Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [30800-30820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30108μελανοδοχείο[μελανοδοχεῖο] με-λα-νο-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα συσκευής για τροφοδοσία μελανιού: αναγόμωση/ανακατασκευή/ανακύκλωση άδειων ~ων. ~α για ίνκτζετ και λέιζερ εκτυπωτές. 2. (κυρ. παλαιότ.) μικρό, συνήθ. γυάλινο δοχείο για μελάνι γραφής. [< 2: μτγν. μελανοδοχεῖον]
30109μελανοκύτταραμε-λα-νο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) & μελανινοκύτταρα (τα): ΒΙΟΧ. επιδερμικά κύτταρα που παράγουν και αποθηκεύουν μελανίνη. Βλ. μελάνωμα, σπίλος. [< γαλλ. mélanocytes, 1912, αγγλ. melanocytes]
30110μελανόμορφος, η, ο με-λα-νό-μορ-φος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. (για αγγείο) που παριστάνει μελανές μορφές με εγχάρακτες λεπτομέρειες πάνω σε ερυθρό φόντο· που σχετίζεται με αυτή την τεχνική διακόσμησης: αττικός ~ αμφορέας.|| ~ος: ρυθμός (7ος-5ος αι. π.Χ.). ~η: αγγειογραφία/κεραμική. Βλ. ερυθρόμορφος, -μορφος.
30111μελανός, ή, ό με-λα-νός επίθ. 1. που έχει βαθύ μπλε έως μαύρο χρώμα: ~ά: χείλη. Έγινε ~ (: μελάνιασε) από το κρύο. 2. (μτφ.) αρνητικός, δυσάρεστος, μεμπτός: Το μόνο ~ό σημείο της υπόθεσης ήταν ... ~ή σελίδα (: κηλίδα, ντροπή, όνειδος) στην ιστορία της ανθρωπότητας αποτελεί ... Πβ. ζοφερός, σκοτεινός. Βλ. φωτεινός. ● ΣΥΜΠΛ.: μελανή οπή: ΑΣΤΡΟΝ. μαύρη τρύπα. ● ΦΡ.: με (τα πιο) ζοφερά/μελανά χρώματα βλ. χρώμα [< μτγν. μελανός]
30112μελανοστρώματαμε-λα-νο-στρώ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. μελανόστρωμα}: ΜΕΤΕΩΡ. κατηγορία χαμηλών νεφών (σύμβ. Ns) με πολύ γκρίζο χρώμα που συνοδεύονται σχεδόν πάντα από βροχή, χιόνι ή ψιλό χαλάζι. Βλ. στρωματοσωρείτες. [< αγγλ. nimbostratus, 1909, γαλλ. ~, 1932]
30113μελανόσωμαμε-λα-νό-σω-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. καθένα από τα κοκκία των μελανοκυττάρων που παράγουν μελανίνη. Βλ. λυσόσωμα. [< αγγλ. melanosome, 1961, γαλλ. mélanosome· πβ. μεσν. μελανόσωμος]
30114μελανοταινίαμε-λα-νο-ται-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα με ταινία εμποτισμένη σε μελάνι που χρησιμοποιείται για εκτύπωση: ανταλλακτική/γνήσια/έγχρωμη/μαύρη ~. ~ αριθμομηχανής/εκτυπωτή. Βλ. αναλώσιμα.
30115μελανότηταμε-λα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): η ιδιότητα του μελανού. Πβ. μαυρίλα. Βλ. -ότητα. [< μεσν. μελανότης]
30116μελανούριμε-λα-νού-ρι ουσ. (ουδ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι (επιστ. ονομασ. Oblada melanura) του Ατλαντικού και της Μεσογείου με χαρακτηριστική μαύρη γραμμή στην ουρά. 2. (μτφ.-λαϊκό) όμορφη μελαχρινή κοπέλα. ● Υποκ.: μελανουράκι (το): στη σημ. 2. [< 1: μεσν. μελανούρι(ν)]
30117μελανοχίτωνεςμε-λα-νο-χί-τω-νες ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. μέλη ιταλικής στρατιωτικής φασιστικής οργάνωσης που φορούσαν μαύρο πουκάμισο. 2. (κατ' επέκτ.-μειωτ.) φασίστες, ναζιστές. [< ιταλ. camicie nere]
30118μελάνωμαμε-λά-νω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος μελανοκυττάρων: ~ του δέρματος. Βλ. -ωμα2. [< πβ. μεσν. μελάνωμα 'μαύρισμα', γαλλ. mélanome, αγγλ. melanoma]
30119μελανώνωμε-λα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {μελάνω-σα, -θηκε, -θεί, -μένος}: επικαλύπτω, εμποτίζω ή σπάν. λερώνω με μελάνι: ~ μια σφραγίδα. Σχέδιο ~μένο σε λευκό χαρτί. [< μεσν. μελανώνω < μτγν. μελανῶ]
30120μελανωπός, ή, ό με-λα-νω-πός επίθ. (σπάν.-λόγ.): σχεδόν μελανός. Βλ. -ωπός. [< μτγν. μελανωπός ‘σκουρόχρωμος’]
30121μελάνωσημε-λά-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. παθολογική εναπόθεση μελανίνης στους ιστούς και κυρ. στο δέρμα: ~ του λαιμού/παχέος εντέρου. Πβ. κυάνωση. 2. επικάλυψη με μελάνι. [< 1: γαλλ. mélanose 2: μτγν. μελάνωσις]
30122μελανωτήραςμε-λα-νω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μελανοταινία ειδική για σφραγίδες. Πβ. ταμπόν. Βλ. -τήρας.
30123μελανωτήςμε-λα-νω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. τόνερ. 2. καλλιτέχνης ή τεχνίτης που σχεδιάζει ή καλύπτει με μελάνι μια επιφάνεια.
30124μελάςμε-λάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): παραγωγός ή έμπορος μελιού. Βλ. -άς.
30125μέλας, -αινα, -αν μέ-λας επίθ. {μέλ-ανος, -ανα} (αρχαιοπρ.): μόνο στα ● ΣΥΜΠΛ.: μέλαν σώμα: ΦΥΣ. ιδεατό σώμα που απορροφά, χωρίς να αντανακλά ή να διαχέει, κάθε προσπίπτουσα ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. [< γαλλ. corps noir] , μέλανας δρυμός & μέλας: μαύρο δάσος. [< γερμ. Schwarzwald] , μέλανας ζωμός & μέλας: ΑΡΧ. ζωμός από χοιρινό κρέας βρασμένο σε αίμα, αλάτι και ξίδι, η κύρια τροφή των αρχαίων Σπαρτιατών στα συσσίτια., τριχωτή γλώσσα βλ. τριχωτός [< αρχ. μέλας]
30126μελάσαμε-λά-σα ουσ. (θηλ.): σκουρόχρωμο, παχύρρευστο σιρόπι, παραπροϊόν της παραγωγής ζάχαρης από ζαχαροκάλαμα ή ζαχαρότευτλα. [< ιταλ. melassa, γαλλ. mélasse]
30127μέλασμαμέ-λα-σμα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. δερματική δυσχρωμία που οφείλεται σε αυξημένη παραγωγή μελανίνης και εκδηλώνεται με την εμφάνιση καφέ κηλίδων ακανόνιστου σχήματος στο μέτωπο, στα μάγουλα, στο άνω χείλος, στο πιγούνι και στο ανώτερο τμήμα του θώρακα. Πβ. μελανοδερμία, πανάδες, χλόασμα. Βλ. μελάγχρωση. [< αρχ. μέλασμα 'μαύρη κηλίδα', γαλλ.-αγγλ. melasma]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.