| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30149 | μελιά | με-λιά ουσ. (θηλ.) & μελία: ΒΟΤ. φράξος ή φλαμουριά. [< αρχ. μελία] | |
| 30150 | μελία | με-λί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. καλλωπιστικό φυλλοβόλο δέντρο με αρωματικά άνθη (επιστ. ονομασ. Melia Azedarach), ιθαγενές της Ασίας και της Αυστραλίας. [< αρχ. μελία, γαλλ. mélia, αγγλ. melia] | |
| 30151 | μελίγκρα | με-λί-γκρα ουσ. (θηλ.) (συνήθ. περιληπτ.): ΓΕΩΠ. μικρό πράσινο ή καφέ παρασιτικό έντομο, με ή χωρίς φτερά, που τρέφεται από τους χυμούς των φυτών καταστρέφοντάς τα: Οι τριανταφυλλιές γέμισαν ~. Βλ. τετράνυχος, φυλλοξήρα. ΣΥΝ. αφίδα [< αρχ. μελίκηρα] | |
| 30152 | μελικός | , ή, ό με-λι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τη μελική ποίηση: ~οί: ποιητές. Βλ. ελεγειακός, ιαμβι-, χορι-κός. ● ΣΥΜΠΛ.: μελική ποίηση: (στην αρχαία Ελλάδα) είδος λυρικής ποίησης που τραγουδιόταν. Πβ. μέλος2. [< μτγν. μελικός] | |
| 30153 | μελίρρυτος | , η, ο με-λίρ-ρυ-τος επίθ. (αρχαιοπρ.): (για ομιλία) που χαρακτηρίζεται από γλυκύτητα: ~ος: λόγος. ~η: φωνή (= μελιστάλαχτη).|| ~ος: ρήτορας. [< αρχ. μελίρρυτος] | |
| 30154 | μέλισμα | μέ-λι-σμα ουσ. (ουδ.) {μελίσμ-ατα, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΜΟΥΣ. φωνητικό ή οργανικό μουσικό στοιχείο που εμπλουτίζει μια μελωδία: βυζαντινά/λαϊκά ~ατα. Πβ. ποίκιλμα. [< μτγν. μέλισμα] | |
| 30155 | μελισματικός | , ή, ό με-λι-σμα-τι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που χαρακτηρίζεται από μελίσματα: ~ό: τραγούδι. | |
| 30156 | μελισμός | με-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Μ) παράσταση του Χριστού με τη μορφή γυμνού βρέφους πάνω στην Αγία Τράπεζα, που συμβολίζει τη μετουσίωση του άρτου σε Σώμα και του οίνου σε Αίμα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. τεμαχισμός: ~ του Άρτου. 3. ΜΟΥΣ. (σπάν.) μέλισμα. Βλ. -ισμός. [< μτγν. μελισμός] | |
| 30157 | μέλισσα | μέ-λισ-σα ουσ. (θηλ.) {μελισσ-ών} 1. ΖΩΟΛ. υμενόπτερο κοινωνικό έντομο (επιστ. ονομασ. Apis mellifera) που παράγει μέλι, κερί και βασιλικό πολτό: το κεντρί της ~ας. Αποικία/γύρη/κυψέλη/σμήνος ~ών. Η κοινωνία/ο χορός των ~ών. Οι ~ες βουίζουν. Βλ. αγριο~, βασίλισσα, εργάτρια, κηφήνας.|| (μτφ.) Είναι εργατική σαν ~. 2. {κ. στον πληθ.} ομαδικό παιδικό παιχνίδι με το χαρακτηριστικό τραγούδι "περνά περνά η μέλισσα". 3. ΒΟΤ. (σπάν.-λαϊκότ.) μελισσόχορτο. ● Υποκ.: μελισσάκι (το): κυρ. στη σημ. 1., μελισσούλα (η): μόνο στη σημ. 1. [< 1,2: αρχ. μέλισσα] | |
| 30158 | μελίσσι | με-λίσ-σι ουσ. (ουδ.) {μελισσ-ιού | -ιών} 1. κοινωνία, σμήνος μελισσών, συνήθ. σε κυψέλη. Πβ. σμάρι. 2. κυψέλη· (γενικότ., στον πληθ.) μέρος, χώρος τοποθέτησης κυψελών. Πβ. κουβέλι, μελισσοκομείο, μελισσώνας. 3. (μτφ.) {σπανιότ. στον πληθ.} θορυβώδες πλήθος προσώπων: χαρούμενο ~ παιδιών. Το αεροδρόμιο θυμίζει πολύβουο ~ τουριστών. [< μτγν. μελίσσιον 'σμήνος μελισσών'] | |
| 30159 | μελισσο- & μελισσό- & μελισσ- | : το ουσιαστικό μέλισσα ως α' συνθετικό λέξεων: μελισσο-κόφινο/~κόμος.|| Μελισσ-ώνας.|| Mελισσο-λόι.|| (ΒΟΤ.) Μελισσό-χορτο. | |
| 30160 | μελισσοβότανο | με-λισ-σο-βό-τα-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μελισσόχορτο. ΣΥΝ. μέλισσα (3) [< μτγν. μελισσοβότανον] | |
| 30161 | μελισσοθεραπεία | με-λισ-σο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): χρήση των προϊόντων που παράγουν οι μέλισσες (μέλι, κερί, γύρη, πρόπολη, βασιλικός πολτός), για θεραπευτικούς κυρ. σκοπούς. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. apitherapy, γαλλ. apithérapie] | |
| 30162 | μελισσοκέρι | με-λισ-σο-κέ-ρι ουσ. (ουδ.): κερί που προέρχεται από παλιές συνήθ. κηρήθρες: λαμπάδα από αγνό/κίτρινο ~. | |
| 30163 | μελισσόκηπος | με-λισ-σό-κη-πος ουσ. (αρσ.): μελισσοκομείο. Βλ. -κηπος. | |
| 30164 | μελισσοκομείο | [μελισσοκομεῖο] με-λισ-σο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): χώρος συστηματικής εκτροφής μελισσών σε κυψέλες. Βλ. -κομείο. ΣΥΝ. μελίσσι (2), μελισσόκηπος, μελισσοτροφείο, μελισσουργείο | |
| 30165 | μελισσοκομία | με-λισ-σο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): συστηματική φροντίδα και εκτροφή μελισσών για παραγωγή κυρ. μελιού και κεριού· ο αντίστοιχος κλάδος: βιολογική ~. Βλ. -κομία. ΣΥΝ. μελισσοτροφία, μελισσουργία [< γαλλ. apiculture] | |
| 30166 | μελισσοκομικός | , ή, ό με-λισ-σο-κο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μελισσοκομία ή τον μελισσοκόμο: ~ός: σύλλογος. ~ά: είδη/προϊόντα (: βασιλικός πολτός, κερί, μέλι, πρόπολη)/φυτά (π.χ. θυμάρι, καστανιά, πεύκο). ΣΥΝ. μελισσοτροφικός ● Ουσ.: μελισσοκομική (η): μελισσοκομία. | |
| 30167 | μελισσοκόμος | με-λισ-σο-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επαγγελματίας που ασχολείται με τη μελισσοκομία. Πβ. μελισσοπαραγωγός. Βλ. -κόμος. ΣΥΝ. μελισσοτρόφος [< μτγν. μελισσοκόμος] | |
| 30168 | μελισσολόι | με-λισ-σο-λό-ι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.) θορυβώδες πλήθος προσώπων: ~ από παιδιά. ΣΥΝ. μελίσσι (3) 2. (σπάν.-κυριολ.) σμήνος, σμάρι μελισσών. Βλ. -λόι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