Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [30900-30920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30209μελόμε-λό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. κινηματογραφικό συνήθ. ή άλλο αφηγηματικό (π.χ. θεατρικό) έργο με έντονες εξάρσεις, δράματα και πάθη που αποσκοπεί στην εύκολη συγκίνηση: δακρύβρεχτο/φτηνό ~.|| (ως επίθ.) ~ σκηνές/ταινίες. Δεν τη βρήκα (ενν. την ιστορία, την υπόθεση) καθόλου ~. Πβ. γλυκανάλατος, γλυκερός, μελοδραματικός. 2. (μτφ.-μειωτ.) κατάσταση ή συμπεριφορά που επιδιώκει να συγκινήσει: Άσε το/μη γίνεσαι ~! Ξέρω ότι ακούγεται (πολύ) ~, όμως αυτή είναι η αλήθεια. [< γαλλ. mélo(drame)
30211μελο1- & μελό-: α' συνθετικό που αναφέρεται στη μελωδία: (ως θ.) μελο-ποίηση.|| (ΜΟΥΣ.-ΘΕΑΤΡ.) Μελό-δραμα.
30212μελο2- & μελό-: α' συνθετικό με αναφορά στο μέλι: μελο-μακάρονο. Mελό-πιτα.
30213μελόδραμαμε-λό-δρα-μα ουσ. (ουδ.) 1. έργο, κινηματογραφικό συνήθ. ή θεατρικό, με έντονες εξάρσεις, δράματα και πάθη που προκαλεί συγκίνηση: επικό/κοινωνικό/ρομαντικό ~.|| (μτφ.-μειωτ.) Κατάντησαν το θέμα φτηνό ~ (= μελό). 2. ΘΕΑΤΡ. θεατρικό είδος δυτικής προέλευσης (18ος αι.) που συνοδεύεται από μουσική και διακρίνεται από υπερβολή στην υπόθεση, τους χαρακτήρες και τα συναισθήματα: γαλλικό ~. Βλ. λυρικό θέατρο. 3. ΜΟΥΣ.-ΘΕΑΤΡ. όπερα· κατ' επέκτ. το σύνολο της σχετικής παραγωγής, συνήθ. έθνους, ή συνεκδ. θίασος που ανεβάζει αυτό το θεατρικό είδος ή οπερέτες: ~ σε λιμπρέτο.|| Ιταλικό ~. Βλ. κωμειδύλλιο. [< γαλλ. mélodrame, αγγλ. melodrame]
30214μελοδραματικός, ή, ό με-λο-δρα-μα-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με το μελόδραμα: ~ός: θίασος. ~ή: σκηνή. Το ~ό στοιχείο της ταινίας υπερτερεί του κωμικού. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που χαρακτηρίζεται από μελοδραματισμό: ~ός: τόνος. ~ή: διάθεση. ~ό: ύφος. Ακούγεται ~ό (= δακρύβρεχτο, μελό), αλλά χωρίς εσένα δεν ξέρω τι θα έκανα. Πβ. γλυκανάλατος, γλυκερός. ● Ουσ.: μελοδραματική (η): μελοδραματική τέχνη. ● επίρρ.: μελοδραματικά [< γαλλ. mélodramatique, αγγλ. melodramatic]
30215μελοδραματισμόςμε-λο-δρα-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): συμπεριφορά ή τρόπος έκφρασης που χαρακτηρίζεται από υπερβολή και έντονο συναισθηματισμό, με στόχο ή συνέπεια την πρόκληση συγκίνησης: Η ερμηνεία του ήταν σκληρή, δίχως ίχνος ~ού. Ας αφήσουμε τους ~ούς! Βλ. -ισμός.
30216μελομακάρονομε-λο-μα-κά-ρο-νο ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό από ζύμη, λάδι και αρωματικές ουσίες, με οβάλ σχήμα, το οποίο, αφού ψηθεί σε φούρνο, περιχύνεται με σιρόπι και πασπαλίζεται με μείγμα τριμμένου καρυδιού και κανέλας: ~α με σοκολάτα. Σιροπιάζω τα ~α. Κουραμπιέδες και ~α, τα παραδοσιακά γλυκά των Χριστουγέννων. Πβ. φοινίκι.
30217μελόνμε-λόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: είδος καπέλου από σκληρή τσόχα, σε φόρμα στρογγυλή και πομπέ. [< γαλλ. (chapeau) melon]
30218μελόντικαμε-λό-ντι-κα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. μικρό πνευστό όργανο με ελεύθερο γλωσσίδι και πλήκτρα που κινούν βαλβίδες, ώστε να περνά ο αέρας: 'Επαιξε τα κάλαντα στη ~. [< ιταλ.-αγγλ. melodica]
30219μελόπιταμε-λό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκιά πίτα με μέλι: ~ με ανθότυρο. Βλ. -πιτα. [< μεσν. μελόπιτα 'κηρήθρα']
30220μελοποίησημε-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. μουσική επένδυση ποιητικού συνήθ. λόγου: ~ήσεις ποιημάτων. Βλ. -ποίηση.
30221μελοποιίαμε-λο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση: (μετα)βυζαντινή ~. ~ δημοτικών τραγουδιών/εκκλησιαστικών ύμνων και ακολουθιών. Βλ. -ποιία. ΣΥΝ. μελουργία [< αρχ. μελοποιία]
30222μελοποιόςμε-λο-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. στο θηλ.}: ΜΟΥΣ. συνθέτης μουσικής. Πβ. μουσουργός. Βλ. στιχουργός, τραγουδοποιός, -ποιός. ΣΥΝ. μελουργός [< μτγν. μελοποιός]
30223μελοποιώ[μελοποιῶ] με-λο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {μελοποι-εί, -ώντας | μελοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, συνήθ. -ημένος}: συνθέτω μουσική για ποιητικό κυρ. λόγο: Σημαντικό μέρος της ποίησής του έχει ~ηθεί. ~ημένοι: στίχοι. ~ημένα: έργα/ποιήματα. Βλ. -ποιώ. [< μτγν. μελοποιῶ]
30224μέλος1μέ-λος ουσ. (ουδ.) {μέλ-ους | -η, -ών} 1. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ανήκει σε ευρύτερο σύνολο ή οργανωμένη συνήθ. ομάδα: ανεξάρτητο/απλό/δόκιμο/εγγεγραμμένο/εκτελεστικό/εξέχον/επίτιμο/ιδρυτικό/πρώην/τακτικό ~. Αναπληρωματικά/αρωγά/διατελέσαντα/εκλεγμένα/έκτακτα/ισόβια/κυβερνητικά/συμβαλλόμενα (= μέρη)/συμμετέχοντα/συνεργαζόμενα ~η. ~ της επιτροπής/στην επιτροπή κόμματος (πβ. οπαδός, φίλος)/λέσχης/οργανισμού/παρέας/σπείρας/(διοικητικού) συμβουλίου. Τα ~η μιας οικογένειας (π.χ. πατέρας, μητέρα, παιδιά). (Ενεργά/ισότιμα) ~η της κοινωνίας (πβ. πολίτες). Εγγραφή/εκλογή νέου ~ους. Πιστοποιητικό/προφίλ/ταυτότητα ~ους. Ανακοινώσεις/αντικατάσταση/(σε φόρουμ) γνωριμία/διαγραφή/δικαιώματα/λίστα/μητρώο/παραίτηση/προνόμια/συμμετοχή/(ετήσια) συνδρομή/υπηρεσίες/υποχρεώσεις ~ών. Προσφορές για ~η (του κλαμπ). (για κράτος) Πλήρες ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πβ. εταίρος)/του ΝΑΤΟ/του ΟΗΕ (βλ. συνδεδεμένο ~). Ομοσπονδίες ~η της ΟΥΕΦΑ. Είναι ~ ΔΕΠ. Ο σύλλογος έχει μεγάλο/περιορισμένο αριθμό ~ών. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. (ειδικότ.) {κυρ. στον πληθ.} μέρος του σώματος, ανθρώπου ή ζώου, και ιδ. καθένα από τα άνω ή κάτω άκρα: ακρωτηριασμένο/ανάπηρο ~. Κουρασμένα ~η. Το ανδρικό ~ (= πέος). 3. ΜΑΘ. (σε ισότητα ή ανισότητα) καθένα από τα μέρη που βρίσκονται αριστερά ή δεξιά του αντίστοιχου συμβόλου (=, >, <): πρώτο/δεύτερο ~. 4. ΑΡΧΙΤ. τμήμα οικοδομήματος, κατασκευής: αρχιτεκτονικά/δομικά ~η. ● ΣΥΜΠΛ.: είσοδος/περιοχή μελών: ΔΙΑΔΙΚΤ. ιστοσελίδα στην οποία έχει πρόσβαση ο χρήστης, αφού πρώτα αποκτήσει όνομα και κωδικό., συνδεδεμένο μέλος: μέλος οργάνωσης, ένωσης ή εταιρείας που συχνά δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να καταστεί πλήρες και, συνεπώς, έχει περιορισμένα δικαιώματα: (για κράτος) ~ ~ του ΔΝΤ/της Ευρωπαϊκής Ένωσης., αντεπιστέλλον μέλος βλ. αντεπιστέλλων, κάρτα μέλους βλ. κάρτα, κράτος (-) μέλος βλ. κράτος, πρόσεδρο μέλος βλ. πρόσεδρος, προστατευόμενο μέλος/παιδί/τέκνο βλ. προστατευόμενος [< αρχ. μέλος, γαλλ. membre, αγγλ. member]
30225μέλος2μέ-λος ουσ. (ουδ.) {μέλ-ους} 1. (λόγ.) μελωδία, μουσική επένδυση ποιητικού έργου: βυζαντινό (εκκλησιαστικό) ~. Αργά ~η. 2. ΦΙΛΟΛ. μελική ποίηση, είδος της λυρικής: αιολικό/χορικό ~. Βλ. ελεγεία, ίαμβος, χορική ποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: γρηγοριανό μέλος: ΜΟΥΣ. μονοφωνικό λειτουργικό άσμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και κατ' επέκτ. η δυτική εκκλησιαστική μουσική παράδοση., ειρμολογικό μέλος βλ. ειρμολογικός, παπαδικό μέλος βλ. παπαδικός [< αρχ. μέλος]
30226μελουργίαμε-λουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΜΟΥΣ. σύνθεση μέλους και συνεκδ. μελωδία: βυζαντινή ~. Βλ. -ουργία. ΣΥΝ. μελοποιία [< μεσν. μελουργία]
30227μελουργόςμε-λουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπάν. στο θηλ.}: ΜΟΥΣ. μελοποιός. Βλ. -ουργός1. [< μεσν. μελουργός]
30228ΜΕΛΤ(το): Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης.
30229μελτέμιμελ-τέ-μι ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΜΕΤΕΩΡ. βόρειος άνεμος που πνέει στην ανατολική Μεσόγειο, ιδ. στο Αιγαίο, κυρ. κατά τη θερινή περίοδο και συνήθ. κατά τη διάρκεια της ημέρας: ενισχυμένο/ισχυρό ~. Αυγουστιάτικα/καλοκαιρινά ~ια. Ενισχύονται/πέφτουν τα ~ια. ΣΥΝ. ετησίες ● Υποκ.: μελτεμάκι (το) [< τουρκ. meltem]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.