Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [30780-30800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30087μελαγχρωστικήμε-λαγ-χρω-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φυσιολογική χρωστική του δέρματος. Πβ. μελανίνη.
30088μέλαθρονμέ-λα-θρον ουσ. (ουδ.) {μελάθρ-ου} & μέλαθρο (αρχαιοπρ., συνήθ. με κεφαλ. Μ): μεγάλο και πολυτελές οικοδόμημα ιδιωτικής ή δημόσιας χρήσης: Ιλίου ~. Θέμιδος ~ (βλ. Άρειος Πάγος). Πβ. ανάκτορο, μέγαρο. [< αρχ. μέλαθρον]
30089μέλαιναμέ-λαι-να ουσ. (θηλ.) (ενν. κένωση): ΙΑΤΡ. αποβολή μελανών κοπράνων λόγω αιμορραγίας του ανώτερου πεπτικού συστήματος. Πβ. γαστρορραγία. [< αρχ. μέλαινα, γαλλ. mélæna, méléna, αγγλ. melena]
30090μελαμβαφής, ής, ές με-λαμ-βα-φής επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. βαμμένος με μελανό χρώμα: ~ής: κάνθαρος/σκύφος. ~ής: κύλικα. ~ή: αγγεία. Βλ. μελανόμορφος. [< αρχ. μελαμβαφής]
30091μελαμίνημε-λα-μί-νη ουσ. (θηλ.): κρυσταλλική οργανική ένωση (σύμβ. C3H6N6) που χρησιμοποιείται κυρ. στην παρασκευή συνθετικών ρητινών με φορμαλδεΰδη· (κυρ. κατ' επέκτ.) βιομηχανικό προϊόν που περιέχει μελαμίνη, υποκατάστατο του ξύλου στην επιπλοποιία: πλαστικά/ρητίνες (κόλλες) ~ης.|| Ράφια από ~. Βλ. -ίνη, νοβοπάν. [< γερμ. Melamin, αγγλ. melamine, γαλλ. mélamine]
30092μελαμψός & μελαψός, ή, ό με-λαμ-ψός επίθ.: (κυρ. για το χρώμα της επιδερμίδας) πολύ μελαχρινός, σκουρόχρωμος: ~ό: αγόρι/δέρμα. Βλ. καστανός, μαύρος. ΑΝΤ. ανοιχτόχρωμος, άσπρος (1), λευκός (2) [< μεσν. μελαμψός]
30093μελαν-βλ. μελανο-
30094μελανάδαμε-λα-νά-δα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λαϊκό-λογοτ.) 1. μαυρίλα, μαυράδα: η ~ του ουρανού. Πβ. μελανότητα. Βλ. -άδα, λευκότητα. ΑΝΤ. ασπράδα, ασπρίλα (1) 2. {κυρ. στον πληθ.} μελανιά. [< μεσν. μελανάδα]
30095μελανείο[μελανεῖο] με-λα-νεί-ο ουσ. (ουδ.): ΤΥΠΟΓΡ. καθένα από τα δοχεία με διαφορετικό χρώμα μελάνης πιεστηρίου. [< γαλλ. encrier]
30096μελανζέμε-λαν-ζέ επίθ. {άκλ.}: ρούχο ή εσώρουχο φτιαγμένο από κλωστές διαφορετικού χρώματος: γκρι ~ μπλουζάκι.|| (ως ουδ. ουσ.) Πολυεστερικά ~. [< γαλλ. mélangé]
30098μελανής, -ιά, -ί με-λα-νής επίθ. & {άκλ.} μελανί (προφ.): που έχει βαθύ μοβ έως μαύρο χρώμα: ~ί: μολύβι. ΣΥΝ. μελανός (1) ● Ουσ.: μελανί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα.
