Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [30840-30860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30163μελισσόκηποςμε-λισ-σό-κη-πος ουσ. (αρσ.): μελισσοκομείο. Βλ. -κηπος.
30164μελισσοκομείο[μελισσοκομεῖο] με-λισ-σο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): χώρος συστηματικής εκτροφής μελισσών σε κυψέλες. Βλ. -κομείο. ΣΥΝ. μελίσσι (2), μελισσόκηπος, μελισσοτροφείο, μελισσουργείο
30165μελισσοκομίαμε-λισ-σο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): συστηματική φροντίδα και εκτροφή μελισσών για παραγωγή κυρ. μελιού και κεριού· ο αντίστοιχος κλάδος: βιολογική ~. Βλ. -κομία. ΣΥΝ. μελισσοτροφία, μελισσουργία [< γαλλ. apiculture]
30166μελισσοκομικός, ή, ό με-λισ-σο-κο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μελισσοκομία ή τον μελισσοκόμο: ~ός: σύλλογος. ~ά: είδη/προϊόντα (: βασιλικός πολτός, κερί, μέλι, πρόπολη)/φυτά (π.χ. θυμάρι, καστανιά, πεύκο). ΣΥΝ. μελισσοτροφικός ● Ουσ.: μελισσοκομική (η): μελισσοκομία.
30167μελισσοκόμοςμε-λισ-σο-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επαγγελματίας που ασχολείται με τη μελισσοκομία. Πβ. μελισσοπαραγωγός. Βλ. -κόμος. ΣΥΝ. μελισσοτρόφος [< μτγν. μελισσοκόμος]
30168μελισσολόιμε-λισ-σο-λό-ι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.) θορυβώδες πλήθος προσώπων: ~ από παιδιά. ΣΥΝ. μελίσσι (3) 2. (σπάν.-κυριολ.) σμήνος, σμάρι μελισσών. Βλ. -λόι.
30169μελισσοπαραγωγόςμε-λισ-σο-πα-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): παραγωγός μελισσοκομικών προϊόντων, μελισσοκόμος. Βλ. -παραγωγός1.
30170μελισσόπουλομε-λισ-σό-που-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: μικρή μέλισσα: (κυρ. στην αρχή του τραγουδιού του παιδικού παιχνιδιού "μέλισσα") Περνά περνά η μέλισσα με τα ~α ... Βλ. -όπουλο.
30171μελισσόσφαιραμε-λισ-σό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): μηχανισμός ομοιόστασης του μελισσιού τον χειμώνα κατά τον οποίο οι μέλισσες συγκεντρώνονται στους διαδρόμους των κηρηθρών, με μεγαλύτερη πυκνότητα στην περιφέρεια και μικρότερη στο κέντρο.
30172μελισσοτροφείο[μελισσοτροφεῖο] με-λισ-σο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.) (σπάν.): μελισσοκομείο. Βλ. -τροφείο.
30173μελισσοτροφίαμε-λισ-σο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): μελισσοκομία. Βλ. -τροφία. ΣΥΝ. μελισσουργία
30174μελισσοτροφικός, ή, ό με-λισ-σο-τρο-φι-κός επίθ.: μελισσοκομικός.
30175μελισσοτρόφοςμε-λισ-σο-τρό-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): μελισσοκόμος. Βλ. -τρόφος. [< αρχ. μελισσοτρόφος]
30176μελισσουργείο[μελισσουργεῖο] με-λισ-σουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (σπάν.): μελισσοκομείο. [< μτγν. μελισσουργεῖον]
30177μελισσουργίαμε-λισ-σουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): μελισσοκομία. Βλ. -ουργία. [< αρχ. μελισσουργία]
30178μελισσουργόςμε-λισ-σουρ-γός ουσ. (αρσ.) 1. μελισσοκόμος. Βλ. -ουργός1. 2. ΖΩΟΛ. μελισσοφάγος. [< 1: αρχ. μελισσουργός]
30179μελισσοφάγοςμε-λισ-σο-φά-γος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μικρόσωμο αποδημητικό πουλί της Ν. Ευρώπης, Δ. Ασίας και Αφρικής (επιστ. ονομασ. Merops apiaster), με πολύχρωμο φτέρωμα και χαρακτηριστική μελωδική φωνή, που τρέφεται κυρ. με μέλισσες και σφήκες. Βλ. -φάγος. ΣΥΝ. μελισσουργός (2) [< μεσν. μελισσοφάγος]
30180μελισσόχορτομε-λισ-σό-χορ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποώδες αρωματικό φυτό της Μεσογείου και της Δ. Ασίας (επιστ. ονομασ. Μelissa officinalis) με καλλωπιστική και φαρμακευτική χρήση. ΣΥΝ. μέλισσα (3), μελισσοβότανο [< μεσν. μελισσόχορτον]
30181μελιστάλαχτος, η, ο με-λι-στά-λα-χτος επίθ. & μελιστάλακτος: που χαρακτηρίζεται από γλυκύτητα, ηρεμία (συχνά ψεύτικη ή υπερβολική): ~η: φωνή. ~ο: ύφος. ~α: λόγια (πβ. γλυκόλογα). ● επίρρ.: μελιστάλαχτα [< γαλλ. mielleux]
30182μελιταίος, α, ο [μελιταῖος] με-λι-ταί-ος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: μελιταίος πυρετός: ΙΑΤΡ.-ΚΤΗΝ. λοιμώδες νόσημα που μεταδίδεται από μολυσμένους ιστούς ή γαλακτοκομικά προϊόντα, προσβάλλει κατοικίδια ζώα και μέσω αυτών τον άνθρωπο (ζωοανθρωπονόσος), προκαλώντας χαμηλό πυρετό, κόπωση και εφιδρώσεις. Βλ. λιστέρια, σαλμονέλα, σιγκέλα. ΣΥΝ. βρουκέλωση, κυματοειδής πυρετός [< γαλλ. fièvre de Malte] [< αρχ. Μελιταῖος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.