| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30128 | μελατονίνη | με-λα-το-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ορμόνη που εκκρίνεται από την επίφυση, δρα ως νευροδιαβιβαστής και ρυθμίζει τους βιολογικούς ρυθμούς (π.χ. ύπνο, σεξουαλική ωρίμανση). Βλ. -ίνη, σεροτονίνη. [< αγγλ. melatonin, 1958, γαλλ. mélatonine, περ. 1960] | |
| 30129 | μελάτος | , η, ο [μελᾶτος] με-λά-τος επίθ.: πυκνόρρευστος και μαλακός· γλυκός σαν μέλι. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μελάτο αβγό & αβγό μελάτο: που δεν έχει βράσει πολύ και ο κρόκος του είναι ακόμη παχύρρευστος. Βλ. σφιχτός. | |
| 30130 | μελαχρινός | , ή, ό με-λα-χρι-νός επίθ.: που έχει σκούρα καφέ ή μαύρα μαλλιά και συνήθ. σκούρα επιδερμίδα· σκουρόχρωμος: ~ός: άντρας. (ως ουσ.) Οι ~ές. ● Υποκ.: μελαχρινούλα (η). Βλ. καστανός, ξανθός.|| ~ό: δέρμα/πρόσωπο (ΑΝΤ. ανοιχτόχρωμο, άσπρο, λευκό). ΣΥΝ. μελαμψός & μελαψός [< μεσν. μελαχρινός – παλαιότ. ορθογρ. μελαχροινός] | |
| 30131 | μελαψός | βλ. μελαμψός | |
| 30132 | μελεαγρίδα | με-λε-α-γρί-δα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΟΡΝΙΘ. φραγκόκοτα. [< αρχ. μελεαγρίς] | |
| 30133 | μέλει | μέ-λει ρ. (μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (προφ.): απασχολεί, ενδιαφέρει, νοιάζει: Δεν με ~ τι θα πεις! Τι σε ~ εσένα; Να μη σε ~ τι θα κάνω! ● ΦΡ.: από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει/μέλει κι αν καεί βλ. πίτα [< αρχ. μέλει] | |
| 30134 | μελένιος | , ια, ιο με-λέ-νιος επίθ. 1. που έχει το χρώμα του μελιού: ~ια: μάτια (= μελί). Βλ. -ένιος. 2. (μτφ.) γλυκός: ~ια: γεύση/φωνή. ~ιο: χαμόγελο. 3. (σπάν.) παρασκευασμένος με μέλι: ~ιος: χαλβάς. | |
| 30135 | μελετάω | βλ. μελετώ | |
| 30136 | μελέτη | με-λέ-τη ουσ. (θηλ.) {μελετ-ών} 1. έρευνα, εξέταση συγκεκριμένου αντικειμένου, θέματος· συνεκδ. γραπτή έκθεση όπου περιγράφονται η ερευνητική διαδικασία και τα πορίσματά της: αναλογιστική/ανεξάρτητη/εμπεριστατωμένη/εξειδικευμένη/επιστημονική/εργαστηριακή/ιστορική/κλινική/κριτική/ολοκληρωμένη/πειραματική/προκαταρκτική (= προ~)/συγκριτική/τεκμηριωμένη ~ (πβ. σπουδή). Αναπτυξιακές/κλαδικές ~ες. ~ πυροπροστασίας/φωτισμού. ~ του ινστιτούτου/πανεπιστημίου ... ~ σε βάθος ενός φαινομένου. Ανάθεση/δημοπράτηση/εκπόνηση/επιτροπή/εταιρεία/κέντρο/χρηματοδότηση ~ης. Υπό ~ (= μελετάται) το ζήτημα ... Η αστρονομία ασχολείται με τη ~ των ουράνιων σωμάτων. Εγκρίθηκε/παραδόθηκε/παρουσιάστηκε (η) περιβαλλοντική ~ για το λιμάνι ... Νέα/πρόσφατη ~ του ηλιακού συστήματος έδειξε/επιβεβαιώνει/προβλέπει ότι ... || Περιεχόμενο/περίληψη/σύνταξη ~ης. Η παρούσα ~ πραγματεύεται/στοχεύει ... (Έγραψε) ~ες (= πραγματείες) για την ελληνική γλώσσα. Δημοσιευμένες ~ες (= άρθρα). Πτυχιακές ~ες (= εργασίες). Συλλογή ~ών. Διαβάζω μια ~ για την προϊστορική τέχνη. Πβ. διατριβή. 2. (ειδικότ.) επιστημονικός σχεδιασμός και προγραμματισμός κατασκευής ενός έργου: αρχιτεκτονική/κυκλοφοριακή/μηχανολογική/πολεοδομική/χωροταξική ~. Στατικές ~ες κτιρίων. ~ βιωσιμότητας/σκοπιμότητας (π.χ. για την ίδρυση νοσηλευτικής μονάδας). Τεχνικό Γραφείο ~ών και κατασκευών. 3. διάβασμα για κατανόηση και μάθηση: επίπονη/προσεκτική/συστηματική ~. Οδηγός/στρατηγικές ~ης για μαθητές. Αίθουσες/χώροι ~ης του πανεπιστημίου (: αναγνωστήριο, βιβλιοθήκη, σπουδαστήριο). Πβ. ανάγνωση. ● Υποκ.: μελετούλα (η). ● ΣΥΜΠΛ.: επίσκεψη μελέτης & ταξίδι μελέτης: που γίνεται με σκοπό την εξέταση ενός θέματος, τη συλλογή πληροφοριών ή/και την ανταλλαγή απόψεων πάνω σε αυτό: ~ ~ εκπαιδευτικών/επιχειρηματιών αγροτουρισμού. [< αγγλ. case study trip] , έρευνα/μελέτη πεδίου βλ. πεδίο, μελέτη περίπτωσης βλ. περίπτωση, τυφλή μελέτη βλ. τυφλός [< μτγν. μελέτη, αγγλ. study, γαλλ. étude] | |
| 30137 | μελέτημα | με-λέ-τη-μα ουσ. (ουδ.) {μελετήμ-ατα, συνηθέστ. στον πληθ.}: γραπτό κείμενο, αποτέλεσμα μελέτης, έρευνας σε έναν τομέα του επιστητού: επιστημονικά/ιστορικά/λογοτεχνικά/νομικά/φιλολογικά ~ατα. ~ για τη σύγχρονη πεζογραφία/το έργο του ... Πβ. διατριβή, εργασία, πόνημα, πραγματεία. [< αρχ. μελέτημα 'εξάσκηση'] | |
| 30138 | μελετημένος | , η, ο με-λε-τη-μέ-νος επίθ. 1. που τον έχουν μελετήσει προσεκτικά και σε βάθος: ~ος: σχεδιασμός. ~η: κίνηση/στρατηγική. Καλά ~ο νομοσχέδιο. Ο φωτισμός είναι ειδικά ~, ώστε να ξεκουράζει τα μάτια. Πβ. επιμελη-, προσεγ-μένος. Βλ. προ~. 2. (για πρόσ.) του οποίου το έργο έχει διαβαστεί ή/και αναλυθεί από πολλούς: Πρόκειται για έναν από τους πιο ~ους Έλληνες ποιητές. Πβ. πολυδιαβασμένος. 3. (για πρόσ.) κατάλληλα προετοιμασμένος, ενημερωμένος πάνω σε ένα θέμα· γενικότ. καλλιεργημένος, μορφωμένος: ~ος: άνθρωπος. ΣΥΝ. διαβασμένος (2) ● βλ. μελετώ [< μεσν. μελετημένος] | |
| 30139 | μελετηρός | , ή, ό με-λε-τη-ρός επίθ.: για πρόσωπο που του αρέσει να μελετά (πολύ): ~ός: μαθητής/φοιτητής. Πβ. επιμελής, φιλομαθής. Βλ. -ηρός. ΣΥΝ. διαβαστερός (1) [< αρχ. μελετηρός 'επιμελής'] | |
