| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30203 | μελλοντολογικός | , ή, ό μελ-λο-ντο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μελλοντολογία: ~ό: θρίλερ/μυθιστόρημα/σενάριο. ~ές: προβλέψεις. Βλ. αριθμο-, αστρο-, εσχατο-, παρελθοντο-λογικός. ● επίρρ.: μελλοντολογικά [< αγγλ. futurological, 1970, γαλλ. futurologique] | |
| 30204 | μελλοντολόγος | μελ-λο-ντο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. μέντιουμ. Βλ. αριθμο-, αστρο-, παραψυχο-λόγος, χαρτομάντης. 2. ειδικός στη μελλοντολογία: ~ της ελεύθερης αγοράς/εταιρείας. [< αγγλ. futurologist, 1967, γαλλ. futurologue, 1969] | |
| 30205 | μελλοντολογώ | [μελλοντολογῶ] μελ-λο-ντο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {μελλοντολογεί, κυρ. στον ενεστ.} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): αναφέρομαι σε κάτι που ανήκει στο μέλλον. Βλ. καταστροφο-, κινδυνο-, παρελθοντο-λογώ. | |
| 30206 | μελλόνυμφος, μελλόνυμφη | μελ-λό-νυμ-φος επίθ./ουσ. {-ων (λόγ.) -ύμφων}: πρόσωπο που πρόκειται να παντρευτεί σύντομα: (ως επίθ.) ~ο ζευγάρι.|| (ως ουσ.) Οι ~οι. Πβ. αρραβωνιασμένος, νιόπαντρος, παντρεμένος. [< αρχ. μελλόνυμφος] | |
| 30207 | μελλούμενος | , η, ο μελ-λού-με-νος επίθ. (λογοτ.): μελλοντικός: ~η: ζωή (= μέλλουσα, μεταθανάτια). ~οι: καιροί (= μέλλον). ~ες: γενιές. Βλ. παρελθοντ-, παροντ-ικός, σημερ-, τωρ-ινός, σύγχρονος. ● Ουσ.: μελλούμενα (τα): μέλλοντα. [< μεσν. μελλούμενος] | |
| 30208 | μέλλων | , ουσα, ον μέλ-λων επίθ./ουσ. {μέλλ-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που πρόκειται να αποκτήσει συγκεκριμένη ιδιότητα ή να συμβεί, να υπάρξει στο μέλλον: ~ων: γαμπρός/πατέρας/πρόεδρος. ~ουσα: γυναίκα (= ~ουσα σύζυγος)/μητέρα (= έγκυος)/νύφη. ~ουσες: γενιές. ~οντα: αγαθά. Βλ. νυν, παρελθοντικός, παρελθών, παρών, σημερ-, τωρ-ινός, σύγχρονος. ΣΥΝ. μελλοντικός ● Ουσ.: μέλλοντα (τα): ενν. γεγονότα. ΣΥΝ. μελλούμενα ● ΣΥΜΠΛ.: η αιώνια/η άλλη/η μετά θάνατον/η μέλλουσα ζωή βλ. ζωή, ο μέλλων αιώνας βλ. αιώνας [< αρχ. μέλλων] | |
| 30209 | μελό | με-λό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. κινηματογραφικό συνήθ. ή άλλο αφηγηματικό (π.χ. θεατρικό) έργο με έντονες εξάρσεις, δράματα και πάθη που αποσκοπεί στην εύκολη συγκίνηση: δακρύβρεχτο/φτηνό ~.|| (ως επίθ.) ~ σκηνές/ταινίες. Δεν τη βρήκα (ενν. την ιστορία, την υπόθεση) καθόλου ~. Πβ. γλυκανάλατος, γλυκερός, μελοδραματικός. 2. (μτφ.-μειωτ.) κατάσταση ή συμπεριφορά που επιδιώκει να συγκινήσει: Άσε το/μη γίνεσαι ~! Ξέρω ότι ακούγεται (πολύ) ~, όμως αυτή είναι η αλήθεια. [< γαλλ. mélo(drame) | |
| 30211 | μελο1- & μελό- | : α' συνθετικό που αναφέρεται στη μελωδία: (ως θ.) μελο-ποίηση.|| (ΜΟΥΣ.-ΘΕΑΤΡ.) Μελό-δραμα. | |
| 30212 | μελο2- & μελό- | : α' συνθετικό με αναφορά στο μέλι: μελο-μακάρονο. Mελό-πιτα. | |
| 30213 | μελόδραμα | με-λό-δρα-μα ουσ. (ουδ.) 1. έργο, κινηματογραφικό συνήθ. ή θεατρικό, με έντονες εξάρσεις, δράματα και πάθη που προκαλεί συγκίνηση: επικό/κοινωνικό/ρομαντικό ~.|| (μτφ.-μειωτ.) Κατάντησαν το θέμα φτηνό ~ (= μελό). 2. ΘΕΑΤΡ. θεατρικό είδος δυτικής προέλευσης (18ος αι.) που συνοδεύεται από μουσική και διακρίνεται από υπερβολή στην υπόθεση, τους χαρακτήρες και τα συναισθήματα: γαλλικό ~. Βλ. λυρικό θέατρο. 3. ΜΟΥΣ.-ΘΕΑΤΡ. όπερα· κατ' επέκτ. το σύνολο της σχετικής παραγωγής, συνήθ. έθνους, ή συνεκδ. θίασος που ανεβάζει αυτό το θεατρικό είδος ή οπερέτες: ~ σε λιμπρέτο.|| Ιταλικό ~. Βλ. κωμειδύλλιο. [< γαλλ. mélodrame, αγγλ. melodrame] | |
