| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30047 | μεϊντάνι | με-ϊ-ντά-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πλατεία ή γενικότ. ανοιχτός χώρος. Κυρ. στη ● ΦΡ.: βγαίνω/βγάζω στο μεϊντάνι (μτφ.-αργκό): εμφανίζομαι δημόσια ή αποκαλύπτω συνήθ. κάτι αρνητικό. [< τουρκ. meydan] | |
| 30048 | μείξη & μίξη | μεί-ξη ουσ. (θηλ.) 1. συνδυασμός διαφορετικών στοιχείων, ανάμειξη: ~ πολιτισμών/χρωμάτων. ~ ανατολικών παραδοσιακών και δυτικών οργάνων. Πβ. ανακάτεμα, πρόσ-, σύμ-μειξη. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μιξάζ: ψηφιακή ~. ~ ήχου. ~ με διαφορετικά μουσικά είδη. Κονσόλα ~ης. [< αρχ. μεῖξις, μίξις] | |
| 30049 | μειο- & μειό- & μειονο- & μειον- | (λόγ.): α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του λιγότερου ή ολιγάριθμου: μειο-δοτώ/~ψηφία. Μειον-ότητα. ΑΝΤ. πλειο-. | |
| 30050 | μειοδοσία | μει-ο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.): η χαμηλότερη οικονομική προσφορά, συνήθ. σε διαγωνισμό, για ανάληψη (τεχνικού) έργου, προμήθειας: απόλυτη/προφορική ~. Κατάταξη των διαγωνιζομένων κατά σειρά ~ας. Βλ. -δοσία. ΑΝΤ. πλειοδοσία ● ΣΥΜΠΛ.: εθνική μειοδοσία: προδοσία των συμφερόντων μιας χώρας, ιδ. κατά την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής: πράξη ~ής ~ας. [< γερμ. Mindestgebot] | |
| 30051 | μειοδότης | μει-ο-δό-της ουσ. (αρσ.) , μειοδότρια (η) 1. νομικό ή φυσικό πρόσωπο που κάνει τη χαμηλότερη οικονομική προσφορά σε διαγωνισμό για ανάθεση έργου, προμήθεια αγαθών ή υπηρεσιών: προσωρινός/τελικός ~. Αναδείχτηκε/ανακηρύχθηκε ~ για την κατασκευή ...|| (ως επίθ.) ~τρια εταιρεία. Βλ. -δότης. ΑΝΤ. πλειοδότης 2. (μτφ.-μειωτ.) προδότης: Κατηγορείται ως εθνικός ~. [< γερμ. Mindestbietende(r)] | |
| 30052 | μειοδοτικός | , ή, ό μει-ο-δο-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη μειοδοσία ή τον μειοδότη: ~ή: δημοπρασία (= ~ διαγωνισμός). ~ό: σύστηµα ανάθεσης δηµοσίων έργων. ΑΝΤ. πλειοδοτικός 2. (μτφ.) προδοτικός: ~ή: πολιτική (πβ. αντεθνική. Βλ. πατριωτική). ● ΣΥΜΠΛ.: μειοδοτικός διαγωνισμός: δημοπρασία με την οποία ένα έργο ανατίθεται σε αυτόν που κάνει τη χαμηλότερη οικονομική προσφορά: ανοιχτός/δημόσιος/επαναληπτικός/κλειστός/πρόχειρος ~ ~. [< γαλλ. appel d'offre] | |
| 30053 | μειοδοτώ | [μειοδοτῶ] μει-ο-δο-τώ ρ. (αμτβ.) {μειοδοτ-εί ... | μειοδότ-ησε, -ήσει, ώντας} 1. προβαίνω σε μειοδοσία. Βλ. -δοτώ. ΑΝΤ. πλειοδοτώ (1), υπερθεματίζω (2) 2. (σπάν.-μτφ.) υποχωρώ, προδίδω συνήθ. τα συμφέροντα της πατρίδας μου. | |