| 30140 | μελετηρότητα | με-λε-τη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μελετηρού. Πβ. επιμέλεια. Βλ. -ότητα. | |
| 30141 | μελετητήριο | με-λε-τη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): χώρος, συνήθ. αίθουσα, για διάβασμα, μελέτη. Πβ. αναγνωσ-, σπουδασ-τήριο, βιβλιοθήκη. [< μτγν. μελετητήριον] | |
| 30142 | μελετητής | με-λε-τη-τής ουσ. (αρσ.) {θηλ. μελετήτρια} 1. ερευνητής συγκεκριμένου τομέα του επιστητού: διορατικός/νηφάλιος/σοβαρός/υπεύθυνος ~ της γλώσσας/ιστορίας/τέχνης. ~ές της Αγίας Γραφής. 2. (ειδικότ.) ειδικός ή γραφείο που εκπονεί τεχνικές κυρ. μελέτες: ανάδοχος/γενικός/επιβλέπων ~. ~ δημοσίων/ιδιωτικών έργων. Βλ. εργο-λάβος, -λήπτης. [< πβ. μτγν. μελετητής ‘αυτός που κάνει ασκήσεις απαγγελίας’] | |
| 30143 | μελετητικός | , ή, ό με-λε-τη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη μελέτη συνήθ. τεχνικών έργων: ~ός: κλάδος/φορέας. ~ή: εταιρεία (βλ. κατασκευαστική). ~ό: γραφείο/πτυχίο. [< μτγν. μελετητικός 'αυτός ο οποίος στοχάζεται'] | |
| 30144 | μελετώ | [μελετῶ] με-λε-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μελετάς, -ά κ. -άει ... | μελέτ-ησα, -ήσει, -άται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας, -ώμενος, -ημένος} & μελετάω 1. εξετάζω, διεξάγω έρευνα: Η εταιρεία ~ά την αγορά δύο νέων πλοίων. Επιστήμονες έχουν ~ήσει (= ερευνήσει) την επίδραση του καπνίσματος στην υγεία. ~άται η κατασκευή νέου αιολικού πάρκου. Στην παρούσα εργασία ~ήθηκε ... Το θέμα/η πρόταση θα/πρέπει να ~ηθεί αναλυτικά/εκτενώς/περαιτέρω/προσεκτικά. ~ώντας τις κλιματικές αλλαγές, διαπίστωσε ότι ... Υπήρξαν αντιδράσεις στο ~ώμενο (: υπό μελέτη) σχέδιο. Πβ. διερευνώ. Βλ. προ~. 2. διαβάζω ή εξασκούμαι σε κάτι, για να το κατανοήσω, να το μάθω: ~άει πολλές ώρες την εβδομάδα βιολί/τον καινούργιο της ρόλο/τους αρχαίους Έλληνες τραγικούς (ενν. τα έργα τους). Πόσες ώρες την ημέρα ~άς; 3. (προφ.) κάνω λόγο για κάποιον ή κάτι, το(ν) σκέφτομαι: Πάνω που σε ~ούσαμε (= είχαμε την κουβέντα σου), ήρθες. Μην το ~άς και πολύ, γιατί θα το γρουσουζέψεις! 4. (σπάν.-λαϊκότ.) (συνήθ. + να) σκοπεύω, σχεδιάζω, λογαριάζω: ~άμε να πάμε ένα ταξίδι στο εξωτερικό. Πβ. προτίθεμαι. ● βλ. μελετημένος [< αρχ. μελετῶ] | |
| 30145 | μέλημα | μέ-λη-μα ουσ. (ουδ.) {μελήμ-ατα} (λόγ.): φροντίδα, έγνοια, ενδιαφέρον: βασικό/κύριο/μοναδικό/μόνιμο/σταθερό ~. Πρωταρχικό/πρώτιστο ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης η προστασία του περιβάλλοντος. Ένα από τα πρώτα ~ατα της νέας διοίκησης είναι ... Πβ. επιδίωξη, μέριμνα, προτεραιότητα, στόχος, χρέος. [< αρχ. μέλημα] | |