| 30214 | μελοδραματικός | , ή, ό με-λο-δρα-μα-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με το μελόδραμα: ~ός: θίασος. ~ή: σκηνή. Το ~ό στοιχείο της ταινίας υπερτερεί του κωμικού. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που χαρακτηρίζεται από μελοδραματισμό: ~ός: τόνος. ~ή: διάθεση. ~ό: ύφος. Ακούγεται ~ό (= δακρύβρεχτο, μελό), αλλά χωρίς εσένα δεν ξέρω τι θα έκανα. Πβ. γλυκανάλατος, γλυκερός. ● Ουσ.: μελοδραματική (η): μελοδραματική τέχνη. ● επίρρ.: μελοδραματικά [< γαλλ. mélodramatique, αγγλ. melodramatic] | |
| 30215 | μελοδραματισμός | με-λο-δρα-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): συμπεριφορά ή τρόπος έκφρασης που χαρακτηρίζεται από υπερβολή και έντονο συναισθηματισμό, με στόχο ή συνέπεια την πρόκληση συγκίνησης: Η ερμηνεία του ήταν σκληρή, δίχως ίχνος ~ού. Ας αφήσουμε τους ~ούς! Βλ. -ισμός. | |
| 30216 | μελομακάρονο | με-λο-μα-κά-ρο-νο ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό από ζύμη, λάδι και αρωματικές ουσίες, με οβάλ σχήμα, το οποίο, αφού ψηθεί σε φούρνο, περιχύνεται με σιρόπι και πασπαλίζεται με μείγμα τριμμένου καρυδιού και κανέλας: ~α με σοκολάτα. Σιροπιάζω τα ~α. Κουραμπιέδες και ~α, τα παραδοσιακά γλυκά των Χριστουγέννων. Πβ. φοινίκι. | |
| 30217 | μελόν | με-λόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: είδος καπέλου από σκληρή τσόχα, σε φόρμα στρογγυλή και πομπέ. [< γαλλ. (chapeau) melon] | |
| 30218 | μελόντικα | με-λό-ντι-κα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. μικρό πνευστό όργανο με ελεύθερο γλωσσίδι και πλήκτρα που κινούν βαλβίδες, ώστε να περνά ο αέρας: 'Επαιξε τα κάλαντα στη ~. [< ιταλ.-αγγλ. melodica] | |
| 30219 | μελόπιτα | με-λό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκιά πίτα με μέλι: ~ με ανθότυρο. Βλ. -πιτα. [< μεσν. μελόπιτα 'κηρήθρα'] | |
| 30220 | μελοποίηση | με-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. μουσική επένδυση ποιητικού συνήθ. λόγου: ~ήσεις ποιημάτων. Βλ. -ποίηση. | |
| 30221 | μελοποιία | με-λο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση: (μετα)βυζαντινή ~. ~ δημοτικών τραγουδιών/εκκλησιαστικών ύμνων και ακολουθιών. Βλ. -ποιία. ΣΥΝ. μελουργία [< αρχ. μελοποιία] | |
| 30222 | μελοποιός | με-λο-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. στο θηλ.}: ΜΟΥΣ. συνθέτης μουσικής. Πβ. μουσουργός. Βλ. στιχουργός, τραγουδοποιός, -ποιός. ΣΥΝ. μελουργός [< μτγν. μελοποιός] | |
| 30223 | μελοποιώ | [μελοποιῶ] με-λο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {μελοποι-εί, -ώντας | μελοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, συνήθ. -ημένος}: συνθέτω μουσική για ποιητικό κυρ. λόγο: Σημαντικό μέρος της ποίησής του έχει ~ηθεί. ~ημένοι: στίχοι. ~ημένα: έργα/ποιήματα. Βλ. -ποιώ. [< μτγν. μελοποιῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