| 30054 | Μειόκαινο | Μει-ό-και-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -αίνου} & Μειόκαινος (η): ΓΕΩΛ. γεωλογική περίοδος, υποδιαίρεση του Καινοζωικού Αιώνα, μεταξύ Ολιγόκαινου και Πλειόκαινου (περ. 23.500.000 έως 5.300.000 χρόνια πριν): Ανώτερο/Μέσο/Κατώτερο ~. Βλ. Ηώ-/Παλαιό-/Πλειστό-καινο. [< γαλλ. miocène, αγγλ. Miocene] | |
| 30055 | μείον | [μεῖον] μεί-ον επίρρ. ΣΥΝ. πλην 1. ΜΑΘ. σύμβολο της αφαίρεσης (-) και πρόσημο αρνητικών αριθμών: εννέα ~ τρία ίσον έξι.|| (+ αιτ., δηλώνεται ποσό που προκύπτει από αφαίρεση) ~ 50% η ζήτηση/τα έξοδα. ~ χίλια ευρώ. (προφ.) Είμαι ~ (= έχασα) πέντε κιλά.|| (ως ουσ.) Στο ~ τρία ο υδράργυρος (: τρεις βαθμούς υπό το μηδέν). Οι γηπεδούχοι κάλυψαν γρήγορα το ~ ένα. ΑΝΤ. συν (2) 2. {ως ουδ. ουσ. στον πληθ.} μειονέκτημα, αρνητικό στοιχείο: τα ~ μιας διοργάνωσης/πρότασης. Στα ~ της ταινίας συγκαταλέγεται η φτωχή πλοκή. ΣΥΝ. κατά ΑΝΤ. ατού (1), πλεονέκτημα, υπέρ ● ΦΡ.: είναι/βγαίνει μείον: παρουσιάζει έλλειμμα, συνήθ. οικονομικό: Η εταιρεία/ο ισολογισμός βγήκε ~., το ταμείο(ν) είναι μείον βλ. ταμείο [< 1: αρχ. μεῖον, γαλλ. moins 2: αγγλ. minus] | |
| 30056 | μειον- | βλ. μειο- | |
| 30057 | μειονέκτημα | μει-ο-νέ-κτη-μα ουσ. (ουδ.) {μειονεκτήμ-ατος | -ατα, -άτων}: αρνητικό χαρακτηριστικό που κάνει κάποιον ή κάτι να υστερεί συγκριτικά: ανταγωνιστικό/αριθμητικό/σωματικό (βλ. αναπηρία)/φυσικό/ψυχολογικό ~. Το βασικό/κύριο ~ά του (= αδυναμία, ελάττωμα, κουσούρι, ψεγάδι) είναι η αναβλητικότητα. Το νέο μοντέλο παρουσιάζει πολλά/σοβαρά ~ατα (= ελλείψεις, ατέλειες). Έχει το ~ να σπαταλά πολλά χρήματα. ΣΥΝ. κατά, μείον (2), πλην (1) ΑΝΤ. πλεονέκτημα, προτέρημα ● ΣΥΜΠΛ.: πλεονέκτημα/μειονέκτημα έδρας βλ. έδρα [< μτγν. μειονέκτημα ‘μείωση, έλλειψη’] | |
| 30058 | μειονεκτικός | , ή, ό μει-ο-νε-κτι-κός επίθ.: που μειονεκτεί: ~ό: οικογενειακό περιβάλλον. ~ές: ομάδες (του πληθυσμού)/περιοχές (: συνήθ. ορεινές, στις οποίες η αξιοποίηση της γης είναι περιορισμένη και έχει μεγάλο κόστος). ~ά: άτομα (: με ειδικές ανάγκες). Βρίσκομαι σε ~ή θέση. ΑΝΤ. πλεονεκτικός ● επίρρ.: μειονεκτικά: Αισθάνεται ~. [< μτγν. μειονεκτικός] | |
| 30059 | μειονεκτικότητα | μει-ο-νε-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μειονεκτικού: οικονομική ~ μιας περιοχής. Πβ. υστέρηση.|| (ΨΥΧΟΛ.) Αίσθημα ~ας (πβ. κατωτερότητα, κόμπλεξ. ΑΝΤ. ανωτερότητα). Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. μειονεξία ΑΝΤ. πλεονεκτικότητα [< γαλλ. infériorité] | |
| 30060 | μειονεκτώ | [μειονεκτῶ] μει-ο-νε-κτώ ρ. (αμτβ.) {μειονεκτ-εί ... | μειονέκτ-ησε, -ήσει, ώντας}: βρίσκομαι σε χειρότερη θέση ή κατάσταση, σε σχέση με κάποιον ή κάτι, υστερώ: Ομάδα που ~εί σε πολλά σημεία έναντι των αντιπάλων της. Η χώρα ~εί στον παραγωγικό κλάδο. ΑΝΤ. πλεονεκτώ, υπερέχω, υπερτερώ [< αρχ. μειονεκτῶ] | |
