| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30142 | μελετητής | με-λε-τη-τής ουσ. (αρσ.) {θηλ. μελετήτρια} 1. ερευνητής συγκεκριμένου τομέα του επιστητού: διορατικός/νηφάλιος/σοβαρός/υπεύθυνος ~ της γλώσσας/ιστορίας/τέχνης. ~ές της Αγίας Γραφής. 2. (ειδικότ.) ειδικός ή γραφείο που εκπονεί τεχνικές κυρ. μελέτες: ανάδοχος/γενικός/επιβλέπων ~. ~ δημοσίων/ιδιωτικών έργων. Βλ. εργο-λάβος, -λήπτης. [< πβ. μτγν. μελετητής ‘αυτός που κάνει ασκήσεις απαγγελίας’] | |
| 30143 | μελετητικός | , ή, ό με-λε-τη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη μελέτη συνήθ. τεχνικών έργων: ~ός: κλάδος/φορέας. ~ή: εταιρεία (βλ. κατασκευαστική). ~ό: γραφείο/πτυχίο. [< μτγν. μελετητικός 'αυτός ο οποίος στοχάζεται'] | |
| 30144 | μελετώ | [μελετῶ] με-λε-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μελετάς, -ά κ. -άει ... | μελέτ-ησα, -ήσει, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας, -ώμενος, -ημένος} & μελετάω 1. εξετάζω, διεξάγω έρευνα: Η εταιρεία ~ά την αγορά δύο νέων πλοίων. Επιστήμονες έχουν ~ήσει (= ερευνήσει) την επίδραση του καπνίσματος στην υγεία. ~άται η κατασκευή νέου αιολικού πάρκου. Στην παρούσα εργασία ~ήθηκε ... Το θέμα/η πρόταση θα/πρέπει να ~ηθεί αναλυτικά/εκτενώς/περαιτέρω/προσεκτικά. ~ώντας τις κλιματικές αλλαγές, διαπίστωσε ότι ... Υπήρξαν αντιδράσεις στο ~ώμενο (: υπό μελέτη) σχέδιο. Πβ. διερευνώ. Βλ. προ~. 2. διαβάζω ή εξασκούμαι σε κάτι, για να το κατανοήσω, να το μάθω: ~άει πολλές ώρες την εβδομάδα βιολί/τον καινούργιο της ρόλο/τους αρχαίους Έλληνες τραγικούς (ενν. τα έργα τους). Πόσες ώρες την ημέρα ~άς; 3. (προφ.) κάνω λόγο για κάποιον ή κάτι, το(ν) σκέφτομαι: Πάνω που σε ~ούσαμε (= είχαμε την κουβέντα σου), ήρθες. Μην το ~άς και πολύ, γιατί θα το γρουσουζέψεις! 4. (σπάν.-λαϊκότ.) (συνήθ. + να) σκοπεύω, σχεδιάζω, λογαριάζω: ~άμε να πάμε ένα ταξίδι στο εξωτερικό. Πβ. προτίθεμαι. ● βλ. μελετημένος [< αρχ. μελετῶ] | |
| 30145 | μέλημα | μέ-λη-μα ουσ. (ουδ.) {μελήμ-ατα} (λόγ.): φροντίδα, έγνοια, ενδιαφέρον: βασικό/κύριο/μοναδικό/μόνιμο/σταθερό ~. Πρωταρχικό/πρώτιστο ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης η προστασία του περιβάλλοντος. Ένα από τα πρώτα ~ατα της νέας διοίκησης είναι ... Πβ. επιδίωξη, μέριμνα, προτεραιότητα, στόχος, χρέος. [< αρχ. μέλημα] | |
| 30147 | μελής | , -ιά, -ί με-λής επίθ. & μελί {άκλ.}: που έχει το χρώμα του μελιού: ~ιά/~ί: μαλλιά/μάτια. Πβ. καστανός, καφέ. ● Ουσ.: μελί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα: ανοιχτό/βαθύ/σκούρο ~. | |
