| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30081 | μελαγχολία | με-λαγ-χο-λί-α ουσ. (θηλ.): συναισθηματική κατάσταση που χαρακτηρίζεται κυρ. από αίσθημα λύπης ή/και απαισιοδοξίας, διάθεση στοχασμού και απομόνωσης, καθώς και έλλειψη ενδιαφέροντος για οποιαδήποτε δραστηριότητα· η ιδιότητα αυτού που προκαλεί το προηγούμενο συναίσθημα: βαριά/γλυκιά ~. Έπεσε σε βαθιά ~. Πβ. ακεφιά, κακοκεφιά, κατήφεια, σκυθρωπότητα. Βλ. ευθυμία, ευφορία, κέφι, χαρά.|| Η ~ των γιορτών/των διακοπών/του φθινοπώρου.|| (ΨΥΧΟΛ.-ΨΥΧΙΑΤΡ.) Αγχώδης/αντιδραστική ή ενδογενής ~. Πβ. κατάθλιψη. [< αρχ. μελαγχολία, γαλλ. mélancolie, αγγλ. melancholy] | |
| 30082 | μελαγχολικός | , ή, ό με-λαγ-χο-λι-κός επίθ.: που τον διακατέχει, φανερώνει ή προκαλεί μελαγχολία: (για πρόσ.) ~ός: ποιητής. Είναι ~ή φύση/~ός χαρακτήρας (ΑΝΤ. εύθυμος, χαρούμενος). Πβ. άκεφος, απαισιόδοξος, βαρύ-, δύσ-θυμος, κατηφής, σκυθρωπός.|| ~ός: τόνος (ενός πίνακα ζωγραφικής). ~ή: διάθεση/σιωπή. ~ό: τραγούδι (πβ. λυπηρό)/ύφος/χαμόγελο (πβ. θλιμμένο, λυπημένο).|| ~ός: καιρός (πβ. μουντός, συννεφιασμένος). ~ή: ατμόσφαιρα (πβ. καταθλιπτική)/μελωδία. ~ό: συμπέρασμα (πβ. απαισιόδοξο, θλιβερό). ● επίρρ.: μελαγχολικά [< αρχ. μελαγχολικός, γαλλ. mélancolique, αγγλ. melancholic] | |
| 30083 | μελαγχολώ | [μελαγχολῶ] με-λαγ-χο-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μελαγχολ-είς ... | μελαγχόλ-ησα, -ήσω, -ώντας}: διακατέχομαι από ή προκαλώ μελαγχολία: Γιατί ~ησες; Πβ. θλίβομαι. Βλ. ευθυμώ.|| Η είδηση του θανάτου της μάς ~ησε (: λύπησε, στενοχώρησε) όλους. Η βροχή με ~εί. ΑΝΤ. χαροποιώ. [< αρχ. μελαγχολῶ] | |
| 30084 | μελάγχρους | , ους, ουν με-λάγ-χρους επίθ. {μελάγχρ-οος, -ουν} (σπάν.): ΑΝΑΤ. που έχει μελανίνη: ~ουν επιθήλιο. [< αρχ. μελάγχρους] | |
| 30085 | μελαγχρωματικός | , ή, ό με-λαγ-χρω-μα-τι-κός επίθ. & μελαγχρωστικός: ΙΑΤΡ. που έχει μελανό χρώμα λόγω εναπόθεσης μελανίνης: ~ός: ιστός/σπίλος. ~ές: αλλοιώσεις/βλάβες του δέρματος (πβ. κηλίδες, φακίδες). Βλ. χρωματοφόρα. ● ΣΥΜΠΛ.: μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια: κληρονομική πάθηση των ματιών που χαρακτηρίζεται από βραδινή τύφλωση στο αρχικό στάδιο, ατροφία του αμφιβληστροειδούς και αλλαγές της χρωστικής του, συρρίκνωση του οπτικού πεδίου και τελικά τύφλωση. [< γαλλ. pigmentaire] | |
