Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [30860-30880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30183μελιτζάναμε-λι-τζά-να ουσ. (θηλ.) & μελιντζάνα: ΒΟΤ. ο σαρκώδης, κυλινδρικός ή σφαιρικός καρπός της μελιτζανιάς που έχει στιλπνή επιφάνεια και χρώμα συνήθ. μοβ· το αντίστοιχο φυτό: λευκή/τσακώνικη (: με χαρακτηριστικό μακρόστενο σχήμα και γλυκιά γεύση) ~. ~ φλάσκα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ες τηγανητές (βλ. κολοκυθάκια)/ψητές. ~ες ιμάμ. Βλ. παπουτσάκια. [< μεσν. μελι(ν)τζάνα]
30184μελιτζανάκιμε-λι-τζα-νά-κι ουσ. (ουδ.) & μελιντζανάκι: ΖΑΧΑΡ. -ΜΑΓΕΙΡ. γλυκό του κουταλιού ή άλλο παρασκεύασμα από μικρές μελιτζάνες. Βλ. καρυδ-, νεραντζ-άκι, περγαμόντο, σταφύλι, τριαντάφυλλο.|| ~ τουρσί (ως ορεκτικό).
30185μελιτζανής, -ιά, -ί με-λι-τζα-νής επίθ. (προφ.): που έχει το σκούρο μοβ χρώμα της μελιτζάνας. Πβ. βιολετής, ιώδης, μενεξεδής. ● Ουσ.: μελιτζανί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα.
30186μελιτζανιάμε-λι-τζα-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Solanum melongena) που καλλιεργείται για τον εδώδιμο καρπό του. Πβ. μελιτζάνα.
30187μελιτζανοκεφτέςμε-λι-τζα-νο-κε-φτές ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΜΑΓΕΙΡ. τηγανητός κεφτές (χωρίς κιμά) με βασικό συστατικό ψημένη και πολτοποιημένη μελιτζάνα, ο οποίος τρώγεται κυρ. ως ορεκτικό. Βλ. κολοκυθο-, ντοματο-, πατατο-κεφτές.
30188μελιτζανοσαλάταμε-λι-τζα-νο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. ορεκτικό με βασικά συστατικά ψημένες και πολτοποιημένες μελιτζάνες, σκόρδο και λάδι. Βλ. μελιτζανο-, παντζαρο-, ταραμο-σαλάτα.
30189μελιτογόνος, ος, ο με-λι-το-γό-νος επίθ. (επιστ.): που συντελεί στην παραγωγή μελιού: ~ο: έντομο (π.χ. του πεύκου, βλ. βαμβακάδα). Πβ. μελιτοφόρος. Βλ. -γόνος.
30190μελιτοεξαγωγέαςμε-λι-το-ε-ξα-γω-γέ-ας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα εξαγωγής μελιού από τις κηρήθρες με φυγοκέντρηση.
