Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [30920-30940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30230μελωδία[μελῳδία] με-λω-δί-α ουσ. (θηλ.) {μελωδιών} 1. ΜΟΥΣ. γραμμική διαδοχή φθόγγων που γίνονται αντιληπτοί ως ένα σύνολο, που έχουν μουσικό νόημα: απαλή/γλυκιά/ευχάριστη/λυπητερή/μελαγχολική/μονότονη/πένθιμη ~. Ρυθμός ~ας. Μονοφωνικές και πολυφωνικές ~ες για κινητά. Πβ. σκοπός. Βλ. αρμονία, συνήχηση.|| Η ~ των λέξεων. 2. (γενικότ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} μουσικό θέμα, μουσική σύνθεση ή τραγούδι: Έπαιξε/ερμήνευσε αγαπημένες/κινηματογραφικές/παραδοσιακές/χριστουγεννιάτικες ~ες. [< αρχ. μελῳδία, γαλλ. mélodie, αγγλ. melody]
30231μελωδικός, ή, ό [μελῳδικός] με-λω-δι-κός επίθ. 1. που είναι γεμάτος μελωδία, πολύ ευχάριστος, γλυκός στο άκουσμα: ~ή: βραδιά. ~ό: αφιέρωμα.|| ~ός: ήχος (π.χ. κινητού). ~ή: φωνή. ~ό: κελάηδημα/όργανο/τραγούδι/ύφος. Πβ. τραγουδιστός. 2. ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με τη μελωδία: ~ός: ρυθμός. ~ή: κίνηση/φράση. ● επίρρ.: μελωδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μελωδική γραμμή βλ. γραμμή [< 1: γαλλ. mélodique, mélodieux, αγγλ. melodious 2: μτγν. μελῳδικός]
30232μελωδικότητα[μελῳδικότητα] με-λω-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μελωδικού: η ~ της φωνής του. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. μουσικότητα [< αγγλ. melodiousness]
30233μελωδός[μελῳδός] με-λω-δός ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (παλαιότ.) ποιητής και συνθέτης βυζαντινών εκκλησιαστικών ύμνων. Βλ. υμνο-γράφος, -λόγος, υμν-, ψαλμ-ωδός. 2. (κατ' επέκτ., αρχαιοπρ.) {κ. θηλ.} συνθέτης μελωδιών ή τραγουδιστής. 3. (αρχαιοπρ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} διακοσμητικό με κάθετες ράβδους που παράγουν ήχο με τον αέρα και το οποίο συνήθ. χρησιμοποιείται στο φενγκ σούι: κρεμαστοί/μεταλλικοί/ξύλινοι ~οί. [< 1,2: αρχ. μελῳδός]
30234μελωδώ[μελῳδῶ] με-λω-δώ ρ. (μτβ.) {μελωδ-εί· μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ΄πρόσ.} (αρχαιοπρ.): τραγουδώ ή υμνώ. [< αρχ. μελῳδῶ]
30235μέλωμαμέ-λω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μελώνω: ~ μελομακάρονων. Πβ. σιρόπιασμα.
30236μελώνωμε-λώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μέλω-σα, μελώ-σω, κυρ. στη μτχ. -μένος} 1. αλείφω, περιχύνω κάτι με μέλι (ή σιρόπι) ή το βουτώ σε αυτό: ~σα τους λουκουμάδες/τα μελομακάρονα. ~μένες δίπλες. Πβ. ζαχαρώνω. 2. (μτφ.-λογοτ.) γλυκαίνω: Με τις ευχές σου ~σα (= γλυκάθηκα). ~μένα λόγια (πβ. μελένιος).μελώνει: (κυρ. για φαγητό) γίνεται πηχτό, πυκνόρρευστο ή γλυκό σαν μέλι: Σιγοβράστε τη σάλτσα μέχρι να ~σει.|| (για καρπούς) ~μένα: σύκα (: πολύ ώριμα, γινωμένα).
30237μεμβράνημεμ-βρά-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. λεπτό στρώμα ιστού που καλύπτει επιφάνεια, κοιλότητα ή διαιρεί χώρο, όργανο ή οργανίδιο: αμνιακή/βασική/βλεννώδης/εμβρυϊκή ~. Πβ. υμένας. Βλ. ενδο-, περι-κάρδιο, -όστεο, -τόναιο. 2. ΤΕΧΝΟΛ. λεπτό φύλλο από διάφορα υλικά (π.χ. μέταλλο, πλαστικό, δέρμα ζώου) με ποικίλες χρήσεις: αδιάβροχη/α(ντα)νακλαστική/αποστραγγιστική/αυτοκόλλητη/διακοσμητική/διαφανής/ελαστική/θερμοπλαστική/στεγανωτική/συνθετική ~. Αντηλιακές ~ες ή ~ες ηλιοπροστασίας. ~ αμμοβολής/ασφαλείας (π.χ. σε περίπτωση κλοπής)/συσκευασίας. (συχνά στην οικοδομική) Στεγανοποίηση ταράτσας με ασφαλτική ~ (πβ. ασφαλτόπανο, βλ. γεω~). Προστατευτική ~ για οθόνες. ~ες τζαμιών/τροφίμων.|| (σε διάφορα μουσικά όργανα, όπως τύμπανο, ταμπούρο) Παλλόμενη ~. 3. ΧΗΜ. είδος λεπτού και πορώδους φίλτρου: ημιπερατή ~. Βλ. αφαλάτωση, διαπίδυση, όσμωση. ● ΣΥΜΠΛ.: κυτταρική/πλασματική μεμβράνη: ΒΙΟΛ. ημιπερατό στρώμα ανάμεσα στο πρωτόπλασμα και το εξωτερικό περιβάλλον. Βλ. (φωσφο)λιπίδια. [< αγγλ. cell membrane, plasma membrane, 1900] , πυρηνική μεμβράνη: ΒΙΟΛ. διπλή στοιχειώδης μεμβράνη που περιβάλλει τον πυρήνα και εμφανίζει πόρους, οι οποίοι επιτρέπουν την επικοινωνία ανάμεσα σε αυτόν και το κυτταρόπλασμα., στοιχειώδης μεμβράνη: ΒΙΟΛ. κάθε μεμβράνη που αποτελείται από διπλή στιβάδα λιπιδίων και πρωτεΐνες., νηκτική μεμβράνη βλ. νηκτικός, τυμπανική μεμβράνη/τυμπανικός υμένας βλ. τυμπανικός [< μτγν. μεμβρᾶνα ‘δέρμα, περγαμηνή’, γαλλ.-αγγλ. membrane]
30238μεμβρανικός, ή, ό μεμ-βρα-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με την κυτταρική/πλασματική ή πυρηνική μεμβράνη: ~οί: υποδοχείς. ~ές: πρωτεΐνες. ~ά: ένζυμα. [< γαλλ. membranaire, περ. 1978]
30239μεμβρανοειδής, ής, ές μεμ-βρα-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με μεμβράνη, που είναι πάρα πολύ λεπτός: ~ής: επιφάνεια. Βλ. -ειδής.