| 30086 | μελάγχρωση | με-λάγ-χρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φυσιολογικός χρωματισμός του δέρματος ή κυρ. αλλαγή του χρώματος ορισμένων σημείων του από εναπόθεση χρωστικής: διαταραχές ~ης (π.χ. εφηλίδες, κηλίδες, λεκέδες, πανάδες, φακίδες). ~ λόγω εγκυμοσύνης/έκθεσης στην ηλιακή ακτινοβολία/λήψης φαρμάκων. [< γαλλ. pigmentation] | |
| 30087 | μελαγχρωστική | με-λαγ-χρω-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φυσιολογική χρωστική του δέρματος. Πβ. μελανίνη. | |
| 30088 | μέλαθρον | μέ-λα-θρον ουσ. (ουδ.) {μελάθρ-ου} & μέλαθρο (αρχαιοπρ., συνήθ. με κεφαλ. Μ): μεγάλο και πολυτελές οικοδόμημα ιδιωτικής ή δημόσιας χρήσης: Ιλίου ~. Θέμιδος ~ (βλ. Άρειος Πάγος). Πβ. ανάκτορο, μέγαρο. [< αρχ. μέλαθρον] | |
| 30089 | μέλαινα | μέ-λαι-να ουσ. (θηλ.) (ενν. κένωση): ΙΑΤΡ. αποβολή μελανών κοπράνων λόγω αιμορραγίας του ανώτερου πεπτικού συστήματος. Πβ. γαστρορραγία. [< αρχ. μέλαινα, γαλλ. mélæna, méléna, αγγλ. melena] | |
| 30090 | μελαμβαφής | , ής, ές με-λαμ-βα-φής επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. βαμμένος με μελανό χρώμα: ~ής: κάνθαρος/σκύφος. ~ής: κύλικα. ~ή: αγγεία. Βλ. μελανόμορφος. [< αρχ. μελαμβαφής] | |
| 30091 | μελαμίνη | με-λα-μί-νη ουσ. (θηλ.): κρυσταλλική οργανική ένωση (σύμβ. C3H6N6) που χρησιμοποιείται κυρ. στην παρασκευή συνθετικών ρητινών με φορμαλδεΰδη· (κυρ. κατ' επέκτ.) βιομηχανικό προϊόν που περιέχει μελαμίνη, υποκατάστατο του ξύλου στην επιπλοποιία: πλαστικά/ρητίνες (κόλλες) ~ης.|| Ράφια από ~. Βλ. -ίνη, νοβοπάν. [< γερμ. Melamin, αγγλ. melamine, γαλλ. mélamine] | |
| 30092 | μελαμψός & μελαψός | , ή, ό με-λαμ-ψός επίθ.: (κυρ. για το χρώμα της επιδερμίδας) πολύ μελαχρινός, σκουρόχρωμος: ~ό: αγόρι/δέρμα. Βλ. καστανός, μαύρος. ΑΝΤ. ανοιχτόχρωμος, άσπρος (1), λευκός (2) [< μεσν. μελαμψός] | |
| 30093 | μελαν- | βλ. μελανο- | |
| 30094 | μελανάδα | με-λα-νά-δα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λαϊκό-λογοτ.) 1. μαυρίλα, μαυράδα: η ~ του ουρανού. Πβ. μελανότητα. Βλ. -άδα, λευκότητα. ΑΝΤ. ασπράδα, ασπρίλα (1) 2. {κυρ. στον πληθ.} μελανιά. [< μεσν. μελανάδα] | |
| 30095 | μελανείο | [μελανεῖο] με-λα-νεί-ο ουσ. (ουδ.): ΤΥΠΟΓΡ. καθένα από τα δοχεία με διαφορετικό χρώμα μελάνης πιεστηρίου. [< γαλλ. encrier] | |
| 30096 | μελανζέ | με-λαν-ζέ επίθ. {άκλ.}: ρούχο ή εσώρουχο φτιαγμένο από κλωστές διαφορετικού χρώματος: γκρι ~ μπλουζάκι.|| (ως ουδ. ουσ.) Πολυεστερικά ~. [< γαλλ. mélangé] | |
