| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2116 | αλί | [ἀλί] α-λί επιφών. (λογοτ.): (+ προσ. αντων. σε γεν.) αλίμονο, δυστυχία, συμφορά: ~ μου, η δύστυχη και τι με βρήκε! ● ΦΡ.: αλί και τρισαλί!: μεγάλη συμφορά: ~ ~ σε όποιον του αντιμιλήσει! [< μεσν. αλί] | |
| 2117 | αλιάδα | [ἀλιάδα] α-λιά-δα ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): σκορδαλιά. [< μεσν. αλιάδα] | |
| 2118 | αλιγάτορας | [ἀλιγάτορας] α-λι-γά-το-ρας ουσ. (αρσ.) {αλιγατόρων}: ΖΩΟΛ. μεγάλο ερπετό που ζει σε ποταμούς της Αμερικής και της Κίνας, συγγενικό με τον κροκόδειλο, αλλά με πλατύτερο και πιο κοντό ρύγχος. Βλ. κροκοδειλοειδή. [< αμερικ. alligator] | |
| 2119 | αλιέας | [ἁλιέας] α-λι-έ-ας ουσ. (αρσ.) {αλι-έως, -έα | -είς, -έων} & (αρχαιοπρ.) αλιεύς 1. (επίσ.) ψαράς, συνήθ. επαγγελματίας: ερασιτέχνης/υποβρύχιος ~. Σύλλογος ~έων Παράκτιας Αλιείας. Βλ. γεωργός, κτηνοτρόφος. 2. (μτφ.) πρόσωπο που συστηματικά και με ζήλο αναζητά και συλλέγει κάτι: ~ λαθών/ψήφων. Πβ. θηρευτής, κυνηγός, συλλέκτης. ● ΦΡ.: αλιέας/αλιεύς ανθρώπων & ψυχών (μτφ., σε εκκλησιαστικά κείμενα): ο Χριστός, οι Aπόστολοι και κατ' επέκτ. όσοι διαδίδουν τον χριστιανισμό. [< αρχ. ἁλιεύς] | |
| 2120 | αλιεία | [ἁλιεία] α-λι-εί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) δραστηριότητα που αποσκοπεί στην εκμετάλλευση του ζωικού και φυτικού πλούτου της θάλασσας, ψάρεμα: βιομηχανική/διεθνής/εμπορική/επαγγελματική/θαλάσσια/λαθραία (= λαθρ~)/παράκτια/παράνομη/πελαγική/υπερπόντια/υποβρύχια ~. ~ ανοιχτής θάλασσας/εσωτερικών υδάτων (: σε ποταμούς και λίμνες). ~ γαύρου/μαργαριταριών/οστρακοειδών/σφουγγαριών (: σπογγ~). ~ βυθού/επιφανείας. Άδεια/απαγόρευση/ζώνη/προϊόντα ~ας. Πβ. αλίευση, ψαρική. Βλ. γεωργία, κτηνοτροφία, κυνήγι, ναρκ~, υπερ~. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) συστηματική αναζήτηση και συγκέντρωση ή προσέλκυση: ~ ψήφων. Πβ. άγρα, κυνήγι, συλλογή. [< αρχ. ἁλιεία] | |
| 2121 | αλιεργάτης | [ἁλιεργάτης] α-λι-ερ-γά-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.): εργάτης σε αλιευτικό σκάφος. | |
| 2122 | αλίευμα | [ἁλίευμα] α-λί-ευ-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. το σύνολο των θαλάσσιων ειδών που αλιεύονται: αποξηραμένα/καπνιστά/παστά ~ατα. Eργοστάσιο επεξεργασίας και τυποποίησης ~άτων. Πβ. ψαριά. Βλ. θήραμα. 2. (σπανιότ.-μτφ.) οτιδήποτε εντοπίζεται ύστερα από προσεκτική αναζήτηση: ~ατα από το διαδίκτυο. Πβ. αλίευση. [< αρχ. ἁλίευμα] | |
| 2123 | αλίευση | [ἁλίευση] α-λί-ευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) ψάρεμα: ανεξέλεγκτη/εντατική/παράνομη ~. ~ οστρακοειδών/σολομού/σφουγγαριών. ~ με δίχτυα/τράτα. Η υπερβολική ~ (= υπερ~) έχει οδηγήσει σε δραματική μείωση των αλιευμάτων. Πβ. αλιεία. Βλ. υπερ~. 2. (μτφ.-λόγ.) συστηματική αναζήτηση και συγκέντρωση: ~ πληροφοριών από το ίντερνετ/ψήφων. ΣΥΝ. αλιεία (2) [< μεσν. αλίευσις] | |
| 2124 | αλιευτής | [ἁλιευτής] α-λι-ευ-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αλιέας. Βλ. ναρκ~. [< αρχ. ἁλιευτής] | |
| 2125 | αλιευτικός | , ή, ό [ἁλιευτικός] α-λι-ευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αλιεία: ~ός: τομέας/τουρισμός. ~ή: βιολογία/βιομηχανία/ζώνη/παραγωγή/περίοδος/περιοχή/τεχνολογία. ~ό: πλοίο. ~οί: πόροι. ~ά: αποθέματα/εργαλεία/καταφύγια (: για εκφόρτωση, επεξεργασία και αποθήκευση ~ών προϊόντων και σκαφών). Πβ. ψαράδικος. Βλ. ναρκ~. ● Ουσ.: αλιευτικό (το): σκάφος ειδικά εξοπλισμένο για ψάρεμα: επαγγελµατικά ~ά. ~ βυθού. [< αρχ. ἁλιευτικός, γαλλ. halieutique, αγγλ. halieutic] | |
