| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30067 | μειοψηφικός | , ή, ό μει-ο-ψη-φι-κός επίθ.: (κυρ. ΟΙΚΟΝ.) που σχετίζεται με τη μειοψηφία: ~ός: μέτοχος (= μειοψηφών). ~ή: συμμετοχή (σε εταιρεία). ~ό: μερίδιο/ποσοστό. Αγορά/πώληση ~ού πακέτου (μετοχών). ΑΝΤ. πλειοψηφικός [< γαλλ. minoritaire] | |
| 30068 | μειοψηφώ | [μειοψηφῶ] μει-ο-ψη-φώ ρ. (αμτβ.) {μειοψηφ-εί ... | μειοψήφ-ησε, -ήσει, μτχ. -ών, -ώντας} ΑΝΤ. πλειοψηφώ 1. λαμβάνω λιγότερες από τις μισές ψήφους ή κυρ. υποστηρίζω θέση, πρόταση που δεν πλειοψηφεί: Κόμμα που ~ησε στις εκλογές. 2. (κατ' επέκτ.) υστερώ αριθμητικά: Οι γυναίκες ~ούν στα βαρέα επαγγέλματα. | |
| 30069 | μειοψηφών | , ούσα, ούν μει-ο-ψη-φών επίθ./ουσ. (λόγ.): που μειοψηφεί: (ως επίθ.) ~ών: μέτοχος (= που έχει λιγότερες από τις μισές μετοχές εταιρείας, μειοψηφικός). ~ούσα: άποψη/παράταξη.|| (ως ουσ.) Στο πρακτικό καταγράφεται και η γνώμη των τυχόν ~ούντων. ΑΝΤ. πλειοψηφών [< γαλλ. minoritaire] | |
| 30070 | μειράκιο | μει-ρά-κι-ο ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): ανώριμος και συνήθ. επιπόλαιος νεαρός. Πβ. παιδαρέλι. [< αρχ. μειράκιον ‘νεαρός, έφηβος’] | |
| 30071 | μειχθήτω & μιχθήτω | μει-χθή-τω ρ. (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: γαία πυρί μ(ε)ιχθήτω βλ. γαία | |
| 30072 | μειώνω | μει-ώ-νω ρ. (μτβ.) {μείω-σα, -σει, -θηκε, -θεί, μειω-μένος, μειών-οντας· (λόγ.) γ' πρόσ. παθ. ενεστ. μει-ούται, μτχ. -ούμενος} 1. κάνω κάτι μικρότερο, λιγότερο, ελαττώνω· γίνομαι μικρότερος ή λιγότερος: η γυμναστική ~ει το στρες. Η εταιρεία ~σε κι άλλο την παραγωγή. Δεν πρόλαβε να ~σει (= κατεβάσει, κόψει) ταχύτητα και τράκαρε. ~εται η δημοτικότητα του κυβερνώντος κόμματος. Επήλθε ~ των τιμών. ~θηκαν οι πωλήσεις αυτοκινήτων κατά ...%. Μέτρα για να ~θούν (= μετριαστούν, περιοριστούν) οι κίνδυνοι από πλημμύρες/τα τροχαία (ΑΝΤ. πληθαίνω, πολλαπλασιάζω). ~μένη: θητεία/η τουριστική κίνηση στο νησί. ~μένο: ωράριο εργασίας. ~μένοι: συντελεστές ΦΠΑ. ~μένες: τιμές (= πεσμένες)/χρεώσεις. ~μένα: δρομολόγια/επίπεδα (: χοληστερόλης)/κέρδη. Αθλητές με ~μένη όραση. Άτομα ~μένης αντίληψης (: κάτω του μέσου όρου). (λόγ.) Ο αριθμός των κρουσμάτων/ο ρυθμός ανάπτυξης βαίνει ~ούμενος. Πβ. αμβλύνω.|| Η γηπεδούχος ~σε (ενν. τη διαφορά/το σκορ) σε 2-3. Βλ. απο~. ΣΥΝ. λιγοστεύω, μικραίνω (2) ΑΝΤ. αυξάνω, πολλαπλασιάζω (2) 2. (μτφ.) (για πρόσ.) θίγω, προσβάλλω, υποτιμώ ή γενικότ. υποβαθμίζω, υποβιβάζω: Την/τον ~ει συνεχώς μπροστά στους άλλους (πβ. εξευτελίζω, ταπεινώνω· βλ. εξυψώνω, επαινώ). Αυτό δεν ~ει την προσπάθεια της ομάδας. ● ΣΥΜΠΛ.: μειωμένο/μισό εισιτήριο βλ. εισιτήριο [< αρχ. μειῶ] | |
