| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30021 | μεθορμίζει | με-θορ-μί-ζει ρ. (αμτβ.) {μεθόρμι-σε, μεθορμί-σει, -στηκε, -στεί} (σπάν.-επίσ.): (για πλοίο) μεταφέρεται σε άλλο λιμάνι, όρμο για αγκυροβολία: Το σκάφος ~σε στα ναυπηγεία ... [< αρχ. μεθορμίζω] | |
| 30022 | μεθυλένιο | με-θυ-λέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {μεθυλενί-ου}: ΧΗΜ. δισθενής οργανική ρίζα που αποτελείται από ένα άτομο άνθρακα και δύο άτομα υδρογόνου και προέρχεται από το μεθάνιο: χλωριούχο ~. Κυανούν/μπλε του ~ου (: είδος χρωστικής). [< γαλλ. méthylène, αγγλ. methylene < methy, αρχ. μέθυ ‘κρασί’ + hylē, αρχ. ὕλη ‘ξυλεία’] | |
| 30023 | μεθυλικός | , ή, ό με-θυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που προέρχεται από το μεθύλιο: ~ός: εστέρας/υδράργυρος. Συνηθέστ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεθυλική αλκοόλη: μεθανόλη. Πβ. ξυλόπνευμα. [< γαλλ. alcool méthylique ] [< γαλλ. méthylique, αγγλ. methylic] | |
| 30024 | μεθύλιο | με-θύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {μεθυλί-ου}: ΧΗΜ. μονοσθενής ρίζα που αποτελείται από ένα άτομο άνθρακα και τρία άτομα υδρογόνου και προέρχεται από το μεθάνιο. [< γαλλ. méthyle, αγγλ. methyl] | |
| 30025 | μεθυλο- | & μεθυλ-: ΧΗΜ. α' συνθετικό ενώσεων στις οποίες περιέχεται η ρίζα του μεθυλίου: ~χλωρίδιο.|| Μεθυλ-ικός. | |
| 30026 | μεθυλοχλωρίδιο | με-θυ-λο-χλω-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. χλωρομεθάνιο. [< γαλλ. chlorure de méthyle, αγγλ. methyl chloride] | |
| 30027 | μεθύσι | με-θύ-σι ουσ. (ουδ.) (προφ.): προσωρινή κατάσταση κατά την οποία διαταράσσεται η λειτουργία του νευρικού συστήματος λόγω (υπερβολικής) λήψης αλκοόλ. Πβ. σούρα2.|| (μτφ.) Το ~ της επιτυχίας. ΣΥΝ. μέθη (1) ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι βλ. τύφλα [< μεσν. μεθύσιν] | |
| 30028 | μεθυσμένος | , η, ο με-θυ-σμέ-νος επίθ./ουσ. 1. (κυρ. για πρόσ.) που έχει μεθύσει: Οδηγούσε ~ και τράκαρε. ΑΝΤ. αμέθυστος, νηφάλιος (2), ξεμέθυστος 2. (μτφ., συνήθ. για πρόσ.) που νιώθει μεγάλη ευφορία, συνεπαρμένος, (κατα)γοητευμένος: ~ από έρωτα (: τρελός, τυφλός, τυφλωμένος)/ευτυχία (: τρισευτυχισμένος). 3. ΜΑΓΕΙΡ. (συνήθ. σε συνταγές) που έχει ψηθεί με κρασί: ~η: τηγανιά. ~ο: κοτόπουλο. ● ΦΡ.: είδε ο τρελός τον μεθυσμένο και φοβήθηκε βλ. τρελός ● βλ. μεθώ [< μεσν. μεθυσμένος] | |
| 30029 | μέθυσος | μέ-θυ-σος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αλκοολικός, μπεκρής. Πβ. πότης. ΣΥΝ. μεθύστακας, μπεκρούλιακας [< αρχ. μέθυσος] | |
| 30030 | μεθύστακας | με-θύ-στα-κας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): αλκοολικός, μέθυσος. ΣΥΝ. μπεκρής, μπεκρού, μπεκρούλιακας [< μεσν. μεθύστακας] | |
