Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3060-3080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2107αλητεία[ἀλητεία] α-λη-τεί-α ουσ. (θηλ.) 1. περιφρόνηση των κανόνων κοινωνικής ηθικής και συνεκδ. κάθε ανέντιμη, απρεπής πράξη ή συμπεριφορά: απίστευτη/οργανωμένη ~. Η ~ των γηπέδων.|| Κάνει ~ες. 2. τρόπος ζωής που χαρακτηρίζεται από διαρκή περιπλάνηση χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, εξασφαλισμένα μέσα διαβίωσης και σταθερή εργασία, συχνά με τάση προς την παραβατικότητα: Η τεμπελιά του τον οδήγησε στην ~. Βλ. τυχοδιώκτης. 3. (περιληπτ.-μειωτ.) αληταρία, αληταριό, αλήτης. [< αρχ. ἀλητεία ‘περιπλάνηση’]
2108αλητεύω[ἀλητεύω] α-λη-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {αλήτεψα, αλητεύ-οντας}: ζω σαν αλήτης: Εγκατέλειψε το σχολείο και άρχισε να ~ει. ~ε με τους φίλους του σε κακόφημα μπαρ. (οικ.) Πού ~ες (= τριγύριζες) πάλι;|| (μτφ.-λογοτ.) Η σκέψη/φαντασία ~ει. [< αρχ. ἀλητεύω ‘περιπλανιέμαι’]
39424αλήτηςπέ-λα-γος ουσ. (ουδ.) {πελάγ-ους | -η} & (λαϊκό-λογοτ.) πέλαγο & πέλαο 1. έκταση αλμυρού ύδατος μικρότερη από τη θάλασσα και τον ωκεανό· γενικότ. η ανοιχτή θάλασσα: το Aιγαίο/Θρακικό/Iόνιο/Κρητικό/Λιβυκό ~ (: ελληνικά ~η). (ΜΕΤΕΩΡ.) Θυελλώδεις άνεμοι πνέουν στα ~η. Βλ. αρχι~.|| Άγριο/αφρισμένο/βαθύ/γαλάζιο/ήρεμο/μαύρο/ταραγμένο/φουρτουνιασμένο ~. Στη μέση του ~ους (= μεσοπέλαγα). Αγναντεύω/ατενίζω το ~. Το πλοίο βγήκε στο ~. Αρμενίζω στο ~. Πβ. πόντος2.|| (μτφ.) Ταξιδεύουν σε γευστικά/μουσικά ~η. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) για καταστάσεις που παρουσιάζουν ένα χαρακτηριστικό σε μεγάλο, έντονο βαθμό: βουτιά στο ~ της αβεβαιότητας. Έχει βυθιστεί στο ~ της σιωπής/φτώχειας. Πλέει σε ~η άγνοιας. ● ΦΡ.: πλέει σε πελάγη ευτυχίας: είναι πανευτυχής: Έγινε πατέρας και ~ ~. Πβ. στον έβδομο ουρανό. [< αρχ. πέλαγος]
2109αλήτης[ἀλήτης] α-λή-της ουσ. (αρσ.) {αλητών | σπανιότ. θηλ. αλήτ-ισσα} (μειωτ.) 1. πρόσωπο με ανάγωγη, απρεπή, προκλητική ή/και επιθετική συμπεριφορά: ~, μηχανόβιος και τσαντάκιας. Αγύρτες/απατεώνες και ~ες. Βρίζει/μιλάει σαν ~. Με έδιωξε σαν τον χειρότερο ~η. Οι ~ες των γηπέδων/της εξέδρας (βλ. χούλιγκαν)/της νύχτας.|| (προφ.-υβριστ.) Άκου τι λέει ο ~! Φύγε από 'δώ, ρε ~η! Είναι μεγάλοι ~ες. Δεν ντρέπονται, οι ~ες! Πβ. κάθαρμα, καθίκι, λεχρίτης, παλιάνθρωπος, ρεμάλι, τομάρι, τσογλάνι, χαμένο κορμί. 2. αυτός που δεν έχει μόνιμη κατοικία και σταθερά εισοδήματα, που περιφέρεται στους δρόμους και αγαπά την περιπέτεια· κατ' επέκτ. κάθε άτομο που ζει άστατα ή στο περιθώριο: περιπλανώμενοι ~ες.|| (ως επίθ., μτφ.