| 30148 | μέλι | μέ-λι ουσ. (ουδ.) {μελ-ιού (λόγ.) μέλιτος} 1. φυσική, γλυκιά και αρωματική, ημίρευστη θρεπτική ουσία που παράγουν οι μέλισσες του είδους Apis mellifera από το νέκταρ των φυτών ή από διάφορες φυτικές ουσίες: αγνό/βιολογικό/θυμαρίσιο/κρυσταλλωμένο ~. ~ ανθέων ή ανθόμελο (π.χ. ~ πορτοκαλιάς). Σιρόπι ~ιού. ~ από μελιτώματα (π.χ. ~ δάσους (= δασόμελο)/ελάτης, ελάτου (= ελατόμελο)/πεύκου (= πευκόμελο). Βούτυρο με ~ (βλ. μαρμελάδα). Γιαούρτι με ~ και καρύδια. Κουλουράκια/σάκχαρα (βλ. δεξτρόζη)/σάλτσα ~ιού. Φρούτα γλυκά σαν (το) ~. Βλ. βασιλικός πολτός, ρακόμελο, υδρο~. 2. (μτφ.-προφ.) πολύ γλυκός ή ευχάριστος: Τα πορτοκάλια/τα σύκα είναι ~. Βλ. ξίδι.|| Καλά, ~ έχει κι είσαι συνέχεια κοντά της; Λόγια όλο ~. ● Υποκ.: μελάκι (το). ● ΣΥΜΠΛ.: ο μήνας του μέλιτος: περίοδος αρμονίας, ευτυχίας που ακολουθεί έναν γάμο, κατά την οποία πραγματοποιείται συνήθ. το γαμήλιο ταξίδι., το ταξίδι του μέλιτος: το γαμήλιο ταξίδι. ● ΦΡ.: βάζω το δάχτυλο στο μέλι (προφ.): απολαμβάνω, καρπώνομαι κάτι, συνήθ. χρηματικό ποσό: Μυρίστηκαν χρήμα και έσπευσαν να βάλουν ~ ~., μέσα/μες στα μέλια/σιρόπια (μτφ.-προφ.) 1. για νέο, συνήθ., ζευγάρι που εκδηλώνει με έντονο τρόπο τον έρωτά του: Είναι συνέχεια ~ ~ (: αγκαλίτσες, φιλάκια, χαδάκια). Πβ. ζαχάρωμα. 2. (κατ' επέκτ.) για να δηλωθούν πολύ στενές και καλές σχέσεις., να σε κάψω Γιάννη (μου), να σ' αλείψω λάδι/μέλι (παροιμ.): για ενέργεια ή συμπεριφορά αντιφατική, διπρόσωπη ή υποκριτική., (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει μέλι βλ. στάζω, (κολλάω) σαν τη μύγα (μες) στο μέλι βλ. μύγα, αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι βλ. αγάλι, ακρίδες και μέλι (άγριο) βλ. ακρίδα, καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) βλ. γριά, μέλι-γάλα/μέλι και γάλα βλ. γάλα, όλο λάδι/όλο μέλι/μέλι μέλι/λάδι λάδι και από τηγανίτα τίποτα βλ. τηγανίτα, τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι βλ. λόγια, τζάμπα ξίδι, γλυκό σαν μέλι βλ. τζάμπα [< αρχ. μέλι] | |
| 30149 | μελιά | με-λιά ουσ. (θηλ.) & μελία: ΒΟΤ. φράξος ή φλαμουριά. [< αρχ. μελία] | |
| 30150 | μελία | με-λί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. καλλωπιστικό φυλλοβόλο δέντρο με αρωματικά άνθη (επιστ. ονομασ. Melia Azedarach), ιθαγενές της Ασίας και της Αυστραλίας. [< αρχ. μελία, γαλλ. mélia, αγγλ. melia] | |
| 30151 | μελίγκρα | με-λί-γκρα ουσ. (θηλ.) (συνήθ. περιληπτ.): ΓΕΩΠ. μικρό πράσινο ή καφέ παρασιτικό έντομο, με ή χωρίς φτερά, που τρέφεται από τους χυμούς των φυτών καταστρέφοντάς τα: Οι τριανταφυλλιές γέμισαν ~. Βλ. τετράνυχος, φυλλοξήρα. ΣΥΝ. αφίδα [< αρχ. μελίκηρα] | |
| 30152 | μελικός | , ή, ό με-λι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τη μελική ποίηση: ~οί: ποιητές. Βλ. ελεγειακός, ιαμβι-, χορι-κός. ● ΣΥΜΠΛ.: μελική ποίηση: (στην αρχαία Ελλάδα) είδος λυρικής ποίησης που τραγουδιόταν. Πβ. μέλος2. [< μτγν. μελικός] | |
