| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30108 | μελανοδοχείο | [μελανοδοχεῖο] με-λα-νο-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα συσκευής για τροφοδοσία μελανιού: αναγόμωση/ανακατασκευή/ανακύκλωση άδειων ~ων. ~α για ίνκτζετ και λέιζερ εκτυπωτές. 2. (κυρ. παλαιότ.) μικρό, συνήθ. γυάλινο δοχείο για μελάνι γραφής. [< 2: μτγν. μελανοδοχεῖον] | |
| 30109 | μελανοκύτταρα | με-λα-νο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) & μελανινοκύτταρα (τα): ΒΙΟΧ. επιδερμικά κύτταρα που παράγουν και αποθηκεύουν μελανίνη. Βλ. μελάνωμα, σπίλος. [< γαλλ. mélanocytes, 1912, αγγλ. melanocytes] | |
| 30110 | μελανόμορφος | , η, ο με-λα-νό-μορ-φος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. (για αγγείο) που παριστάνει μελανές μορφές με εγχάρακτες λεπτομέρειες πάνω σε ερυθρό φόντο· που σχετίζεται με αυτή την τεχνική διακόσμησης: αττικός ~ αμφορέας.|| ~ος: ρυθμός (7ος-5ος αι. π.Χ.). ~η: αγγειογραφία/κεραμική. Βλ. ερυθρόμορφος, -μορφος. | |
| 30111 | μελανός | , ή, ό με-λα-νός επίθ. 1. που έχει βαθύ μπλε έως μαύρο χρώμα: ~ά: χείλη. Έγινε ~ (: μελάνιασε) από το κρύο. 2. (μτφ.) αρνητικός, δυσάρεστος, μεμπτός: Το μόνο ~ό σημείο της υπόθεσης ήταν ... ~ή σελίδα (: κηλίδα, ντροπή, όνειδος) στην ιστορία της ανθρωπότητας αποτελεί ... Πβ. ζοφερός, σκοτεινός. Βλ. φωτεινός. ● ΣΥΜΠΛ.: μελανή οπή: ΑΣΤΡΟΝ. μαύρη τρύπα. ● ΦΡ.: με (τα πιο) ζοφερά/μελανά χρώματα βλ. χρώμα [< μτγν. μελανός] | |
| 30112 | μελανοστρώματα | με-λα-νο-στρώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. μελανόστρωμα}: ΜΕΤΕΩΡ. κατηγορία χαμηλών νεφών (σύμβ. Ns) με πολύ γκρίζο χρώμα που συνοδεύονται σχεδόν πάντα από βροχή, χιόνι ή ψιλό χαλάζι. Βλ. στρωματοσωρείτες. [< αγγλ. nimbostratus, 1909, γαλλ. ~, 1932] | |
| 30113 | μελανόσωμα | με-λα-νό-σω-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. καθένα από τα κοκκία των μελανοκυττάρων που παράγουν μελανίνη. Βλ. λυσόσωμα. [< αγγλ. melanosome, 1961, γαλλ. mélanosome· πβ. μεσν. μελανόσωμος] | |
| 30114 | μελανοταινία | με-λα-νο-ται-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα με ταινία εμποτισμένη σε μελάνι που χρησιμοποιείται για εκτύπωση: ανταλλακτική/γνήσια/έγχρωμη/μαύρη ~. ~ αριθμομηχανής/εκτυπωτή. Βλ. αναλώσιμα. | |
| 30115 | μελανότητα | με-λα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): η ιδιότητα του μελανού. Πβ. μαυρίλα. Βλ. -ότητα. [< μεσν. μελανότης] | |
| 30116 | μελανούρι | με-λα-νού-ρι ουσ. (ουδ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι (επιστ. ονομασ. Oblada melanura) του Ατλαντικού και της Μεσογείου με χαρακτηριστική μαύρη γραμμή στην ουρά. 2. (μτφ.-λαϊκό) όμορφη μελαχρινή κοπέλα. ● Υποκ.: μελανουράκι (το): στη σημ. 2. [< 1: μεσν. μελανούρι(ν)] | |