-λογοτ.) ~ισσα: καρδιά/ψυχή. ● Υποκ.: αλητάκι (το) & αλητάκος (ο) 1. παιδί ή έφηβος που περιφέρεται άσκοπα στους δρόμους και έχει παραβατική συμπεριφορά: ~ της γειτονιάς/του δρόμου. Τα ~ια του γκέτο. ~ια που σπάνε βιτρίνες. Πβ. αλητάμπουρας, μορτάκι, χαμίνι. ΣΥΝ. αλάνι 2. (προφ.) ανυπάκουο, σκανταλιάρικο και άτακτο συνήθ. παιδί: Επ, τι κάνεις εδώ ~; Πού πας, βρε αλητάκο, κάτσε λίγο φρόνιμα!|| (χαϊδευτ., ως τρυφερή προσφών.) ~ μου! ● Μεγεθ.: αληταράς (ο) {αληταρ-άδες} (επιτατ.): Μου κατέστρεψαν το αμάξι οι ~άδες! (υβριστ.) Σε ποιον τα πουλάς αυτά, ρε ~ά; Βλ. ρέμπελος, ρεμπεσκές. ΣΥΝ. τσογλαναράς [< αρχ. ἀλήτης ‘περιπλανώμενος (για ζητιάνους)’, αγγλ.-γαλλ. vagabond]
2110αλήτικος, η, ο [ἀλήτικος] α-λή-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την αλητεία ή τον αλήτη: ~ος: τρόπος. ~η: εμφάνιση/συμπεριφορά. ~ο: ύφος. Κάνει ~η ζωή. ● επίρρ.: αλήτικα
2111αλητόβιος, α, ο [ἀλητόβιος] α-λη-τό-βι-ος επίθ. (προφ.): που ζει σαν αλήτης. Βλ. -βιος.
2112αλητόπαιδο[ἀλητόπαιδο] α-λη-τό-παι-δο ουσ. (ουδ.): αλητάκι, αλάνι. Πβ. μάγκας, μόρτης. Βλ. -παιδο.
2113αλητοπαρέα[ἀλητοπαρέα] α-λη-το-πα-ρέ-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. μειωτ.): αληταρία: Έμπλεξε με ~ες.|| (οικ.) Μαζεύτηκε όλη η ~ σπίτι μου και τα πίναμε.
2114αλητοτουρίστας[ἀλητοτουρίστας] α-λη-το-του-ρί-στας ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): χαρακτηρισμός αλλοδαπού συνήθ. και ατημέλητου τουρίστα που ξοδεύει ελάχιστα χρήματα και παρουσιάζει συχνά παραβατική συμπεριφορά.
2115αλθαία[ἀλθαία] αλ-θαί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος φυτών της οικογένειας των μαλαχιδών ή μαλβιδών (επιστ. ονομασ. Althaea officinalis): ~ φαρμακευτική. Βλ. μολόχα. [< μτγν. ἀλθαία, γαλλ. althæa, αγγλ. alth(a)ea]
2116αλί[ἀλί] α-λί επιφών. (λογοτ.): (+ προσ. αντων. σε γεν.) αλίμονο, δυστυχία, συμφορά: ~ μου, η δύστυχη και τι με βρήκε! ● ΦΡ.: αλί και τρισαλί!: μεγάλη συμφορά: ~ ~ σε όποιον του αντιμιλήσει! [< μεσν. αλί]
2117αλιάδα[ἀλιάδα] α-λιά-δα ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): σκορδαλιά. [< μεσν. αλιάδα]
2118αλιγάτορας[ἀλιγάτορας] α-λι-γά-το-ρας ουσ. (αρσ.) {αλιγατόρων}: ΖΩΟΛ. μεγάλο ερπετό που ζει σε ποταμούς της Αμερικής και της Κίνας, συγγενικό με τον κροκόδειλο, αλλά με πλατύτερο και πιο κοντό ρύγχος. Βλ. κροκοδειλοειδή. [< αμερικ. alligator]