30099μελάνιμε-λά-νι ουσ. (ουδ.) {μελαν-ιού} 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. & (λόγ.) μελάνη (η): υγρή συνήθ. ουσία με χρώμα που χρησιμοποιείται για γράψιμο, εκτύπωση, σχεδίαση και ζωγραφική· δοχείο ή εξάρτημα συσκευής που την περιέχει: έγχρωμο/μαύρο/στερεό/τυπογραφικό/φωτογραφικό ~. ~ γραφής/μαρκαδόρου/πένας/στιλό/σφραγίδας/ταμπόν. Εξοικονόμηση/ποιότητα ~ιού. Κασέτες/φυσίγγια ~ιού. Στέγνωσε/τελείωσε το ~. Βλ. καρμπόν, πιγμέντο.|| Ανταλλακτικό ~. Ανακατασκευασμένα ~ια. Συμβατά ~ια για εκτυπωτές ... Αναγόμωση/ανακύκλωση ~ιών. 2. ΖΩΟΛ. παχύρρευστο σκουρόχρωμο υγρό που εκκρίνουν μερικά κεφαλόποδα, όταν κινδυνεύουν, για να θολώσουν τα νερά και να αποφύγουν έτσι τους εχθρούς τους: ~ χταποδιού.|| (κ. στη μαγειρική) Ζυμαρικά με ~ σουπιάς. ● Υποκ.: μελανάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικό μελάνι: ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονικό χαρτί. [< αγγλ. electronic/e- ink] , αόρατη/συμπαθητική μελάνη βλ. μελάνη ● ΦΡ.: αμολώ/ρίχνω/αφήνω (πίσω μου) μελάνι (μτφ.): προσπαθώ να ξεφύγω ή να κρύψω κάτι, μπερδεύοντας ή παραπλανώντας τους άλλους. Πβ. θολώνω τα νερά., πριν στεγνώσει η μελάνη/το μελάνι ... & δεν στέγνωσε ακόμη η μελάνη/το μελάνι ...: (μτφ.) για εξέλιξη που ακολουθεί ή αναιρεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα προηγούμενη δήλωση, γεγονός, κατάσταση: Πριν στεγνώσει ~ της υπογραφής, λύθηκε το συμβόλαιο., γράφω (κάποιον/κάτι) στα παλιά μου τα παπούτσια/(λόγ.) στα παλαιότερα των υποδημάτων μου βλ. γράφω, έχει χυθεί/χύθηκε πολύ μελάνι/πολλή μελάνη βλ. χύνω [< μεσν. μελάνιν, γαλλ. encre, αγγλ. ink]
30100μελανιάμε-λα-νιά ουσ. (θηλ.) 1. μελανό σημάδι στο δέρμα: Τον τσίμπησε δυνατά και του έκανε μια ~. Τα πόδια του είναι γεμάτα ~ιές από τα χτυπήματα. Αυτή η ~ ακόμα να υποχωρήσει/φύγει. Πβ. εκχύμωση, μώλωπας. 2. λεκές από μελάνι. Πβ. μουτζαλιά, μουτζούρα. [< 1: μεσν. μελανιά]
30101μελανιάζωμε-λα-νιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μελάνια-σα, μελανιά-σει, -σμένος}: γίνομαι μελανός, αποκτώ ή προκαλώ μελανιές: Το δέρμα μου ~ει πολύ εύκολα. Τα χείλη της ~σαν από το κρύο. Είχε το ένα μάτι ~σμένο (= μαυρισμένο). [< μεσν. μελανιάζω]
30102μελάνιασμαμε-λά-νια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το αποτέλεσμα του μελανιάζω: ~ των δαχτύλων. Πβ. εκχύμ-, κυάν-ωση. Βλ. μαύρισμα.
30103μελανίνημε-λα-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. σκούρα χρωστική ουσία που παράγεται στα μελανοκύτταρα και ευθύνεται για το χρώμα του δέρματος, της ίριδος και του τριχώματος του ανθρώπου και πολλών ζώων. Βλ. αλφισμός, μελάνωμα, τυροσινάση, -ίνη. [< γαλλ. mélanine, αγγλ. melanin]
30104μελανισμόςμε-λα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: βιομηχανικός μελανισμός: εμφάνιση σκουρόχρωμων ειδών ζώων, κυρ. εντόμων, σε βιομηχανικές περιοχές με μεγάλη ατμοσφαιρική ρύπανση ως αποτέλεσμα της φυσικής επιλογής. [< αγγλ. industrial melanism, 1928] [< μεσν. μελανισμός, γαλλ. mélanisme]
30105μελανο- & μελανό- & μελαν-α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. έχει βαθύ μπλε ή μαύρο χρώμα: μελανό-μορφος. 2. ΙΑΤΡ. σχετίζεται με τη μελανίνη ή παρουσιάζει μελανό χρωματισμό που οφείλεται σε παθολογικά αίτια: μελανο-κύτταρα.|| Μελανο-δερμία/~δοντία. Μελαν-ουρία. 3. (σπανιότ.) περιέχει μελάνι: μελανο-δοχείο.
30106μελανογένεσημε-λα-νο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) & μελανινογένεση: ΒΙΟΧ. παραγωγή μελανίνης. Βλ. -γένεση. [< αγγλ. melanogenesis, 1909, γαλλ. mélanogenèse]
30107μελανοδερμίαμε-λα-νο-δερ-μί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΙΑΤΡ. αυξημένη ποσότητα μελανίνης στο δέρμα, γενικευμένη ή κατά τόπους. Πβ. μέλασμα. [< γαλλ. mélanodermie, αγγλ. melanodermia]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.