| 30117 | μελανοχίτωνες | με-λα-νο-χί-τω-νες ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. μέλη ιταλικής στρατιωτικής φασιστικής οργάνωσης που φορούσαν μαύρο πουκάμισο. 2. (κατ' επέκτ.-μειωτ.) φασίστες, ναζιστές. [< ιταλ. camicie nere] | |
| 30118 | μελάνωμα | με-λά-νω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος μελανοκυττάρων: ~ του δέρματος. Βλ. -ωμα2. [< πβ. μεσν. μελάνωμα 'μαύρισμα', γαλλ. mélanome, αγγλ. melanoma] | |
| 30119 | μελανώνω | με-λα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {μελάνω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος}: επικαλύπτω, εμποτίζω ή σπάν. λερώνω με μελάνι: ~ μια σφραγίδα. Σχέδιο ~μένο σε λευκό χαρτί. [< μεσν. μελανώνω < μτγν. μελανῶ] | |
| 30120 | μελανωπός | , ή, ό με-λα-νω-πός επίθ. (σπάν.-λόγ.): σχεδόν μελανός. Βλ. -ωπός. [< μτγν. μελανωπός ‘σκουρόχρωμος’] | |
| 30121 | μελάνωση | με-λά-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. παθολογική εναπόθεση μελανίνης στους ιστούς και κυρ. στο δέρμα: ~ του λαιμού/παχέος εντέρου. Πβ. κυάνωση. 2. επικάλυψη με μελάνι. [< 1: γαλλ. mélanose 2: μτγν. μελάνωσις] | |
| 30122 | μελανωτήρας | με-λα-νω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μελανοταινία ειδική για σφραγίδες. Πβ. ταμπόν. Βλ. -τήρας. | |
| 30123 | μελανωτής | με-λα-νω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. τόνερ. 2. καλλιτέχνης ή τεχνίτης που σχεδιάζει ή καλύπτει με μελάνι μια επιφάνεια. | |
| 30124 | μελάς | με-λάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): παραγωγός ή έμπορος μελιού. Βλ. -άς. | |
| 30125 | μέλας | , -αινα, -αν μέ-λας επίθ. {μέλ-ανος, -ανα} (αρχαιοπρ.): μόνο στα ● ΣΥΜΠΛ.: μέλαν σώμα: ΦΥΣ. ιδεατό σώμα που απορροφά, χωρίς να αντανακλά ή να διαχέει, κάθε προσπίπτουσα ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. [< γαλλ. corps noir] , μέλανας δρυμός & μέλας: μαύρο δάσος. [< γερμ. Schwarzwald] , μέλανας ζωμός & μέλας: ΑΡΧ. ζωμός από χοιρινό κρέας βρασμένο σε αίμα, αλάτι και ξίδι, η κύρια τροφή των αρχαίων Σπαρτιατών στα συσσίτια., τριχωτή γλώσσα βλ. τριχωτός [< αρχ. μέλας] | |
| 30126 | μελάσα | με-λά-σα ουσ. (θηλ.): σκουρόχρωμο, παχύρρευστο σιρόπι, παραπροϊόν της παραγωγής ζάχαρης από ζαχαροκάλαμα ή ζαχαρότευτλα. [< ιταλ. melassa, γαλλ. mélasse] | |
| 30127 | μέλασμα | μέ-λα-σμα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. δερματική δυσχρωμία που οφείλεται σε αυξημένη παραγωγή μελανίνης και εκδηλώνεται με την εμφάνιση καφέ κηλίδων ακανόνιστου σχήματος στο μέτωπο, στα μάγουλα, στο άνω χείλος, στο πιγούνι και στο ανώτερο τμήμα του θώρακα. Πβ. μελανοδερμία, πανάδες, χλόασμα. Βλ. μελάγχρωση. [< αρχ. μέλασμα 'μαύρη κηλίδα', γαλλ.-αγγλ. melasma] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