| 30031 | μεθυστικός | , ή, ό με-θυ-στι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που προκαλεί έντονα και ευχάριστα συναισθήματα, όπως ευφορία, ενθουσιασμό, χαρά: ~ή: ατμόσφαιρα/ευωδιά/μυρωδιά. ~ό: άρωμα/ταξίδι. Πβ. γοητευτ-, θελκτ-, μαγευτ-, σαγηνευτ-, συναρπαστ-ικός. 2. (σπάν.-κυριολ.) που μεθά κάποιον: ~ό: κρασί. ● επίρρ.: μεθυστικά [< 2: αρχ. μεθυστικός] | |
| 30032 | μεθύστρα | με-θύ-στρα ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό-σπάν.) (κυριολ.) μπεκρού ή (μτφ.) ξελογιάστρα. 2. ΖΩΟΛ. -ΟΡΝΙΘ. είδος δίθυρου μαλάκιου (οικογ. Cardiidae) ή πτηνού (επιστ. ονομασ. Emberiza melanocephala). [< 1: αρχ. μεθύστρια, μεσν. μεθύστρα] | |
| 30033 | μεθώ | [μεθῶ] με-θώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μεθ-ά κ. -άει .... | μέθ-υσα, -ύσει, -υσμένος, -ώντας} & μεθάω 1. περιέρχομαι ο ίδιος ή κάνω κάποιον να βρεθεί σε κατάσταση μέθης: ~άει γρήγορα/εύκολα. Φτάνει πια, θα ~ύσεις! Ξενυχτάει και ~άει, για να ξεχάσει. Πβ. μεθοκοπώ, μπεκροπίνω, μπεκρουλιάζω.|| Το κρασί με ~άει. Βλ. ζαλίζω. ΣΥΝ. κάνω/φτιάχνω κεφάλι (1), τα κοπανάω, τα/το τσούζω ΑΝΤ. ξεμεθώ 2. (μτφ.) προκαλώ ή νιώθω με έντονο τρόπο ευχάριστα συναισθήματα, όπως ευφορία, ενθουσιασμό, χαρά: Τον ~υσαν τα πλούτη. Πβ. γοητεύω, παρασύρω, συνεπαίρνω.|| ~υσε από ευτυχία. ● ΦΡ.: είδε ο τρελός τον μεθυσμένο και φοβήθηκε βλ. τρελός ● βλ. μεθυσμένος [< μεσν. μεθώ < αρχ. μεθύω] | |
| 30034 | μείγμα & μίγμα | [μεῖγμα] μείγ-μα ουσ. (ουδ.) {μείγμ-ατος | -ατα} 1. προϊόν ανάμειξης δύο ή περισσοτέρων συστατικών, υλικών: ~ από αιθέρια έλαια/από άμμο και χαλίκια.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ μπαχαρικών/σπόρων. ~ατα αρτοποιίας. ~ από βότανα/για κρέπες. Πβ. παρασκεύασμα. Βλ. κοκτέιλ.|| (σε συνταγές) Χτυπάτε καλά το ~. 2. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. σώμα που αποτελείται από τουλάχιστον δύο στοιχεία που δεν αντιδρούν μεταξύ τους χημικά και διατηρούν τις αρχικές τους ιδιότητες: ετερογενές/ομογενές ~ (: του οποίου τα συστατικά είναι εύκολο/δύσκολο να διακριθούν με γυμνό μάτι, βλ. διάλυμα). Εύφλεκτο/καύσιμο/πλούσιο/φτωχό ~. ~ μετάλλων (= κράμα)/υγρών και αέριων υδρογονανθράκων (βλ. πετρέλαιο). Εδαφικά ~ατα (βλ. φυτόχωμα). 3. (μτφ.) συνδυασμός συχνά διαφορετικών ή αντίθετων ιδιοτήτων, συναισθημάτων, χαρακτηριστικών: εκρηκτικό ~ ακρίβειας και οικονομικής ύφεσης. Πβ. αμάλγαμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακό μείγμα: οι διάφορες, ανανεώσιμες ή μη, μορφές ενέργειας που αξιοποιεί μια χώρα., αζεοτροπικό μείγμα βλ. αζεοτροπικός [< αρχ. μεῖγμα, μίγμα, γαλλ. mixture] | |
| 30035 | μειδίαμα | μει-δί-α-μα ουσ. (ουδ.) {μειδιάμ-ατος | -ατα} (λόγ.): ελαφρύ χαμόγελο: αινιγματικό/ειρωνικό (βλ. θυμηδία)/πικρό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχαϊκό μειδίαμα βλ. αρχαϊκός [< μτγν. μειδίαμα] | |