2119αλιέας[ἁλιέας] α-λι-έ-ας ουσ. (αρσ.) {αλι-έως, -έα | -είς, -έων} & (αρχαιοπρ.) αλιεύς 1. (επίσ.) ψαράς, συνήθ. επαγγελματίας: ερασιτέχνης/υποβρύχιος ~. Σύλλογος ~έων Παράκτιας Αλιείας. Βλ. γεωργός, κτηνοτρόφος. 2. (μτφ.) πρόσωπο που συστηματικά και με ζήλο αναζητά και συλλέγει κάτι: ~ λαθών/ψήφων. Πβ. θηρευτής, κυνηγός, συλλέκτης. ● ΦΡ.: αλιέας/αλιεύς ανθρώπων & ψυχών (μτφ., σε εκκλησιαστικά κείμενα): ο Χριστός, οι Aπόστολοι και κατ' επέκτ. όσοι διαδίδουν τον χριστιανισμό. [< αρχ. ἁλιεύς]
2120αλιεία[ἁλιεία] α-λι-εί-α ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) δραστηριότητα που αποσκοπεί στην εκμετάλλευση του ζωικού και φυτικού πλούτου της θάλασσας, ψάρεμα: βιομηχανική/διεθνής/εμπορική/επαγγελματική/θαλάσσια/λαθραία (= λαθρ~)/παράκτια/παράνομη/πελαγική/υπερπόντια/υποβρύχια ~. ~ ανοιχτής θάλασσας/εσωτερικών υδάτων (: σε ποταμούς και λίμνες). ~ γαύρου/μαργαριταριών/οστρακοειδών/σφουγγαριών (: σπογγ~). ~ βυθού/επιφανείας. Άδεια/απαγόρευση/ζώνη/προϊόντα ~ας. Πβ. αλίευση, ψαρική. Βλ. γεωργία, κτηνοτροφία, κυνήγι, ναρκ~, υπερ~. 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) συστηματική αναζήτηση και συγκέντρωση ή προσέλκυση: ~ ψήφων. Πβ. άγρα, κυνήγι, συλλογή. [< αρχ. ἁλιεία]
2121αλιεργάτης[ἁλιεργάτης] α-λι-ερ-γά-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.): εργάτης σε αλιευτικό σκάφος.
2122αλίευμα[ἁλίευμα] α-λί-ευ-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. το σύνολο των θαλάσσιων ειδών που αλιεύονται: αποξηραμένα/καπνιστά/παστά ~ατα. Eργοστάσιο επεξεργασίας και τυποποίησης ~άτων. Πβ. ψαριά. Βλ. θήραμα. 2. (σπανιότ.-μτφ.) οτιδήποτε εντοπίζεται ύστερα από προσεκτική αναζήτηση: ~ατα από το διαδίκτυο. Πβ. αλίευση. [< αρχ. ἁλίευμα]
2123αλίευση[ἁλίευση] α-λί-ευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) ψάρεμα: ανεξέλεγκτη/εντατική/παράνομη ~. ~ οστρακοειδών/σολομού/σφουγγαριών. ~ με δίχτυα/τράτα. Η υπερβολική ~ (= υπερ~) έχει οδηγήσει σε δραματική μείωση των αλιευμάτων. Πβ. αλιεία. Βλ. υπερ~. 2. (μτφ.-λόγ.) συστηματική αναζήτηση και συγκέντρωση: ~ πληροφοριών από το ίντερνετ/ψήφων. ΣΥΝ. αλιεία (2) [< μεσν. αλίευσις]
2124αλιευτής[ἁλιευτής] α-λι-ευ-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αλιέας. Βλ. ναρκ~. [< αρχ. ἁλιευτής]
2125αλιευτικός, ή, ό [ἁλιευτικός] α-λι-ευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αλιεία: ~ός: τομέας/τουρισμός. ~ή: βιολογία/βιομηχανία/ζώνη/παραγωγή/περίοδος/περιοχή/τεχνολογία. ~ό: πλοίο. ~οί: πόροι. ~ά: αποθέματα/εργαλεία/καταφύγια (: για εκφόρτωση, επεξεργασία και αποθήκευση ~ών προϊόντων και σκαφών). Πβ. ψαράδικος. Βλ. ναρκ~. ● Ουσ.: αλιευτικό (το): σκάφος ειδικά εξοπλισμένο για ψάρεμα: επαγγελµατικά ~ά. ~ βυθού. [< αρχ. ἁλιευτικός, γαλλ. halieutique, αγγλ. halieutic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.