30191μελιτοφόρος, ος, ο με-λι-το-φό-ρος επίθ. (επιστ.): που παράγει μέλι ή περιέχει νέκταρ: ~ο: έντομο. Πβ. μελιτογόνος.|| ~α: φυτά. Βλ. -φόρος. [< μεσν. μελιτοφόρος, γαλλ. mellifère]
30192μελιτώδης, ης, ες με-λι-τώ-δης επίθ. {μελιτώδ-ους | -εις (ουδ. -η), συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.): που μοιάζει με το μέλι στο χρώμα, τη γεύση, την υφή: ~εις: εκκρίσεις (δέντρου/εντόμου)/ουσίες. Βλ. -ώδης. [< μτγν. μελιτώδης]
30193μελίτωμαμε-λί-τω-μα ουσ. (ουδ.) {μελιτώμ-ατος | -ατα, -άτων, συνηθέστ. στον πληθ.}: γλυκιά ουσία που βρίσκεται στα φύλλα δέντρων και σε φυτά σε μικρές σταγόνες και παράγεται είτε από τα ίδια τα φυτά είτε από έντομα, όπως η μελίγκρα: μέλι ~ατος (π.χ. ελατόμελο, πευκόμελο). Βλ. ανθό-, δασό-μελο, νέκταρ. [< πβ. μτγν. μελίτωμα ‘πίτα ή γλύκισμα με μέλι’]
30194μελιχρός, ή, ό με-λι-χρός επίθ. (σπάν.-λογοτ.): μελής: ~ό: φως (= κιτρινωπό). [< αρχ. μελιχρός]
30195μέλλειμέλ-λει ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} & μέλλεται: πρόκειται, είναι μοιραίο, αναπόφευκτο: ~ει/~εται να γίνει. Το πολιτικό σκηνικό ~ να αλλάξει δραματικά.|| Ποιος να το φανταζόταν αυτό που του 'μελλε να πάθει! ● ΦΡ.: όποιου του μέλλει να πνιγεί, ποτέ του δεν πεθαίνει & άμα σου μέλλει να πνιγείς, ποτέ σου δεν πεθαίνεις (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι ο τρόπος θανάτου ενός ανθρώπου θεωρείται προκαθορισμένος από τη μοίρα., τι μέλλει γενέσθαι βλ. γενέσθαι [< αρχ. μέλλει]
30196μελλο- & μελλό-(λόγ.): πρόθημα ουσιαστικών που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο πρόσωπο πρόκειται να δεχτεί ή να πάθει ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: (οι) μελλό-νυμφοι.|| Μελλο-θάνατος.
30197μελλοθάνατος, η, ο μελ-λο-θά-να-τος επίθ./ουσ.: αυτός που πρόκειται (σύντομα) να εκτελεστεί, να θανατωθεί ή κατ' επέκτ. να πεθάνει: Ο ~ ζήτησε να εξομολογηθεί. Πβ. θανατοποινίτης. Βλ. δήμιος.|| (ως επίθ.) ~ος: εγκληματίας. Βλ. -θάνατος. [< μτγν. μελλοθάνατος, λατ. moriturus]
30198μέλλονμέλ-λον ουσ. (ουδ.) {μέλλ-οντος} 1. ο χρόνος που ακολουθεί την παρούσα στιγμή· ιδ. όσα μπορεί ή πρόκειται να συμβούν: άγνωστο/άδηλο/σκοτεινό (το) ~ (...) Στο κοντινό/προσεχές ~ (πβ. σύντομα, προσεχώς). Στο απώτατο/μακρινό ~ (πβ. μακροπρόθεσμα, σε βάθος χρόνου). Σχέδια για το ~. Γνώση του ~οντος (πβ. μαντεία, προφητεία). Διαβάζει/(προ)βλέπει το ~. Τι μας επιφυλάσσει το ~; Ελπίδα για/ελπίζω σε ένα καλύτερο ~. Το ~ (= ο καιρός) θα δείξει αν θα τα καταφέρει. Δεν θα υπάρξουν προβλήματα στο ~ (= από δω και μπρος, στο εξής). (μτφ.) Ματιά/με το βλέμμα στραμμένο/ταξίδι προς το/στο ~ (πβ. προς τα εμπρός). Βλ. παρόν, σήμερα, τώρα. ΣΥΝ. αύριο ΑΝΤ. παρελθόν 2. (ειδικότ.) η εξέλιξη, οι προοπτικές, η μελλοντική κατάσταση ή