ. (θηλ.) {μεθόδ-ου, -ων, -ους} 1. συστηματική και λογική διαδικασία, (επιστημονική) τεχνική για την επίτευξη ενός στόχου ή την αντιμετώπιση προβλήματος· γενικότ. τρόπος δράσης: αξιόπιστη/αποτελεσματική/εναλλακτική/επαναστατική/θεραπευτική/νέα/πρακτική/πρωτοποριακή/σίγουρη ~. Παραδοσιακές/σύγχρονες ~οι διδασκαλίας. Απεικονιστικές/αριθμητικές/ευρετικές/οπτικοακουστικές/στατιστικές/υπολογιστικές/χειρουργικές ~οι. ~οι αντισύλληψης/επεξεργασίας (π.χ. λυμάτων)/πληρωμής. Εφαρμογή/μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα/χρήση μιας ~ου. Αποτρίχωση με τη ~ο λέιζερ.|| Κατέφυγε σε βρόμικες/εκβιαστικές/παράνομες/ύποπτες ~ους (πβ. κόλπα, μέσα, πρακτικές, τεχνάσματα). Έχει ~ο (: είναι μεθοδικός). Παίζει εντελώς στην τύχη και χωρίς ~ο (= στρατηγική, σύστημα, τακτική). Πβ. οδός. Βλ. εμπειρισμός. 2. (επιστ.) σύνολο αρχών, κανόνων, κριτηρίων ή διαδικασιών που ακολουθούνται κατά την έρευνα ενός αντικειμένου ή φαινομένου: διαλεκτική/επαγωγική (= επαγωγή)/ερμηνευτική/παραγωγική (= παραγωγή)/πειραματική (= πείραμα)/συγκριτική (= σύγκριση) ~. Εφαρμογή μαθηματικών ~ων στην οικονομική ανάλυση. Βλ. λογική. ΣΥΝ. μεθοδολογία (1) 3. βιβλίο σε έντυπη ή/και ηλεκτρονική μορφή όπου περιγράφεται ένας τρόπος εκμάθησης: ~ (εκμάθησης της) Ελληνικής για ισπανόφωνους/κιθάρας. Βλ. άνευ διδασκάλου. ● ΣΥΜΠΛ.: αλληλοδιδακτική μέθοδος βλ. αλληλοδιδακτικός, αναλυτική μέθοδος βλ. αναλυτικός, κυτταροδιαγνωστική μέθοδος βλ. κυτταροδιαγνωστικός, μαιευτική/σωκρατική μέθοδος βλ. μαιευτικός, συνθετική μέθοδος βλ. συνθετικός ● ΦΡ.: η απλή μέθοδος των τριών βλ. τρεις, τρεις, τρία, με τη μέθοδο του σαλαμιού βλ. σαλάμι [< αρχ. μέθοδος, γαλλ. méthode, αγγλ. method] | |
| 30017 | μεθοκόπημα | με-θο-κό-πη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του μεθοκοπώ. Πβ. μέθη, μεθύσι, μπεκρούλιασμα. | |
| 30018 | μεθοκοπώ | [μεθοκοπῶ] με-θο-κο-πώ ρ. (αμτβ.) {κυρ. στο γ' πρόσ. ενεστ. κ. παρατ.} & μεθοκοπάω (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): πίνω πολύ και μεθώ συνεχώς: ~άει κάθε βράδυ στις ταβέρνες/μέχρι τα ξημερώματα. ΣΥΝ. μπεκροπίνω, τα κοπανάω, τα/το τσούζω | |
| 30019 | μεθοριακός | , ή, ό με-θο-ρι-α-κός επίθ.: που γίνεται ή βρίσκεται στη μεθόριο ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: έλεγχος/σταθμός. ~ή: Αστυνομία/γραμμή (= σύνορα)/περιοχή. ~ό: επεισόδιο/φυλάκιο. Πβ. παραμεθόριος. ΣΥΝ. συνοριακός ● ΣΥΜΠΛ.: μεθοριακή/(δια)συνοριακή ζώνη βλ. ζώνη, μεθοριακοί εργαζόμενοι βλ. εργαζόμενος, οριακή διαταραχή προσωπικότητας βλ. διαταραχή [< γαλλ. frontière] | |
| 30020 | μεθόριος | με-θό-ρι-ος ουσ. (θηλ.) {μεθορί-ου} (λόγ.): σύνορα: ελληνο-αλβανική/-βουλγαρική/-τουρκική ~. Θαλάσσια ~. Πβ. συνοριογραμμή. Βλ. ενδοχώρα, εσωτερικό, παρα~. [< μτγν. μεθόριος] | |
| 30021 | μεθορμίζει | με-θορ-μί-ζει ρ. (αμτβ.) {μεθόρμι-σε, μεθορμί-σει, -στηκε, -στεί} (σπάν.-επίσ.): (για πλοίο) μεταφέρεται σε άλλο λιμάνι, όρμο για αγκυροβολία: Το σκάφος ~σε στα ναυπηγεία ... [< αρχ. μεθορμίζω] | |
| 30022 | μεθυλένιο | με-θυ-λέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {μεθυλενί-ου}: ΧΗΜ. δισθενής οργανική ρίζα που αποτελείται από ένα άτομο άνθρακα και δύο άτομα υδρογόνου και προέρχεται από το μεθάνιο: χλωριούχο ~. Κυανούν/μπλε του ~ου (: είδος χρωστικής). [< γαλλ. méthylène, αγγλ. methylene < methy, αρχ. μέθυ ‘κρασί’ + hylē, αρχ. ὕλη ‘ξυλεία’] | |
| 30023 | μεθυλικός | , ή, ό με-θυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που προέρχεται από το μεθύλιο: ~ός: εστέρας/υδράργυρος. Συνηθέστ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεθυλική αλκοόλη: μεθανόλη. Πβ. ξυλόπνευμα. [< γαλλ. alcool méthylique ] [< γαλλ. méthylique, αγγλ. methylic] | |
| 30024 | μεθύλιο | με-θύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {μεθυλί-ου}: ΧΗΜ. μονοσθενής ρίζα που αποτελείται από ένα άτομο άνθρακα και τρία άτομα υδρογόνου και προέρχεται από το μεθάνιο. [< γαλλ. méthyle, αγγλ. methyl] | |
| 30025 | μεθυλο- | & μεθυλ-: ΧΗΜ. α' συνθετικό ενώσεων στις οποίες περιέχεται η ρίζα του μεθυλίου: ~χλωρίδιο.|| Μεθυλ-ικός. | |
| 30026 | μεθυλοχλωρίδιο | με-θυ-λο-χλω-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. χλωρομεθάνιο. [< γαλλ. chlorure de méthyle, αγγλ. methyl chloride] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