| 30153 | μελίρρυτος | , η, ο με-λίρ-ρυ-τος επίθ. (αρχαιοπρ.): (για ομιλία) που χαρακτηρίζεται από γλυκύτητα: ~ος: λόγος. ~η: φωνή (= μελιστάλαχτη).|| ~ος: ρήτορας. [< αρχ. μελίρρυτος] | |
| 30154 | μέλισμα | μέ-λι-σμα ουσ. (ουδ.) {μελίσμ-ατα, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΜΟΥΣ. φωνητικό ή οργανικό μουσικό στοιχείο που εμπλουτίζει μια μελωδία: βυζαντινά/λαϊκά ~ατα. Πβ. ποίκιλμα. [< μτγν. μέλισμα] | |
| 30155 | μελισματικός | , ή, ό με-λι-σμα-τι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που χαρακτηρίζεται από μελίσματα: ~ό: τραγούδι. | |
| 30156 | μελισμός | με-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Μ) παράσταση του Χριστού με τη μορφή γυμνού βρέφους πάνω στην Αγία Τράπεζα, που συμβολίζει τη μετουσίωση του άρτου σε Σώμα και του οίνου σε Αίμα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. τεμαχισμός: ~ του Άρτου. 3. ΜΟΥΣ. (σπάν.) μέλισμα. Βλ. -ισμός. [< μτγν. μελισμός] | |
| 30157 | μέλισσα | μέ-λισ-σα ουσ. (θηλ.) {μελισσ-ών} 1. ΖΩΟΛ. υμενόπτερο κοινωνικό έντομο (επιστ. ονομασ. Apis mellifera) που παράγει μέλι, κερί και βασιλικό πολτό: το κεντρί της ~ας. Αποικία/γύρη/κυψέλη/σμήνος ~ών. Η κοινωνία/ο χορός των ~ών. Οι ~ες βουίζουν. Βλ. αγριο~, βασίλισσα, εργάτρια, κηφήνας.|| (μτφ.) Είναι εργατική σαν ~. 2. {κ. στον πληθ.} ομαδικό παιδικό παιχνίδι με το χαρακτηριστικό τραγούδι "περνά περνά η μέλισσα". 3. ΒΟΤ. (σπάν.-λαϊκότ.) μελισσόχορτο. ● Υποκ.: μελισσάκι (το): κυρ. στη σημ. 1., μελισσούλα (η): μόνο στη σημ. 1. [< 1,2: αρχ. μέλισσα] | |
| 30158 | μελίσσι | με-λίσ-σι ουσ. (ουδ.) {μελισσ-ιού | -ιών} 1. κοινωνία, σμήνος μελισσών, συνήθ. σε κυψέλη. Πβ. σμάρι. 2. κυψέλη· (γενικότ., στον πληθ.) μέρος, χώρος τοποθέτησης κυψελών. Πβ. κουβέλι, μελισσοκομείο, μελισσώνας. 3. (μτφ.) {σπανιότ. στον πληθ.} θορυβώδες πλήθος προσώπων: χαρούμενο ~ παιδιών. Το αεροδρόμιο θυμίζει πολύβουο ~ τουριστών. [< μτγν. μελίσσιον 'σμήνος μελισσών'] | |
| 30159 | μελισσο- & μελισσό- & μελισσ- | : το ουσιαστικό μέλισσα ως α' συνθετικό λέξεων: μελισσο-κόφινο/~κόμος.|| Μελισσ-ώνας.|| Mελισσο-λόι.|| (ΒΟΤ.) Μελισσό-χορτο. | |
| 30160 | μελισσοβότανο | με-λισ-σο-βό-τα-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μελισσόχορτο. ΣΥΝ. μέλισσα (3) [< μτγν. μελισσοβότανον] | |
| 30161 | μελισσοθεραπεία | με-λισ-σο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): χρήση των προϊόντων που παράγουν οι μέλισσες (μέλι, κερί, γύρη, πρόπολη, βασιλικός πολτός), για θεραπευτικούς κυρ. σκοπούς. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. apitherapy, γαλλ. apithérapie] | |
| 30162 | μελισσοκέρι | με-λισ-σο-κέ-ρι ουσ. (ουδ.): κερί που προέρχεται από παλιές συνήθ. κηρήθρες: λαμπάδα από αγνό/κίτρινο ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