ύπαρξη: αβέβαιο/αμφίβολο/βιώσιμο/δυσοίωνο/ζοφερό/λαμπρό/ρόδινο ~. Πολλά υποσχόμενο ~. Ψηφιακό (είναι) το ~ για τα ΜΜΕ. Πράσινες (= οικολογικές) οι πόλεις του ~οντος. Αυτοκίνητα/κινητά από το ~. Αγωνία/αισιοδοξία/προβλέψεις για το ~ της παγκόσμιας οικονομίας. Οι νέοι έχουν/κρατούν/πρέπει να πάρουν το ~ (= τη ζωή) στα χέρια τους (: να κινητοποιηθούν, να αναλάβουν πρωτοβουλίες). Η σχέση τους δεν έχει (κανένα) ~ (πβ. βραχύβια, εφήμερη). Διασφαλίζω/εξασφαλίζω/επενδύω (στο)/καταστρέφω/σκέφτομαι/υποθηκεύω/χτίζω το ~ των παιδιών μου. Πώς (προ)διαγράφεται το ~ της Γης; Κρίνεται το πολιτικό ~ της χώρας (πβ. πορεία). (θετ. συνυποδ.) Επαγγέλματα/ομάδα με ~. Το ~ ανήκει στο ίντερνετ. ● ΦΡ.: έχουμε μέλλον (προφ.): έχουμε χρόνο, ώσπου να γίνει κάτι: Μην αγχώνεσαι, έχουμε ~ ακόμη/μπροστά μας., έρχεται από το μέλλον βλ. έρχομαι, στο άμεσο μέλλον βλ. άμεσος, στο απώτερο μέλλον βλ. απώτερος, στο εγγύς μέλλον βλ. εγγύς [< αρχ. μέλλον, γαλλ. avenir]
30199μέλλονταςμέλ-λο-ντας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) μέλλων: ΓΡΑΜΜ. χρόνος του ρήματος που δηλώνει ότι η πράξη ή η κατάσταση που αυτό εκφράζει θα πραγματοποιηθεί (στιγμιαίος), θα πραγματοποιείται (εξακολουθητικός) ή θα έχει πραγματοποιηθεί (συντελεσμένος) στο μέλλον: Ο χρόνος στην πρόταση "Θα πάμε για ψώνια αύριο" είναι στιγμιαίος ~. Βλ. αρκτικοί χρόνοι. [< μτγν. μέλλων]
30200μελλοντικός, ή, ό μελ-λο-ντι-κός επίθ.: που πρόκειται να συμβεί, να υπάρξει στο μέλλον ή σχετίζεται με αυτό: ~ός: πρόεδρος. ~ή: αξία (π.χ. νομίσματος)/πορεία (πβ. περαιτέρω). ~οί: γονείς/στόχοι. ~ές: ανάγκες/γενιές (= επερχόμενες, επόμενες, κατοπινές, μεταγενέστερες, μετέπειτα)/ενέργειες/προοπτικές. ~ά: σχέδια (πβ. μακροπρόθεσμα). Για ~ή χρήση. Σε ~ό χρόνο (= μελλοντικά, στο μέλλον, βλ. σε ενεστώτα/παρελθόντα χρόνο). Βλ. παρελθοντικός, παρελθών, παρών, σημερινός, σύγχρονος, τωρινός. ΣΥΝ. αυριανός (1), μέλλων ● επίρρ.: μελλοντικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μελλοντικοί χρόνοι: ΓΡΑΜΜ. στιγμιαίος, εξακολουθητικός και συντελεσμένος μέλλοντας. [< μεσν. μελλοντικός]
30201μελλοντισμόςμελ-λο-ντι-σμός ουσ. (αρσ.) (σπάν.): ΛΟΓΟΤ.-ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. φουτουρισμός. Βλ. -ισμός.
30202μελλοντολογίαμελ-λο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. (συχνά αρνητ. συνυποδ.) πρόβλεψη των μελλοντικών κοινωνικών, οικονομικών, επιστημονικών και τεχνολογικών εξελίξεων, κυρ. βάσει εικασιών οι οποίες στηρίζονται στις υπάρχουσες τάσεις. 2. πρόβλεψη του μέλλοντος με χρήση λαϊκών ή μεταφυσικών πρακτικών, προφητεία. Βλ. αριθμο-, αστρο-, εσχατο-, παρελθοντο-λογία. [< αγγλ. futurology, 1946, γαλλ. futurologie, 1969]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.