| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30061 | μειονεκτών | , ούσα, ούν [μειονεκτῶν] μει-ο-νε-κτών επίθ./ουσ. {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.): που μειονεκτεί, μειονεκτικός: ~ούσες: οικογένειες/ομάδες/περιοχές (π.χ. νησιά, ορεινές περιφέρειες). ~ούντα: άτομα (π.χ. ΑΜΕΑ, άνεργοι, μετανάστες, πρόσφυγες)/παιδιά. Βλ. ευπαθείς/ευαίσθητες/ευάλωτες (κοινωνικά) ομάδες.|| (ως ουσ.) Οι κοινωνικά/οικονομικά ~ούντες. Πβ. υστερώ. [< αρχ. μειονεκτῶν] | |
| 30062 | μειονεξία | μει-ο-νε-ξί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του μειονεκτικού· ειδικότ. αναπηρία: κοινωνική ~ (πβ. κατωτερ-, μειονεκτικ-ότητα. ΑΝΤ. ανωτερότητα, υπεροχή).|| (ΙΑΤΡ.) Ακουστική ~ (π.χ. βαρηκοΐα). Διανοητικές/σωματικές ή φυσικές ~ες. Πβ. υστέρηση. ● ΣΥΜΠΛ.: σύμπλεγμα/κόμπλεξ/αίσθημα ανωτερότητας/κατωτερότητας (/μειονεξίας) βλ. σύμπλεγμα [< αρχ. μειονεξία, γαλλ. infériorité] | |
| 30063 | μειονο- | βλ. μειο- | |
| 30064 | μειονότητα | μει-ο-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {μειονοτήτ-ων}: μη κυρίαρχη, αλλά επαρκής πληθυσμιακά ομάδα που διαφέρει ως προς ορισμένα χαρακτηριστικά από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο (κράτος) στο οποίο εντάσσεται: γλωσσική/εθνική/εθνοτική/θρησκευτική/πολιτιστική/φυλετική ~. Η Μουσουλμανική ~ της Θράκης (βλ. πομάκοι). Αναγνώριση/δικαιώματα/προστασία (των) ~ων. Πβ. εθνότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. minorité] | |
| 30065 | μειονοτικός | , ή, ό μει-ο-νο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μειονότητα ή ανήκει σε αυτή: ~ός: βουλευτής/πληθυσμός. ~ή: εκπαίδευση/πολιτική. ~ό: ζήτημα. ~ές: γλώσσες. ~ές: ομάδες (: που ανήκουν στη μειονότητα ή μειονεκτούν). ~ά: σχολεία. ● Ουσ.: μειονοτικός (ο): μέλος μειονότητας. [< γαλλ. minoritaire] | |
| 30066 | μειοψηφία | μει-ο-ψη-φί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λόγ.) μειονοψηφία ΑΝΤ. πλειοψηφία 1. αριθμός ψήφων ή κυρ. ψηφοφόρων μικρότερος από το μισό ενός συνόλου: κυβέρνηση ~ας (: συνασπισμού/συνεργασίας· μτφ. που έχει πλέον χάσει την εμπιστοσύνη του λαού). 2. (γενικότ.) μικρό αριθμητικά τμήμα συνόλου: ασήμαντη/θορυβώδης/ισχνή/ισχυρή/φωτισμένη ~. ~ αναγνωστών/καταναλωτών. Οργανωμένες ~ες (: σύλλογοι, συντεχνίες). Ομάδα που αποτελεί/είναι ~. 3. ΠΟΛΙΤ. αντιπολίτευση: ελάσσων/μείζων ~. Αποχώρησε η ~ του δημοτικού συμβουλίου από τη συνεδρίαση. [< γαλλ. minorité] | |
| 30067 | μειοψηφικός | , ή, ό μει-ο-ψη-φι-κός επίθ.: (κυρ. ΟΙΚΟΝ.) που σχετίζεται με τη μειοψηφία: ~ός: μέτοχος (= μειοψηφών). ~ή: συμμετοχή (σε εταιρεία). ~ό: μερίδιο/ποσοστό. Αγορά/πώληση ~ού πακέτου (μετοχών). ΑΝΤ. πλειοψηφικός [< γαλλ. minoritaire] | |
