Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [30920-30940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30244μεμονωμένος, η, ο με-μο-νω-μέ-νος επίθ.: που είναι αποσπασμένος από ένα σύνολο, χωριστός, μοναδικός: ~η: περίπτωση (πβ. ειδική)/προσπάθεια. ~ο: γεγονός/στοιχείο. ~οι: χρήστες. ~α: επεισόδια/κρούσματα. ~ες: εικόνες. Κατέβηκε στις εκλογές ως ~ υποψήφιος. Βλ. ομαδικός. ● επίρρ.: μεμονωμένα [< αρχ. μεμονωμένος, γαλλ. isolé]
30245μεμοράντουμμε-μο-ρά-ντουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (διπλωματικός όρ.) μνημόνιο. Πβ. διακοίνωση, νότα2, σύμφωνο, υπόμνημα. [< γαλλ. mémorandum, αγγλ. memorandum]
30246μεμπτός, ή, ό με-μπτός επίθ. (λόγ.): που μπορεί να κατηγορηθεί: ~ή: ενέργεια/συμπεριφορά. Δεν βρίσκω/δεν υπάρχει κάτι/τίποτα το ~ό (= μελανό), όλα έγιναν νομότυπα. ΣΥΝ. αξιοκατάκριτος, αξιόμεμπτος, επιλήψιμος, επίμεμπτος ΑΝΤ. άμεμπτος, ανεπίληπτος [< αρχ. μεμπτός]
30247μέμφομαιμέμ-φο-μαι ρ. (μτβ.) {μέμφθ-ηκε, μεμφθ-εί, μεμφ-όμενος, συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): αποδίδω μομφή σε κάποιον ή κάτι, το(ν) κατηγορώ, κατακρίνω: Τον ~εται για την άδικη συμπεριφορά του/που δεν κατάφερε να ... Βλ. εγκωμιάζω, επαινώ. ΣΥΝ. επιτιμώ (1), ονειδίζω (1), ψέγω [< αρχ. μέμφομαι]
30248μεμψιμοιρίαμεμ-ψι-μοι-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεμψιμοιρώ: Δεν αντιμετωπίζει τα εμπόδια με ~. Τους κάλεσε να πορευτούν ενωμένοι χωρίς ~ες. Πβ. γκρίνια, κλαψούρισμα. [< αρχ. μεμψιμοιρία]
30249μεμψίμοιρος, η, ο μεμ-ψί-μοι-ρος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από μεμψιμοιρία: ~η: διάθεση/στάση ζωής/συμπεριφορά (= μίζερη). Μην είσαι ~ (= γκρινιάρης, κλαψιάρης). [< αρχ. μεμψίμοιρος]
20545μεμψίμοιρος

, η, ο θερ-μο-ά-ντο-χος επίθ. (επιστ.): θερμοανθεκτικός. Πβ. πυράντοχος, πυρίμαχος.

30250μεμψιμοιρώ[μεμψιμοιρῶ] μεμ-ψι-μοι-ρώ ρ. (αμτβ.) {μεμψιμοιρ-εί, -ώντας, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): παραπονιέμαι συχνά και συνήθ. άδικα, αναίτια: Αντί να ~εί, αποφάσισε να αναλάβει δράση. Πβ. γκρινιάζω, κλαίγομαι, κλαψουρίζω. [< μτγν. μεμψιμοιρῶ]
30251μενσύνδ. (λόγ.): (δηλώνει αντιθετική σχέση· ακολουθεί το "δε" ή το "αλλά") από τη μια πλευρά, από το ένα μέρος: Τα μηνύματα είναι ~ θετικά, αλλά τίποτα δεν έχει ακόμη κριθεί. