| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30224 | μέλος1 | μέ-λος ουσ. (ουδ.) {μέλ-ους | -η, -ών} 1. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ανήκει σε ευρύτερο σύνολο ή οργανωμένη συνήθ. ομάδα: ανεξάρτητο/απλό/δόκιμο/εγγεγραμμένο/εκτελεστικό/εξέχον/επίτιμο/ιδρυτικό/πρώην/τακτικό ~. Αναπληρωματικά/αρωγά/διατελέσαντα/εκλεγμένα/έκτακτα/ισόβια/κυβερνητικά/συμβαλλόμενα (= μέρη)/συμμετέχοντα/συνεργαζόμενα ~η. ~ της επιτροπής/στην επιτροπή κόμματος (πβ. οπαδός, φίλος)/λέσχης/οργανισμού/παρέας/σπείρας/(διοικητικού) συμβουλίου. Τα ~η μιας οικογένειας (π.χ. πατέρας, μητέρα, παιδιά). (Ενεργά/ισότιμα) ~η της κοινωνίας (πβ. πολίτες). Εγγραφή/εκλογή νέου ~ους. Πιστοποιητικό/προφίλ/ταυτότητα ~ους. Ανακοινώσεις/αντικατάσταση/(σε φόρουμ) γνωριμία/διαγραφή/δικαιώματα/λίστα/μητρώο/παραίτηση/προνόμια/συμμετοχή/(ετήσια) συνδρομή/υπηρεσίες/υποχρεώσεις ~ών. Προσφορές για ~η (του κλαμπ). (για κράτος) Πλήρες ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πβ. εταίρος)/του ΝΑΤΟ/του ΟΗΕ (βλ. συνδεδεμένο ~). Ομοσπονδίες ~η της ΟΥΕΦΑ. Είναι ~ ΔΕΠ. Ο σύλλογος έχει μεγάλο/περιορισμένο αριθμό ~ών. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. (ειδικότ.) {κυρ. στον πληθ.} μέρος του σώματος, ανθρώπου ή ζώου, και ιδ. καθένα από τα άνω ή κάτω άκρα: ακρωτηριασμένο/ανάπηρο ~. Κουρασμένα ~η. Το ανδρικό ~ (= πέος). 3. ΜΑΘ. (σε ισότητα ή ανισότητα) καθένα από τα μέρη που βρίσκονται αριστερά ή δεξιά του αντίστοιχου συμβόλου (=, >, <): πρώτο/δεύτερο ~. 4. ΑΡΧΙΤ. τμήμα οικοδομήματος, κατασκευής: αρχιτεκτονικά/δομικά ~η. ● ΣΥΜΠΛ.: είσοδος/περιοχή μελών: ΔΙΑΔΙΚΤ. ιστοσελίδα στην οποία έχει πρόσβαση ο χρήστης, αφού πρώτα αποκτήσει όνομα και κωδικό., συνδεδεμένο μέλος: μέλος οργάνωσης, ένωσης ή εταιρείας που συχνά δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να καταστεί πλήρες και, συνεπώς, έχει περιορισμένα δικαιώματα: (για κράτος) ~ ~ του ΔΝΤ/της Ευρωπαϊκής Ένωσης., αντεπιστέλλον μέλος βλ. αντεπιστέλλων, κάρτα μέλους βλ. κάρτα, κράτος (-) μέλος βλ. κράτος, πρόσεδρο μέλος βλ. πρόσεδρος, προστατευόμενο μέλος/παιδί/τέκνο βλ. προστατευόμενος [< αρχ. μέλος, γαλλ. membre, αγγλ. member] | |
| 30225 | μέλος2 | μέ-λος ουσ. (ουδ.) {μέλ-ους} 1. (λόγ.) μελωδία, μουσική επένδυση ποιητικού έργου: βυζαντινό (εκκλησιαστικό) ~. Αργά ~η. 2. ΦΙΛΟΛ. μελική ποίηση, είδος της λυρικής: αιολικό/χορικό ~. Βλ. ελεγεία, ίαμβος, χορική ποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: γρηγοριανό μέλος: ΜΟΥΣ. μονοφωνικό λειτουργικό άσμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και κατ' επέκτ. η δυτική εκκλησιαστική μουσική παράδοση., ειρμολογικό μέλος βλ. ειρμολογικός, παπαδικό μέλος βλ. παπαδικός [< αρχ. μέλος] | |
| 30226 | μελουργία | με-λουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΜΟΥΣ. σύνθεση μέλους και συνεκδ. μελωδία: βυζαντινή ~. Βλ. -ουργία. ΣΥΝ. μελοποιία [< μεσν. μελουργία] | |
| 30227 | μελουργός | με-λουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. στο θηλ.}: ΜΟΥΣ. μελοποιός. Βλ. -ουργός1. [< μεσν. μελουργός] | |
