| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30163 | μελισσόκηπος | με-λισ-σό-κη-πος ουσ. (αρσ.): μελισσοκομείο. Βλ. -κηπος. | |
| 30164 | μελισσοκομείο | [μελισσοκομεῖο] με-λισ-σο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): χώρος συστηματικής εκτροφής μελισσών σε κυψέλες. Βλ. -κομείο. ΣΥΝ. μελίσσι (2), μελισσόκηπος, μελισσοτροφείο, μελισσουργείο | |
| 30165 | μελισσοκομία | με-λισ-σο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): συστηματική φροντίδα και εκτροφή μελισσών για παραγωγή κυρ. μελιού και κεριού· ο αντίστοιχος κλάδος: βιολογική ~. Βλ. -κομία. ΣΥΝ. μελισσοτροφία, μελισσουργία [< γαλλ. apiculture] | |
| 30166 | μελισσοκομικός | , ή, ό με-λισ-σο-κο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μελισσοκομία ή τον μελισσοκόμο: ~ός: σύλλογος. ~ά: είδη/προϊόντα (: βασιλικός πολτός, κερί, μέλι, πρόπολη)/φυτά (π.χ. θυμάρι, καστανιά, πεύκο). ΣΥΝ. μελισσοτροφικός ● Ουσ.: μελισσοκομική (η): μελισσοκομία. | |
| 30167 | μελισσοκόμος | με-λισ-σο-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επαγγελματίας που ασχολείται με τη μελισσοκομία. Πβ. μελισσοπαραγωγός. Βλ. -κόμος. ΣΥΝ. μελισσοτρόφος [< μτγν. μελισσοκόμος] | |
| 30168 | μελισσολόι | με-λισ-σο-λό-ι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.) θορυβώδες πλήθος προσώπων: ~ από παιδιά. ΣΥΝ. μελίσσι (3) 2. (σπάν.-κυριολ.) σμήνος, σμάρι μελισσών. Βλ. -λόι. | |
| 30169 | μελισσοπαραγωγός | με-λισ-σο-πα-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): παραγωγός μελισσοκομικών προϊόντων, μελισσοκόμος. Βλ. -παραγωγός1. | |
| 30170 | μελισσόπουλο | με-λισ-σό-που-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: μικρή μέλισσα: (κυρ. στην αρχή του τραγουδιού του παιδικού παιχνιδιού "μέλισσα") Περνά περνά η μέλισσα με τα ~α ... Βλ. -όπουλο. | |
| 30171 | μελισσόσφαιρα | με-λισ-σό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): μηχανισμός ομοιόστασης του μελισσιού τον χειμώνα κατά τον οποίο οι μέλισσες συγκεντρώνονται στους διαδρόμους των κηρηθρών, με μεγαλύτερη πυκνότητα στην περιφέρεια και μικρότερη στο κέντρο. | |
| 30172 | μελισσοτροφείο | [μελισσοτροφεῖο] με-λισ-σο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.) (σπάν.): μελισσοκομείο. Βλ. -τροφείο. | |
| 30173 | μελισσοτροφία | με-λισ-σο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): μελισσοκομία. Βλ. -τροφία. ΣΥΝ. μελισσουργία | |
| 30174 | μελισσοτροφικός | , ή, ό με-λισ-σο-τρο-φι-κός επίθ.: μελισσοκομικός. | |
| 30175 | μελισσοτρόφος | με-λισ-σο-τρό-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): μελισσοκόμος. Βλ. -τρόφος. [< αρχ. μελισσοτρόφος] | |
| 30176 | μελισσουργείο | [μελισσουργεῖο] με-λισ-σουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (σπάν.): μελισσοκομείο. [< μτγν. μελισσουργεῖον] | |
| 30177 | μελισσουργία | με-λισ-σουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): μελισσοκομία. Βλ. -ουργία. [< αρχ. μελισσουργία] | |
| 30178 | μελισσουργός | με-λισ-σουρ-γός ουσ. (αρσ.) 1. μελισσοκόμος. Βλ. -ουργός1. 2. ΖΩΟΛ. μελισσοφάγος. [< 1: αρχ. μελισσουργός] | |
| 30179 | μελισσοφάγος | με-λισ-σο-φά-γος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μικρόσωμο αποδημητικό πουλί της Ν. Ευρώπης, Δ. Ασίας και Αφρικής (επιστ. ονομασ. Merops apiaster), με πολύχρωμο φτέρωμα και χαρακτηριστική μελωδική φωνή, που τρέφεται κυρ. με μέλισσες και σφήκες. Βλ. -φάγος. ΣΥΝ. μελισσουργός (2) [< μεσν. μελισσοφάγος] | |
| 30180 | μελισσόχορτο | με-λισ-σό-χορ-το ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποώδες αρωματικό φυτό της Μεσογείου και της Δ. Ασίας (επιστ. ονομασ. Μelissa officinalis) με καλλωπιστική και φαρμακευτική χρήση. ΣΥΝ. μέλισσα (3), μελισσοβότανο [< μεσν. μελισσόχορτον] | |
| 30181 | μελιστάλαχτος | , η, ο με-λι-στά-λα-χτος επίθ. & μελιστάλακτος: που χαρακτηρίζεται από γλυκύτητα, ηρεμία (συχνά ψεύτικη ή υπερβολική): ~η: φωνή. ~ο: ύφος. ~α: λόγια (πβ. γλυκόλογα). ● επίρρ.: μελιστάλαχτα [< γαλλ. mielleux] | |
| 30182 | μελιταίος | , α, ο [μελιταῖος] με-λι-ταί-ος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: μελιταίος πυρετός: ΙΑΤΡ.-ΚΤΗΝ. λοιμώδες νόσημα που μεταδίδεται από μολυσμένους ιστούς ή γαλακτοκομικά προϊόντα, προσβάλλει κατοικίδια ζώα και μέσω αυτών τον άνθρωπο (ζωοανθρωπονόσος), προκαλώντας χαμηλό πυρετό, κόπωση και εφιδρώσεις. Βλ. λιστέρια, σαλμονέλα, σιγκέλα. ΣΥΝ. βρουκέλωση, κυματοειδής πυρετός [< γαλλ. fièvre de Malte] [< αρχ. Μελιταῖος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