| 30098 | μελανής | , -ιά, -ί με-λα-νής επίθ. & {άκλ.} μελανί (προφ.): που έχει βαθύ μοβ έως μαύρο χρώμα: ~ί: μολύβι. ΣΥΝ. μελανός (1) ● Ουσ.: μελανί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. | |
| 30099 | μελάνι | με-λά-νι ουσ. (ουδ.) {μελαν-ιού} 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. & (λόγ.) μελάνη (η): υγρή συνήθ. ουσία με χρώμα που χρησιμοποιείται για γράψιμο, εκτύπωση, σχεδίαση και ζωγραφική· δοχείο ή εξάρτημα συσκευής που την περιέχει: έγχρωμο/μαύρο/στερεό/τυπογραφικό/φωτογραφικό ~. ~ γραφής/μαρκαδόρου/πένας/στιλό/σφραγίδας/ταμπόν. Εξοικονόμηση/ποιότητα ~ιού. Κασέτες/φυσίγγια ~ιού. Στέγνωσε/τελείωσε το ~. Βλ. καρμπόν, πιγμέντο.|| Ανταλλακτικό ~. Ανακατασκευασμένα ~ια. Συμβατά ~ια για εκτυπωτές ... Αναγόμωση/ανακύκλωση ~ιών. 2. ΖΩΟΛ. παχύρρευστο σκουρόχρωμο υγρό που εκκρίνουν μερικά κεφαλόποδα, όταν κινδυνεύουν, για να θολώσουν τα νερά και να αποφύγουν έτσι τους εχθρούς τους: ~ χταποδιού.|| (κ. στη μαγειρική) Ζυμαρικά με ~ σουπιάς. ● Υποκ.: μελανάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικό μελάνι: ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονικό χαρτί. [< αγγλ. electronic/e- ink] , αόρατη/συμπαθητική μελάνη βλ. μελάνη ● ΦΡ.: αμολώ/ρίχνω/αφήνω (πίσω μου) μελάνι (μτφ.): προσπαθώ να ξεφύγω ή να κρύψω κάτι, μπερδεύοντας ή παραπλανώντας τους άλλους. Πβ. θολώνω τα νερά., πριν στεγνώσει η μελάνη/το μελάνι ... & δεν στέγνωσε ακόμη η μελάνη/το μελάνι ...: (μτφ.) για εξέλιξη που ακολουθεί ή αναιρεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα προηγούμενη δήλωση, γεγονός, κατάσταση: Πριν στεγνώσει ~ της υπογραφής, λύθηκε το συμβόλαιο., γράφω (κάποιον/κάτι) στα παλιά μου τα παπούτσια/(λόγ.) στα παλαιότερα των υποδημάτων μου βλ. γράφω, έχει χυθεί/χύθηκε πολύ μελάνι/πολλή μελάνη βλ. χύνω [< μεσν. μελάνιν, γαλλ. encre, αγγλ. ink] | |
| 30100 | μελανιά | με-λα-νιά ουσ. (θηλ.) 1. μελανό σημάδι στο δέρμα: Τον τσίμπησε δυνατά και του έκανε μια ~. Τα πόδια του είναι γεμάτα ~ιές από τα χτυπήματα. Αυτή η ~ ακόμα να υποχωρήσει/φύγει. Πβ. εκχύμωση, μώλωπας. 2. λεκές από μελάνι. Πβ. μουτζαλιά, μουτζούρα. [< 1: μεσν. μελανιά] | |
| 30101 | μελανιάζω | με-λα-νιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μελάνια-σα, μελανιά-σει, -σμένος}: γίνομαι μελανός, αποκτώ ή προκαλώ μελανιές: Το δέρμα μου ~ει πολύ εύκολα. Τα χείλη της ~σαν από το κρύο. Είχε το ένα μάτι ~σμένο (= μαυρισμένο). [< μεσν. μελανιάζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