Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [30800-30820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30122μελανωτήραςμε-λα-νω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μελανοταινία ειδική για σφραγίδες. Πβ. ταμπόν. Βλ. -τήρας.
30123μελανωτήςμε-λα-νω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. τόνερ. 2. καλλιτέχνης ή τεχνίτης που σχεδιάζει ή καλύπτει με μελάνι μια επιφάνεια.
30124μελάςμε-λάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): παραγωγός ή έμπορος μελιού. Βλ. -άς.
30125μέλας, -αινα, -αν μέ-λας επίθ. {μέλ-ανος, -ανα} (αρχαιοπρ.): μόνο στα ● ΣΥΜΠΛ.: μέλαν σώμα: ΦΥΣ. ιδεατό σώμα που απορροφά, χωρίς να αντανακλά ή να διαχέει, κάθε προσπίπτουσα ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. [< γαλλ. corps noir] , μέλανας δρυμός & μέλας: μαύρο δάσος. [< γερμ. Schwarzwald] , μέλανας ζωμός & μέλας: ΑΡΧ. ζωμός από χοιρινό κρέας βρασμένο σε αίμα, αλάτι και ξίδι, η κύρια τροφή των αρχαίων Σπαρτιατών στα συσσίτια., τριχωτή γλώσσα βλ. τριχωτός [< αρχ. μέλας]
30126μελάσαμε-λά-σα ουσ. (θηλ.): σκουρόχρωμο, παχύρρευστο σιρόπι, παραπροϊόν της παραγωγής ζάχαρης από ζαχαροκάλαμα ή ζαχαρότευτλα. [< ιταλ. melassa, γαλλ. mélasse]
30127μέλασμαμέ-λα-σμα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. δερματική δυσχρωμία που οφείλεται σε αυξημένη παραγωγή μελανίνης και εκδηλώνεται με την εμφάνιση καφέ κηλίδων ακανόνιστου σχήματος στο μέτωπο, στα μάγουλα, στο άνω χείλος, στο πιγούνι και στο ανώτερο τμήμα του θώρακα. Πβ. μελανοδερμία, πανάδες, χλόασμα. Βλ. μελάγχρωση. [< αρχ. μέλασμα 'μαύρη κηλίδα', γαλλ.-αγγλ. melasma]
30128μελατονίνημε-λα-το-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ορμόνη που εκκρίνεται από την επίφυση, δρα ως νευροδιαβιβαστής και ρυθμίζει τους βιολογικούς ρυθμούς (π.χ. ύπνο, σεξουαλική ωρίμανση). Βλ. -ίνη, σεροτονίνη. [< αγγλ. melatonin, 1958, γαλλ. mélatonine, περ. 1960]
30129μελάτος, η, ο [μελᾶτος] με-λά-τος επίθ.: πυκνόρρευστος και μαλακός· γλυκός σαν μέλι. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μελάτο αβγό & αβγό μελάτο: που δεν έχει βράσει πολύ και ο κρόκος του είναι ακόμη παχύρρευστος. Βλ. σφιχτός.
30130μελαχρινός, ή, ό με-λα-χρι-νός επίθ.: που έχει σκούρα καφέ ή μαύρα μαλλιά και συνήθ. σκούρα επιδερμίδα· σκουρόχρωμος: ~ός: άντρας. (ως ουσ.) Οι ~ές. ● Υποκ.: μελαχρινούλα (η). Βλ. καστανός, ξανθός.|| ~ό: δέρμα/πρόσωπο (ΑΝΤ. ανοιχτόχρωμο, άσπρο, λευκό). ΣΥΝ. μελαμψός & μελαψός [< μεσν. μελαχρινός – παλαιότ. ορθογρ. μελαχροινός]
30131μελαψόςβλ. μελαμψός
30132μελεαγρίδαμε-λε-α-γρί-δα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΟΡΝΙΘ. φραγκόκοτα. [< αρχ. μελεαγρίς]
30133μέλειμέ-λει ρ. (μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (προφ.): απασχολεί, ενδιαφέρει, νοιάζει: Δεν με ~ τι θα πεις! Τι σε ~ εσένα; Να μη σε ~ τι θα κάνω! ● ΦΡ.: από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει/μέλει κι αν καεί βλ. πίτα [< αρχ. μέλει]
30134μελένιος, ια, ιο με-λέ-νιος επίθ. 1. που έχει το χρώμα του μελιού: ~ια: μάτια (= μελί). Βλ. -ένιος. 2. (μτφ.) γλυκός: ~ια: γεύση/φωνή. ~ιο: χαμόγελο. 3. (σπάν.) παρασκευασμένος με μέλι: ~ιος: χαλβάς.