| 2126 | αλιεύω | [ἁλιεύω] α-λι-εύ-ω ρ. (μτβ.) {αλίευ-σα, -τηκε κ. -θηκε, -οντας, -όμενος, -μένος} 1. (επίσ.) ψαρεύω: (Αλιείς/σκάφη) ~ουν στην ανοικτή θάλασσα/μεγάλες ποσότητες σολομού/με δίχτυα/στα ύδατα τρίτων χωρών. Ψάρια που έχουν ~τεί παράνομα. ~όμενα: είδη. 2. (μτφ.) αναζητώ και συγκεντρώνω συστηματικά: ~ει πληροφορίες/ψηφοφόρους. Έγγραφα που ~θηκαν από το αρχείο του υπουργείου. Φωτογραφίες ~μένες από το διαδίκτυο. Γλωσσικά μαργαριτάρια ~μένα από γραπτά μαθητών. Πβ. συλλέγω. [< 1: αρχ. ἁλιεύω 2: ιταλ. pescare, γαλλ. pêcher] | |
| 2127 | άλικος | , η, ο [ἄλικος] ά-λι-κος επίθ. (λογοτ.): βαθυκόκκινος, πορφυρός: ~ο: αίμα/ρόδο/χρώμα. ~α: χείλη. ΣΥΝ. κατακόκκινος [< τουρκ. al] | |
| 2128 | αλίμενος | , η, ο [ἀλίμενος] α-λί-με-νος επίθ.: που δεν έχει λιμάνι και κατ' επέκτ. αφιλόξενος: Οι ακτές του νησιού είναι απόκρημνες/βραχώδεις και ~ες.|| ~ο: μέρος. Πβ. άξενος. [< αρχ. ἀλίμενος] | |
| 2129 | αλίμονο | [ἀλίμονο] α-λί-μο-νο επιφών.: για έκφραση απόγνωσης, αγωνίας, οίκτου, μετάνοιας, αποτροπιασμού: ~ό μου, τι έπαθα η δύστυχη! Αν είναι αλήθεια, ~ό μας! ~ σε μένα! ~ αν περιμένω από τους άλλους! Πβ. αλί, βάι, συμφορά, τρισ~, φευ.|| (: προφ., ως απάντηση) -Σ' ευχαριστώ πολύ για τη βοήθειά σου! -~ (: ούτε να το σκέφτεσαι)! ● ΦΡ.: αλίμονό σου! (προφ.): ως απειλή, με αποτρεπτική λειτουργία: Φέρτε πίσω τα δανεικά, γιατί ~ σας! (επιτατ.) Ουαί κι ~ ~, αν ξαναβρίσεις!, ουαί και/κι αλίμονο (επιτατ.-απειλητ.): ~ ~ό σου αν σε πιάσω στα χέρια μου! [< μεσν. αλίμονον – παλαιότ. ορθογρ. αλλοίμονο] | |
| 2130 | αλίπαστος | , η, ο [ἁλίπαστος] α-λί-πα-στος επίθ. (επίσ.): που συντηρείται στο αλάτι: ~ο: κρέας/σκουμπρί. ~α αβγά οξυρρύγχου (= χαβιάρι). Βλ. άλμη. ΣΥΝ. παστός ● Ουσ.: αλίπαστα (τα): τρόφιμα που συντηρούνται στο αλάτι: βιομηχανία ~άστων. ~, καπνιστά και αποξηραμένα. [< αρχ. ἁλίπαστος] | |
| 2131 | αλίπεδο | [ἁλίπεδο] α-λί-πε-δο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. παραθαλάσσια πεδινή έκταση: μεσογειακά ~α. Έλη και ~α. [< μτγν. ἁλίπεδον] | |
| 2132 | άλιπος | , η, ο [ἂλιπος] ά-λι-πος επίθ. (σπάν.): που δεν περιέχει λίπος ή λίπη: ~η: δίαιτα/σωματική μάζα (: το σύνολο των ιστών του σώματος μετά την αφαίρεση του λιπώδους ιστού. ΑΝΤ. λιπώδης μάζα). ~ο: κρέας (= χωρίς λίπος). | |
| 2133 | αλισάχνη | [ἁλισάχνη] α-λι-σά-χνη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): λεπτό στρώμα αλατιού που παραμένει σε μια επιφάνεια, μετά την εξάτμιση του θαλασσινού νερού. Πβ. αλμύρα. [< μεσν. αλισάχνη] | |
| 2134 | αλισβερίσι | [ἀλισβερίσι] α-λι-σβε-ρί-σι ουσ. (ουδ.) & αλισιβερίσι (λαϊκό): (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) εμπορική δοσοληψία και κατ' επέκτ. κάθε είδους συναλλαγή, σχέση: οικονομικό ~. Δεν θέλει να έχει ~ια μαζί του.|| Καθημερινό/κομματικό ~. Ύποπτα ~ια εταιρειών με πολιτικά πρόσωπα. ΣΥΝ. νταραβέρι (1), πάρε-δώσε (1) [< μεσν. αλισβερίσι] | |
| 2135 | αλισφακιά | [ἀλισφακιά] α-λι-σφα-κιά ουσ. (θηλ.) & αλιφασκιά (λαϊκό-διαλεκτ.): ΒΟΤ. φασκομηλιά. ΣΥΝ. ελελίφασκος, σάλβια [< μεσν. αλισφακιά] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