| 30147 | μελής | , -ιά, -ί με-λής επίθ. & μελί {άκλ.}: που έχει το χρώμα του μελιού: ~ιά/~ί: μαλλιά/μάτια. Πβ. καστανός, καφέ. ● Ουσ.: μελί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα: ανοιχτό/βαθύ/σκούρο ~. | |
| 30148 | μέλι | μέ-λι ουσ. (ουδ.) {μελ-ιού (λόγ.) μέλιτος} 1. φυσική, γλυκιά και αρωματική, ημίρευστη θρεπτική ουσία που παράγουν οι μέλισσες του είδους Apis mellifera από το νέκταρ των φυτών ή από διάφορες φυτικές ουσίες: αγνό/βιολογικό/θυμαρίσιο/κρυσταλλωμένο ~. ~ ανθέων ή ανθόμελο (π.χ. ~ πορτοκαλιάς). Σιρόπι ~ιού. ~ από μελιτώματα (π.χ. ~ δάσους (= δασόμελο)/ελάτης, ελάτου (= ελατόμελο)/πεύκου (= πευκόμελο). Βούτυρο με ~ (βλ. μαρμελάδα). Γιαούρτι με ~ και καρύδια. Κουλουράκια/σάκχαρα (βλ. δεξτρόζη)/σάλτσα ~ιού. Φρούτα γλυκά σαν (το) ~. Βλ. βασιλικός πολτός, ρακόμελο, υδρο~. 2. (μτφ.-προφ.) πολύ γλυκός ή ευχάριστος: Τα πορτοκάλια/τα σύκα είναι ~. Βλ. ξίδι.|| Καλά, ~ έχει κι είσαι συνέχεια κοντά της; Λόγια όλο ~. ● Υποκ.: μελάκι (το). ● ΣΥΜΠΛ.: ο μήνας του μέλιτος: περίοδος αρμονίας, ευτυχίας που ακολουθεί έναν γάμο, κατά την οποία πραγματοποιείται συνήθ. το γαμήλιο ταξίδι., το ταξίδι του μέλιτος: το γαμήλιο ταξίδι. ● ΦΡ.: βάζω το δάχτυλο στο μέλι (προφ.): απολαμβάνω, καρπώνομαι κάτι, συνήθ. χρηματικό ποσό: Μυρίστηκαν χρήμα και έσπευσαν να βάλουν ~ ~., μέσα/μες στα μέλια/σιρόπια (μτφ.-προφ.) 1. για νέο, συνήθ., ζευγάρι που εκδηλώνει με έντονο τρόπο τον έρωτά του: Είναι συνέχεια ~ ~ (: αγκαλίτσες, φιλάκια, χαδάκια). Πβ. ζαχάρωμα. 2. (κατ' επέκτ.) για να δηλωθούν πολύ στενές και καλές σχέσεις., να σε κάψω Γιάννη (μου), να σ' αλείψω λάδι/μέλι (παροιμ.): για ενέργεια ή συμπεριφορά αντιφατική, διπρόσωπη ή υποκριτική., (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει μέλι βλ. στάζω, (κολλάω) σαν τη μύγα (μες) στο μέλι βλ. μύγα, αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι βλ. αγάλι, ακρίδες και μέλι (άγριο) βλ. ακρίδα, καλόμαθε/γλυκάθηκε η γριά στα σύκα (θα φάει/κι έφαγε και τα συκόφυλλα) βλ. γριά, μέλι-γάλα/μέλι και γάλα βλ. γάλα, όλο λάδι/όλο μέλι/μέλι μέλι/λάδι λάδι και από τηγανίτα τίποτα βλ. τηγανίτα, τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι βλ. λόγια, τζάμπα ξίδι, γλυκό σαν μέλι βλ. τζάμπα [< αρχ. μέλι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