| 30068 | μειοψηφώ | [μειοψηφῶ] μει-ο-ψη-φώ ρ. (αμτβ.) {μειοψηφ-εί ... | μειοψήφ-ησε, -ήσει, μτχ. -ών, -ώντας} ΑΝΤ. πλειοψηφώ 1. λαμβάνω λιγότερες από τις μισές ψήφους ή κυρ. υποστηρίζω θέση, πρόταση που δεν πλειοψηφεί: Κόμμα που ~ησε στις εκλογές. 2. (κατ' επέκτ.) υστερώ αριθμητικά: Οι γυναίκες ~ούν στα βαρέα επαγγέλματα. | |
| 30069 | μειοψηφών | , ούσα, ούν μει-ο-ψη-φών επίθ./ουσ. (λόγ.): που μειοψηφεί: (ως επίθ.) ~ών: μέτοχος (= που έχει λιγότερες από τις μισές μετοχές εταιρείας, μειοψηφικός). ~ούσα: άποψη/παράταξη.|| (ως ουσ.) Στο πρακτικό καταγράφεται και η γνώμη των τυχόν ~ούντων. ΑΝΤ. πλειοψηφών [< γαλλ. minoritaire] | |
| 30070 | μειράκιο | μει-ρά-κι-ο ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): ανώριμος και συνήθ. επιπόλαιος νεαρός. Πβ. παιδαρέλι. [< αρχ. μειράκιον ‘νεαρός, έφηβος’] | |
| 30071 | μειχθήτω & μιχθήτω | μει-χθή-τω ρ. (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: γαία πυρί μ(ε)ιχθήτω βλ. γαία | |
| 30072 | μειώνω | μει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {μείω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, μειω-μένος, μειών-οντας· (λόγ.) γ' πρόσ. παθ. ενεστ. μει-ούται, μτχ. -ούμενος} 1. κάνω κάτι μικρότερο, λιγότερο, ελαττώνω· γίνομαι μικρότερος ή λιγότερος: η γυμναστική ~ει το στρες. Η εταιρεία ~σε κι άλλο την παραγωγή. Δεν πρόλαβε να ~σει (= κατεβάσει, κόψει) ταχύτητα και τράκαρε. ~εται η δημοτικότητα του κυβερνώντος κόμματος. Επήλθε ~ των τιμών. ~θηκαν οι πωλήσεις αυτοκινήτων κατά ...%. Μέτρα για να ~θούν (= μετριαστούν, περιοριστούν) οι κίνδυνοι από πλημμύρες/τα τροχαία (ΑΝΤ. πληθαίνω, πολλαπλασιάζω). ~μένη: θητεία/η τουριστική κίνηση στο νησί. ~μένο: ωράριο εργασίας. ~μένοι: συντελεστές ΦΠΑ. ~μένες: τιμές (= πεσμένες)/χρεώσεις. ~μένα: δρομολόγια/επίπεδα (: χοληστερόλης)/κέρδη. Αθλητές με ~μένη όραση. Άτομα ~μένης αντίληψης (: κάτω του μέσου όρου). (λόγ.) Ο αριθμός των κρουσμάτων/ο ρυθμός ανάπτυξης βαίνει ~ούμενος. Πβ. αμβλύνω.|| Η γηπεδούχος ~σε (ενν. τη διαφορά/το σκορ) σε 2-3. Βλ. απο~. ΣΥΝ. λιγοστεύω, μικραίνω (2) ΑΝΤ. αυξάνω, πολλαπλασιάζω (2) 2. (μτφ.) (για πρόσ.) θίγω, προσβάλλω, υποτιμώ ή γενικότ. υποβαθμίζω, υποβιβάζω: Την/τον ~ει συνεχώς μπροστά στους άλλους (πβ. εξευτελίζω, ταπεινώνω· βλ. εξυψώνω, επαινώ). Αυτό δεν ~ει την προσπάθεια της ομάδας. ● ΣΥΜΠΛ.: μειωμένο/μισό εισιτήριο βλ. εισιτήριο [< αρχ. μειῶ] | |