| 30073 | μείωση | μεί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ελάττωση, περιορισμός: δραματική/δραστική/νέα/σημαντική/σταδιακή ~. ~ της ανεργίας/των αποδοχών/των ατυχημάτων/των γεννήσεων (πβ. υπογεννητικότητα)/των δαπανών/του ελλείμματος/των εξαγωγών/της θητείας/του θορύβου/των κερδών/του κόστους/της παραγωγής/του πληθυσμού/του προσωπικού (πβ. περικοπές)/των πωλήσεων (ΑΝΤ. άνοδος)/των ρύπων/της ταχύτητας (= επιβράδυνση)/των τελών/των τιμών (= πτώση, χαμήλωμα)/του ωραρίου (ΑΝΤ. επιμήκυνση, παράταση). ~ώσεις μισθών και εισοδημάτων. Πβ. λιγόστεμα. ΑΝΤ. αύξηση (1) 2. προσβολή, ταπείνωση: ηθική ~ εργαζομένου. ~ της προσωπικότητας/της υπόληψης (κάποιου). ΣΥΝ. υποβάθμιση, υποβιβασμός (2), υποτίμηση (3) 3. ΒΙΟΛ. κυτταρική διαίρεση κατά την οποία προκύπτουν γαμέτες με τον μισό αριθμό χρωμοσωμάτων των σωματικών κυττάρων. Βλ. ζυγώτης, μίτωση. [< αρχ. μείωσις 3: αγγλ. meiosis, γαλλ. méiose, 1913] | |
| 30074 | μειωτέος | , α, ο μει-ω-τέ-ος επίθ.: που πρέπει να μειωθεί. Κυρ. στο ● Ουσ.: μειωτέος (ο): ΜΑΘ. αριθμός από τον οποίο αφαιρείται ένας άλλος (αφαιρετέος) κατά την αφαίρεση. Βλ. -τέος. ΣΥΝ. αφαιρέτης (1) [< μτγν. μειωτέον ‘που πρέπει κανείς να ελαττώσει’, νεολατ. minuendus] | |
| 30075 | μειωτήρας | μει-ω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μηχανισμός για μετάδοση περιστροφικής κίνησης με παράλληλη μείωση της ταχύτητάς της: γραναζωτός ~. ~ες πίεσης/στροφών. Κινητήρας/τροχαλία με ~α. Βλ. ηλεκτρο~, -τήρας. [< γαλλ. réducteur] | |
| 30076 | μειωτής | μει-ω-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάθε συσκευή ή μηχανισμός που προκαλεί μείωση: ~ εστιακής απόστασης/πίεσης. ~ές ταχύτητας (= σαμαράκια). | |
| 30077 | μειωτικός | , ή, ό μει-ω-τι-κός επίθ. 1. απαξιωτικός, προσβλητικός, υποτιμητικός: ~ή: αντιμετώπιση/συμπεριφορά. ~οί: όροι/χαρακτηρισμοί. ~ές: αναφορές. ~ά: σχόλια. Πβ. ταπεινωτικός. 2. που παρουσιάζει μείωση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: συντελεστής. ~ές: τάσεις (των πωλήσεων· πβ. καθοδ-, πτωτ-ικός).|| (ΒΙΟΛ.) ~ή: διαίρεση (= μείωση). ● επίρρ.: μειωτικά [< 2: μτγν. μειωτικός] | |
| 30078 | ΜΕΚ | (η): Μονάδα Επαγγελματικής Κατάρτισης. | |
| 30079 | μεκέλειος | , ος, ο με-κέ-λει-ος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεκέλειος απόφυση: ΙΑΤΡ. εκκόλπωμα του τελικού τμήματος του λεπτού εντέρου που είναι δυνατόν να προκαλέσει αιμορραγία ή φλεγμονή. [< αγγλ. Meckel's diverticulum, γερμ. ανθρ. J. F. Meckel] | |
| 30080 | Μέκκα | Μέκ-κα ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ.): (συνήθ. για πόλη, περιοχή) το σημαντικότερο διεθνές κέντρο ορισμένης δραστηριότητας: η ~ του κινηματογράφου (= το Χόλιγουντ). [< αγγλ. Mecca] | |