| 30036 | μειδιώ | [μειδιῶ] μει-δι-ώ ρ. (αμτβ.) {μειδι-άς ..., -ώντας | μειδί-ασα, -άσω} (λόγ.): χαμογελώ ελαφρά: ~ασε ειρωνικά. [< αρχ. μειδιῶ] | |
| 30037 | μέιζερ | μέ-ι-ζερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που παράγει και ενισχύει μικροκύματα. Βλ. λέιζερ. [< αγγλ. maser, 1955 < microwave amplification by stimulated emission of radiation] | |
| 30038 | μείζων | , ων, ον μεί-ζων επίθ. {συγκρ. του επίθ. μέγας· μείζ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα), -όνων} & (καταχρ.) θηλ. μείζονα (λόγ.) ΑΝΤ. ελάσσων 1. μεγάλος ή μεγαλύτερος ως προς την έκταση, το μέγεθος: περιήγηση στη ~ονα (= ευρύτερη) περιοχή της συμπρωτεύουσας.|| (ΠΟΛΙΤ.) Η ~ων/~ονα αντιπολίτευση (: η ισχυρότερη παράταξή της).|| (ΑΝΑΤ.) ~ γλουτιαίος (μυς). 2. (μτφ.) πάρα πολύ σημαντικός, σοβαρός: ~ων: κίνδυνος/παράγοντας/στόχος (πβ. κύριος, πρωταρχικός, πρωτεύων). ~ων: απειλή/απόφαση/μεταρρύθμιση. ~ονες: αλλαγές. ~ονα: ζητήματα/θέματα (πβ. καυτά, κρίσιμα, φλέγοντα). Προβλήματα ~ονος σημασίας.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ κατάθλιψη (: βαριάς μορφής).|| (για πρόσ.) Οι ~ονες (= σπουδαιότεροι) εκπρόσωποι της γενιάς του '30. ΑΝΤ. ασήμαντος, δευτερεύων (1) 3. ΜΟΥΣ. χαρακτηρισμός ανιούσας διαδοχής φθόγγων, κατά την οποία σχηματίζονται στη σειρά δύο φορές τόνοι, μία φορά ημιτόνιο, τρεις φορές τόνοι και μία φορά ημιτόνιο: σονάτα σε λα ~ονα (ενν. κλίμακα). Βλ. ματζόρε. ● ΣΥΜΠΛ.: μείζονες εκλογικές περιφέρειες: ΠΟΛΙΤ. στις οποίες χωρίζεται η ελληνική επικράτεια (δεκατρείς συνολικά) και στις οποίες συγκεντρώνονται οι αδιάθετες, από την πρώτη κατανομή, έδρες., μείζων πρόταση 1. ΦΙΛΟΣ. (στη λογική) η πρώτη από τις δύο προκείμενες ενός απλού συλλογισμού. Βλ. ελάσσων πρόταση. 2. ΝΟΜ. εφαρμοστέος κανόνας δικαίου. ● ΦΡ.: κατά κύριο/πρώτο/μείζονα λόγο βλ. κύριος [< 1,2: αρχ. μείζων 3: ιταλ. maggiore] | |
| 30039 | μέικ απ | μέ-ικ απ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μέικαπ & μεϊκάπ: καλλυντικό με χρώμα που απλώνεται συνήθ. στο πρόσωπο και τον λαιμό, κυρ. για να καλύψει ατέλειες· κατ' επέκτ. μακιγιάζ: αδιάβροχο/απαλό/βαρύ/διορθωτικό/ελαφρύ/υγρό ~. ~ σε μορφή πούδρας. ~ σώματος. Βάση ~ (: κρέμα που απλώνεται συνήθ. πριν το ~). Πβ. φον-ντε-τέν.|| Τις καθημερινές κυκλοφορεί χωρίς ~. Οι ηθοποιοί είχαν έντονο ~ για τις ανάγκες της παράστασης. Πβ. βάψιμο. [< αγγλ. make-up] | |
| 30040 | μέικ απ άρτιστ | μέ-ικ απ άρ-τιστ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & μέικαπ άρτιστ & μεϊκάπ άρτιστ: μακιγιέρ ή μακιγιέζ. [< αγγλ. make-up artist] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