| 30228 | ΜΕΛΤ | (το): Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης. | |
| 30229 | μελτέμι | μελ-τέ-μι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΜΕΤΕΩΡ. βόρειος άνεμος που πνέει στην ανατολική Μεσόγειο, ιδ. στο Αιγαίο, κυρ. κατά τη θερινή περίοδο και συνήθ. κατά τη διάρκεια της ημέρας: ενισχυμένο/ισχυρό ~. Αυγουστιάτικα/καλοκαιρινά ~ια. Ενισχύονται/πέφτουν τα ~ια. ΣΥΝ. ετησίες ● Υποκ.: μελτεμάκι (το) [< τουρκ. meltem] | |
| 30230 | μελωδία | [μελῳδία] με-λω-δί-α ουσ. (θηλ.) {μελωδιών} 1. ΜΟΥΣ. γραμμική διαδοχή φθόγγων που γίνονται αντιληπτοί ως ένα σύνολο, που έχουν μουσικό νόημα: απαλή/γλυκιά/ευχάριστη/λυπητερή/μελαγχολική/μονότονη/πένθιμη ~. Ρυθμός ~ας. Μονοφωνικές και πολυφωνικές ~ες για κινητά. Πβ. σκοπός. Βλ. αρμονία, συνήχηση.|| Η ~ των λέξεων. 2. (γενικότ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} μουσικό θέμα, μουσική σύνθεση ή τραγούδι: Έπαιξε/ερμήνευσε αγαπημένες/κινηματογραφικές/παραδοσιακές/χριστουγεννιάτικες ~ες. [< αρχ. μελῳδία, γαλλ. mélodie, αγγλ. melody] | |
| 30231 | μελωδικός | , ή, ό [μελῳδικός] με-λω-δι-κός επίθ. 1. που είναι γεμάτος μελωδία, πολύ ευχάριστος, γλυκός στο άκουσμα: ~ή: βραδιά. ~ό: αφιέρωμα.|| ~ός: ήχος (π.χ. κινητού). ~ή: φωνή. ~ό: κελάηδημα/όργανο/τραγούδι/ύφος. Πβ. τραγουδιστός. 2. ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με τη μελωδία: ~ός: ρυθμός. ~ή: κίνηση/φράση. ● επίρρ.: μελωδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μελωδική γραμμή βλ. γραμμή [< 1: γαλλ. mélodique, mélodieux, αγγλ. melodious 2: μτγν. μελῳδικός] | |
| 30232 | μελωδικότητα | [μελῳδικότητα] με-λω-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μελωδικού: η ~ της φωνής του. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. μουσικότητα [< αγγλ. melodiousness] | |
| 30233 | μελωδός | [μελῳδός] με-λω-δός ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (παλαιότ.) ποιητής και συνθέτης βυζαντινών εκκλησιαστικών ύμνων. Βλ. υμνο-γράφος, -λόγος, υμν-, ψαλμ-ωδός. 2. (κατ' επέκτ., αρχαιοπρ.) {κ. θηλ.} συνθέτης μελωδιών ή τραγουδιστής. 3. (αρχαιοπρ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} διακοσμητικό με κάθετες ράβδους που παράγουν ήχο με τον αέρα και το οποίο συνήθ. χρησιμοποιείται στο φενγκ σούι: κρεμαστοί/μεταλλικοί/ξύλινοι ~οί. [< 1,2: αρχ. μελῳδός] | |
| 30234 | μελωδώ | [μελῳδῶ] με-λω-δώ ρ. (μτβ.) {μελωδ-εί· μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ΄πρόσ.} (αρχαιοπρ.): τραγουδώ ή υμνώ. [< αρχ. μελῳδῶ] | |
| 30235 | μέλωμα | μέ-λω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μελώνω: ~ μελομακάρονων. Πβ. σιρόπιασμα. | |
| 30236 | μελώνω | με-λώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μέλω-σα, μελώ-σω, κυρ. στη μτχ. -μένος} 1. αλείφω, περιχύνω κάτι με μέλι (ή σιρόπι) ή το βουτώ σε αυτό: ~σα τους λουκουμάδες/τα μελομακάρονα. ~μένες δίπλες. Πβ. ζαχαρώνω. 2. (μτφ.-λογοτ.) γλυκαίνω: Με τις ευχές σου ~σα (= γλυκάθηκα). ~μένα λόγια (πβ. μελένιος). ● μελώνει: (κυρ. για φαγητό) γίνεται πηχτό, πυκνόρρευστο ή γλυκό σαν μέλι: Σιγοβράστε τη σάλτσα μέχρι να ~σει.|| (για καρπούς) ~μένα: σύκα (: πολύ ώριμα, γινωμένα). | |