30240μεμβρανόφωνομεμ-βρα-νό-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. μουσικό όργανο (π.χ. νταούλι, ντέφι, τύμπανο) στο οποίο ο ήχος παράγεται από την παλμική κίνηση τεντωμένης μεμβράνης. Βλ. αερό-, ιδιό-, χορδό-φωνο. [< γερμ. Membranophon, αγγλ. membranophone, 1927, γαλλ. ~, 1963]
30241μεμβρανώδης, ης, ες μεμ-βρα-νώ-δης επίθ. {μεμβρανώδ-ους | -εις (ουδ. -η), -ών} (επιστ.): που έχει τη μορφή, τη σύσταση μεμβράνης: (ΑΝΑΤ.) ~ης: ιστός. (ΖΩΟΛ.) ~η: φτερά (βλ. έλυτρο). Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. υμενώδης [< γαλλ. membraneux, αγγλ. membranous]
30242μεμέτηςμε-μέ-της ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ. μεμέτηδες κ. ουδ. μεμέτια, τα} (λαϊκό-μειωτ.): Τούρκος. Πβ. Τουρκαλάς. [< μεσν. μεμέτης, τουρκ. Mehmed]
30243μεμιάςμε-μιάς επίρρ. (προφ.) ΣΥΝ. μονομιάς 1. απότομα, ξαφνικά: Όλοι σώπασαν ~. ΣΥΝ. διαμιάς 2. με μια κίνηση: Ήπιε ~ όλο το κρασί (= μονο-κοπανιά, -ρούφι). [< μεσν. μεμιάς]
30244μεμονωμένος, η, ο με-μο-νω-μέ-νος επίθ.: που είναι αποσπασμένος από ένα σύνολο, χωριστός, μοναδικός: ~η: περίπτωση (πβ. ειδική)/προσπάθεια. ~ο: γεγονός/στοιχείο. ~οι: χρήστες. ~α: επεισόδια/κρούσματα. ~ες: εικόνες. Κατέβηκε στις εκλογές ως ~ υποψήφιος. Βλ. ομαδικός. ● επίρρ.: μεμονωμένα [< αρχ. μεμονωμένος, γαλλ. isolé]
30245μεμοράντουμμε-μο-ρά-ντουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (διπλωματικός όρ.) μνημόνιο. Πβ. διακοίνωση, νότα2, σύμφωνο, υπόμνημα. [< γαλλ. mémorandum, αγγλ. memorandum]
30246μεμπτός, ή, ό με-μπτός επίθ. (λόγ.): που μπορεί να κατηγορηθεί: ~ή: ενέργεια/συμπεριφορά. Δεν βρίσκω/δεν υπάρχει κάτι/τίποτα το ~ό (= μελανό), όλα έγιναν νομότυπα. ΣΥΝ. αξιοκατάκριτος, αξιόμεμπτος, επιλήψιμος, επίμεμπτος ΑΝΤ. άμεμπτος, ανεπίληπτος [< αρχ. μεμπτός]
30247μέμφομαιμέμ-φο-μαι ρ. (μτβ.) {μέμφθ-ηκε, μεμφθ-εί, μεμφ-όμενος, συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): αποδίδω μομφή σε κάποιον ή κάτι, το(ν) κατηγορώ, κατακρίνω: Τον ~εται για την άδικη συμπεριφορά του/που δεν κατάφερε να ... Βλ. εγκωμιάζω, επαινώ. ΣΥΝ. επιτιμώ (1), ονειδίζω (1), ψέγω [< αρχ. μέμφομαι]
30248μεμψιμοιρίαμεμ-ψι-μοι-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεμψιμοιρώ: Δεν αντιμετωπίζει τα εμπόδια με ~. Τους κάλεσε να πορευτούν ενωμένοι χωρίς ~ες. Πβ. γκρίνια, κλαψούρισμα. [< αρχ. μεμψιμοιρία]
30249μεμψίμοιρος, η, ο μεμ-ψί-μοι-ρος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από μεμψιμοιρία: ~η: διάθεση/στάση ζωής/συμπεριφορά (= μίζερη). Μην είσαι ~ (= γκρινιάρης, κλαψιάρης). [< αρχ. μεμψίμοιρος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.