30135μελετάωβλ. μελετώ
30136μελέτημε-λέ-τη ουσ. (θηλ.) {μελετ-ών} 1. έρευνα, εξέταση συγκεκριμένου αντικειμένου, θέματος· συνεκδ. γραπτή έκθεση όπου περιγράφονται η ερευνητική διαδικασία και τα πορίσματά της: αναλογιστική/ανεξάρτητη/εμπεριστατωμένη/εξειδικευμένη/επιστημονική/εργαστηριακή/ιστορική/κλινική/κριτική/ολοκληρωμένη/πειραματική/προκαταρκτική (= προ~)/συγκριτική/τεκμηριωμένη ~ (πβ. σπουδή). Αναπτυξιακές/κλαδικές ~ες. ~ πυροπροστασίας/φωτισμού. ~ του ινστιτούτου/πανεπιστημίου ... ~ σε βάθος ενός φαινομένου. Ανάθεση/δημοπράτηση/εκπόνηση/επιτροπή/εταιρεία/κέντρο/χρηματοδότηση ~ης. Υπό ~ (= μελετάται) το ζήτημα ... Η αστρονομία ασχολείται με τη ~ των ουράνιων σωμάτων. Εγκρίθηκε/παραδόθηκε/παρουσιάστηκε (η) περιβαλλοντική ~ για το λιμάνι ... Νέα/πρόσφατη ~ του ηλιακού συστήματος έδειξε/επιβεβαιώνει/προβλέπει ότι ... || Περιεχόμενο/περίληψη/σύνταξη ~ης. Η παρούσα ~ πραγματεύεται/στοχεύει ... (Έγραψε) ~ες (= πραγματείες) για την ελληνική γλώσσα. Δημοσιευμένες ~ες (= άρθρα). Πτυχιακές ~ες (= εργασίες). Συλλογή ~ών. Διαβάζω μια ~ για την προϊστορική τέχνη. Πβ. διατριβή. 2. (ειδικότ.) επιστημονικός σχεδιασμός και προγραμματισμός κατασκευής ενός έργου: αρχιτεκτονική/κυκλοφοριακή/μηχανολογική/πολεοδομική/χωροταξική ~. Στατικές ~ες κτιρίων. ~ βιωσιμότητας/σκοπιμότητας (π.χ. για την ίδρυση νοσηλευτικής μονάδας). Τεχνικό Γραφείο ~ών και κατασκευών. 3. διάβασμα για κατανόηση και μάθηση: επίπονη/προσεκτική/συστηματική ~. Οδηγός/στρατηγικές ~ης για μαθητές. Αίθουσες/χώροι ~ης του πανεπιστημίου (: αναγνωστήριο, βιβλιοθήκη, σπουδαστήριο). Πβ. ανάγνωση. ● Υποκ.: μελετούλα (η). ● ΣΥΜΠΛ.: επίσκεψη μελέτης & ταξίδι μελέτης: που γίνεται με σκοπό την εξέταση ενός θέματος, τη συλλογή πληροφοριών ή/και την ανταλλαγή απόψεων πάνω σε αυτό: ~ ~ εκπαιδευτικών/επιχειρηματιών αγροτουρισμού. [< αγγλ. case study trip] , έρευνα/μελέτη πεδίου βλ. πεδίο, μελέτη περίπτωσης βλ. περίπτωση, τυφλή μελέτη βλ. τυφλός [< μτγν. μελέτη, αγγλ. study, γαλλ. étude]
30137μελέτημαμε-λέ-τη-μα ουσ. (ουδ.) {μελετήμ-ατα, συνηθέστ. στον πληθ.}: γραπτό κείμενο, αποτέλεσμα μελέτης, έρευνας σε έναν τομέα του επιστητού: επιστημονικά/ιστορικά/λογοτεχνικά/νομικά/φιλολογικά ~ατα. ~ για τη σύγχρονη πεζογραφία/το έργο του ... Πβ. διατριβή, εργασία, πόνημα, πραγματεία. [< αρχ. μελέτημα 'εξάσκηση']
30138μελετημένος, η, ο με-λε-τη-μέ-νος επίθ. 1. που τον έχουν μελετήσει προσεκτικά και σε βάθος: ~ος: σχεδιασμός. ~η: κίνηση/στρατηγική. Καλά ~ο νομοσχέδιο. Ο φωτισμός είναι ειδικά ~, ώστε να ξεκουράζει τα μάτια. Πβ. επιμελη-, προσεγ-μένος. Βλ. προ~. 2. (για πρόσ.) του οποίου το έργο έχει διαβαστεί ή/και αναλυθεί από πολλούς: Πρόκειται για έναν από τους πιο ~ους Έλληνες ποιητές. Πβ. πολυδιαβασμένος. 3. (για πρόσ.) κατάλληλα προετοιμασμένος, ενημερωμένος πάνω σε ένα θέμα· γενικότ. καλλιεργημένος, μορφωμένος: ~ος: άνθρωπος. ΣΥΝ. διαβασμένος (2) ● βλ. μελετώ [< μεσν. μελετημένος]
30139μελετηρός, ή, ό με-λε-τη-ρός επίθ.: για πρόσωπο που του αρέσει να μελετά (πολύ): ~ός: μαθητής/φοιτητής. Πβ. επιμελής, φιλομαθής. Βλ. -ηρός. ΣΥΝ. διαβαστερός (1) [< αρχ. μελετηρός 'επιμελής']
30140μελετηρότηταμε-λε-τη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μελετηρού. Πβ. επιμέλεια. Βλ. -ότητα.
30141μελετητήριομε-λε-τη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): χώρος, συνήθ. αίθουσα, για διάβασμα, μελέτη. Πβ. αναγνωσ-, σπουδασ-τήριο, βιβλιοθήκη. [< μτγν. μελετητήριον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.