| 30237 | μεμβράνη | μεμ-βρά-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. λεπτό στρώμα ιστού που καλύπτει επιφάνεια, κοιλότητα ή διαιρεί χώρο, όργανο ή οργανίδιο: αμνιακή/βασική/βλεννώδης/εμβρυϊκή ~. Πβ. υμένας. Βλ. ενδο-, περι-κάρδιο, -όστεο, -τόναιο. 2. ΤΕΧΝΟΛ. λεπτό φύλλο από διάφορα υλικά (π.χ. μέταλλο, πλαστικό, δέρμα ζώου) με ποικίλες χρήσεις: αδιάβροχη/α(ντα)νακλαστική/αποστραγγιστική/αυτοκόλλητη/διακοσμητική/διαφανής/ελαστική/θερμοπλαστική/στεγανωτική/συνθετική ~. Αντηλιακές ~ες ή ~ες ηλιοπροστασίας. ~ αμμοβολής/ασφαλείας (π.χ. σε περίπτωση κλοπής)/συσκευασίας. (συχνά στην οικοδομική) Στεγανοποίηση ταράτσας με ασφαλτική ~ (πβ. ασφαλτόπανο, βλ. γεω~). Προστατευτική ~ για οθόνες. ~ες τζαμιών/τροφίμων.|| (σε διάφορα μουσικά όργανα, όπως τύμπανο, ταμπούρο) Παλλόμενη ~. 3. ΧΗΜ. είδος λεπτού και πορώδους φίλτρου: ημιπερατή ~. Βλ. αφαλάτωση, διαπίδυση, όσμωση. ● ΣΥΜΠΛ.: κυτταρική/πλασματική μεμβράνη: ΒΙΟΛ. ημιπερατό στρώμα ανάμεσα στο πρωτόπλασμα και το εξωτερικό περιβάλλον. Βλ. (φωσφο)λιπίδια. [< αγγλ. cell membrane, plasma membrane, 1900] , πυρηνική μεμβράνη: ΒΙΟΛ. διπλή στοιχειώδης μεμβράνη που περιβάλλει τον πυρήνα και εμφανίζει πόρους, οι οποίοι επιτρέπουν την επικοινωνία ανάμεσα σε αυτόν και το κυτταρόπλασμα., στοιχειώδης μεμβράνη: ΒΙΟΛ. κάθε μεμβράνη που αποτελείται από διπλή στιβάδα λιπιδίων και πρωτεΐνες., νηκτική μεμβράνη βλ. νηκτικός, τυμπανική μεμβράνη/τυμπανικός υμένας βλ. τυμπανικός [< μτγν. μεμβρᾶνα ‘δέρμα, περγαμηνή’, γαλλ.-αγγλ. membrane] | |
| 30238 | μεμβρανικός | , ή, ό μεμ-βρα-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με την κυτταρική/πλασματική ή πυρηνική μεμβράνη: ~οί: υποδοχείς. ~ές: πρωτεΐνες. ~ά: ένζυμα. [< γαλλ. membranaire, περ. 1978] | |
| 30239 | μεμβρανοειδής | , ής, ές μεμ-βρα-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με μεμβράνη, που είναι πάρα πολύ λεπτός: ~ής: επιφάνεια. Βλ. -ειδής. | |
| 30240 | μεμβρανόφωνο | μεμ-βρα-νό-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. μουσικό όργανο (π.χ. νταούλι, ντέφι, τύμπανο) στο οποίο ο ήχος παράγεται από την παλμική κίνηση τεντωμένης μεμβράνης. Βλ. αερό-, ιδιό-, χορδό-φωνο. [< γερμ. Membranophon, αγγλ. membranophone, 1927, γαλλ. ~, 1963] | |
| 30241 | μεμβρανώδης | , ης, ες μεμ-βρα-νώ-δης επίθ. {μεμβρανώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (επιστ.): που έχει τη μορφή, τη σύσταση μεμβράνης: (ΑΝΑΤ.) ~ης: ιστός. (ΖΩΟΛ.) ~η: φτερά (βλ. έλυτρο). Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. υμενώδης [< γαλλ. membraneux, αγγλ. membranous] | |
| 30242 | μεμέτης | με-μέ-της ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ. μεμέτηδες κ. ουδ. μεμέτια, τα} (λαϊκό-μειωτ.): Τούρκος. Πβ. Τουρκαλάς. [< μεσν. μεμέτης, τουρκ. Mehmed] | |
| 30243 | μεμιάς | με-μιάς επίρρ. (προφ.) ΣΥΝ. μονομιάς 1. απότομα, ξαφνικά: Όλοι σώπασαν ~. ΣΥΝ. διαμιάς 2. με μια κίνηση: Ήπιε ~ όλο το κρασί (= μονο-κοπανιά, -ρούφι). [< μεσν. μεμιάς] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