| 30073 | μείωση | μεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ελάττωση, περιορισμός: δραματική/δραστική/νέα/σημαντική/σταδιακή ~. ~ της ανεργίας/των αποδοχών/των ατυχημάτων/των γεννήσεων (πβ. υπογεννητικότητα)/των δαπανών/του ελλείμματος/των εξαγωγών/της θητείας/του θορύβου/των κερδών/του κόστους/της παραγωγής/του πληθυσμού/του προσωπικού (πβ. περικοπές)/των πωλήσεων (ΑΝΤ. άνοδος)/των ρύπων/της ταχύτητας (= επιβράδυνση)/των τελών/των τιμών (= πτώση, χαμήλωμα)/του ωραρίου (ΑΝΤ. επιμήκυνση, παράταση). ~ώσεις μισθών και εισοδημάτων. Πβ. λιγόστεμα. ΑΝΤ. αύξηση (1) 2. προσβολή, ταπείνωση: ηθική ~ εργαζομένου. ~ της προσωπικότητας/της υπόληψης (κάποιου). ΣΥΝ. υποβάθμιση, υποβιβασμός (2), υποτίμηση (3) 3. ΒΙΟΛ. κυτταρική διαίρεση κατά την οποία προκύπτουν γαμέτες με τον μισό αριθμό χρωμοσωμάτων των σωματικών κυττάρων. Βλ. ζυγώτης, μίτωση. [< αρχ. μείωσις 3: αγγλ. meiosis, γαλλ. méiose, 1913] | |
| 30074 | μειωτέος | , α, ο μει-ω-τέ-ος επίθ.: που πρέπει να μειωθεί. Κυρ. στο ● Ουσ.: μειωτέος (ο): ΜΑΘ. αριθμός από τον οποίο αφαιρείται ένας άλλος (αφαιρετέος) κατά την αφαίρεση. Βλ. -τέος. ΣΥΝ. αφαιρέτης (1) [< μτγν. μειωτέον ‘που πρέπει κανείς να ελαττώσει’, νεολατ. minuendus] | |
| 30075 | μειωτήρας | μει-ω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μηχανισμός για μετάδοση περιστροφικής κίνησης με παράλληλη μείωση της ταχύτητάς της: γραναζωτός ~. ~ες πίεσης/στροφών. Κινητήρας/τροχαλία με ~α. Βλ. ηλεκτρο~, -τήρας. [< γαλλ. réducteur] | |
| 30076 | μειωτής | μει-ω-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάθε συσκευή ή μηχανισμός που προκαλεί μείωση: ~ εστιακής απόστασης/πίεσης. ~ές ταχύτητας (= σαμαράκια). | |
| 30077 | μειωτικός | , ή, ό μει-ω-τι-κός επίθ. 1. απαξιωτικός, προσβλητικός, υποτιμητικός: ~ή: αντιμετώπιση/συμπεριφορά. ~οί: όροι/χαρακτηρισμοί. ~ές: αναφορές. ~ά: σχόλια. Πβ. ταπεινωτικός. 2. που παρουσιάζει μείωση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: συντελεστής. ~ές: τάσεις (των πωλήσεων· πβ. καθοδ-, πτωτ-ικός).|| (ΒΙΟΛ.) ~ή: διαίρεση (= μείωση). ● επίρρ.: μειωτικά [< 2: μτγν. μειωτικός] | |
| 30078 | ΜΕΚ | (η): Μονάδα Επαγγελματικής Κατάρτισης. | |
| 30079 | μεκέλειος | , ος, ο με-κέ-λει-ος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεκέλειος απόφυση: ΙΑΤΡ. εκκόλπωμα του τελικού τμήματος του λεπτού εντέρου που είναι δυνατόν να προκαλέσει αιμορραγία ή φλεγμονή. [< αγγλ. Meckel's diverticulum, γερμ. ανθρ. J. F. Meckel] | |
| 30080 | Μέκκα | Μέκ-κα ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ.): (συνήθ. για πόλη, περιοχή) το σημαντικότερο διεθνές κέντρο ορισμένης δραστηριότητας: η ~ του κινηματογράφου (= το Χόλιγουντ). [< αγγλ. Mecca] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