| 30061 | μειονεκτών | , ούσα, ούν [μειονεκτῶν] μει-ο-νε-κτών επίθ./ουσ. {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.): που μειονεκτεί, μειονεκτικός: ~ούσες: οικογένειες/ομάδες/περιοχές (π.χ. νησιά, ορεινές περιφέρειες). ~ούντα: άτομα (π.χ. ΑΜΕΑ, άνεργοι, μετανάστες, πρόσφυγες)/παιδιά. Βλ. ευπαθείς/ευαίσθητες/ευάλωτες (κοινωνικά) ομάδες.|| (ως ουσ.) Οι κοινωνικά/οικονομικά ~ούντες. Πβ. υστερώ. [< αρχ. μειονεκτῶν] | |
| 30062 | μειονεξία | μει-ο-νε-ξί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του μειονεκτικού· ειδικότ. αναπηρία: κοινωνική ~ (πβ. κατωτερ-, μειονεκτικ-ότητα. ΑΝΤ. ανωτερότητα, υπεροχή).|| (ΙΑΤΡ.) Ακουστική ~ (π.χ. βαρηκοΐα). Διανοητικές/σωματικές ή φυσικές ~ες. Πβ. υστέρηση. ● ΣΥΜΠΛ.: σύμπλεγμα/κόμπλεξ/αίσθημα ανωτερότητας/κατωτερότητας (/μειονεξίας) βλ. σύμπλεγμα [< αρχ. μειονεξία, γαλλ. infériorité] | |
| 30063 | μειονο- | βλ. μειο- | |
| 30064 | μειονότητα | μει-ο-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {μειονοτήτ-ων}: μη κυρίαρχη, αλλά επαρκής πληθυσμιακά ομάδα που διαφέρει ως προς ορισμένα χαρακτηριστικά από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο (κράτος) στο οποίο εντάσσεται: γλωσσική/εθνική/εθνοτική/θρησκευτική/πολιτιστική/φυλετική ~. Η Μουσουλμανική ~ της Θράκης (βλ. πομάκοι). Αναγνώριση/δικαιώματα/προστασία (των) ~ων. Πβ. εθνότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. minorité] | |
| 30065 | μειονοτικός | , ή, ό μει-ο-νο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μειονότητα ή ανήκει σε αυτή: ~ός: βουλευτής/πληθυσμός. ~ή: εκπαίδευση/πολιτική. ~ό: ζήτημα. ~ές: γλώσσες. ~ές: ομάδες (: που ανήκουν στη μειονότητα ή μειονεκτούν). ~ά: σχολεία. ● Ουσ.: μειονοτικός (ο): μέλος μειονότητας. [< γαλλ. minoritaire] | |
| 30066 | μειοψηφία | μει-ο-ψη-φί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λόγ.) μειονοψηφία ΑΝΤ. πλειοψηφία 1. αριθμός ψήφων ή κυρ. ψηφοφόρων μικρότερος από το μισό ενός συνόλου: κυβέρνηση ~ας (: συνασπισμού/συνεργασίας· μτφ. που έχει πλέον χάσει την εμπιστοσύνη του λαού). 2. (γενικότ.) μικρό αριθμητικά τμήμα συνόλου: ασήμαντη/θορυβώδης/ισχνή/ισχυρή/φωτισμένη ~. ~ αναγνωστών/καταναλωτών. Οργανωμένες ~ες (: σύλλογοι, συντεχνίες). Ομάδα που αποτελεί/είναι ~. 3. ΠΟΛΙΤ. αντιπολίτευση: ελάσσων/μείζων ~. Αποχώρησε η ~ του δημοτικού συμβουλίου από τη συνεδρίαση. [< γαλλ. minorité] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