| 30081 | μελαγχολία | με-λαγ-χο-λί-α ουσ. (θηλ.): συναισθηματική κατάσταση που χαρακτηρίζεται κυρ. από αίσθημα λύπης ή/και απαισιοδοξίας, διάθεση στοχασμού και απομόνωσης, καθώς και έλλειψη ενδιαφέροντος για οποιαδήποτε δραστηριότητα· η ιδιότητα αυτού που προκαλεί το προηγούμενο συναίσθημα: βαριά/γλυκιά ~. Έπεσε σε βαθιά ~. Πβ. ακεφιά, κακοκεφιά, κατήφεια, σκυθρωπότητα. Βλ. ευθυμία, ευφορία, κέφι, χαρά.|| Η ~ των γιορτών/των διακοπών/του φθινοπώρου.|| (ΨΥΧΟΛ.-ΨΥΧΙΑΤΡ.) Αγχώδης/αντιδραστική ή ενδογενής ~. Πβ. κατάθλιψη. [< αρχ. μελαγχολία, γαλλ. mélancolie, αγγλ. melancholy] | |
| 30082 | μελαγχολικός | , ή, ό με-λαγ-χο-λι-κός επίθ.: που τον διακατέχει, φανερώνει ή προκαλεί μελαγχολία: (για πρόσ.) ~ός: ποιητής. Είναι ~ή φύση/~ός χαρακτήρας (ΑΝΤ. εύθυμος, χαρούμενος). Πβ. άκεφος, απαισιόδοξος, βαρύ-, δύσ-θυμος, κατηφής, σκυθρωπός.|| ~ός: τόνος (ενός πίνακα ζωγραφικής). ~ή: διάθεση/σιωπή. ~ό: τραγούδι (πβ. λυπηρό)/ύφος/χαμόγελο (πβ. θλιμμένο, λυπημένο).|| ~ός: καιρός (πβ. μουντός, συννεφιασμένος). ~ή: ατμόσφαιρα (πβ. καταθλιπτική)/μελωδία. ~ό: συμπέρασμα (πβ. απαισιόδοξο, θλιβερό). ● επίρρ.: μελαγχολικά [< αρχ. μελαγχολικός, γαλλ. mélancolique, αγγλ. melancholic] | |
| 30083 | μελαγχολώ | [μελαγχολῶ] με-λαγ-χο-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μελαγχολ-είς ... | μελαγχόλ-ησα, -ήσω, -ώντας}: διακατέχομαι από ή προκαλώ μελαγχολία: Γιατί ~ησες; Πβ. θλίβομαι. Βλ. ευθυμώ.|| Η είδηση του θανάτου της μάς ~ησε (: λύπησε, στενοχώρησε) όλους. Η βροχή με ~εί. ΑΝΤ. χαροποιώ. [< αρχ. μελαγχολῶ] | |
| 30084 | μελάγχρους | , ους, ουν με-λάγ-χρους επίθ. {μελάγχρ-οος, -ουν} (σπάν.): ΑΝΑΤ. που έχει μελανίνη: ~ουν επιθήλιο. [< αρχ. μελάγχρους] | |
| 30085 | μελαγχρωματικός | , ή, ό με-λαγ-χρω-μα-τι-κός επίθ. & μελαγχρωστικός: ΙΑΤΡ. που έχει μελανό χρώμα λόγω εναπόθεσης μελανίνης: ~ός: ιστός/σπίλος. ~ές: αλλοιώσεις/βλάβες του δέρματος (πβ. κηλίδες, φακίδες). Βλ. χρωματοφόρα. ● ΣΥΜΠΛ.: μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια: κληρονομική πάθηση των ματιών που χαρακτηρίζεται από βραδινή τύφλωση στο αρχικό στάδιο, ατροφία του αμφιβληστροειδούς και αλλαγές της χρωστικής του, συρρίκνωση του οπτικού πεδίου και τελικά τύφλωση. [< γαλλ. pigmentaire] | |
| 30086 | μελάγχρωση | με-λάγ-χρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φυσιολογικός χρωματισμός του δέρματος ή κυρ. αλλαγή του χρώματος ορισμένων σημείων του από εναπόθεση χρωστικής: διαταραχές ~ης (π.χ. εφηλίδες, κηλίδες, λεκέδες, πανάδες, φακίδες). ~ λόγω εγκυμοσύνης/έκθεσης στην ηλιακή ακτινοβολία/λήψης φαρμάκων. [< γαλλ. pigmentation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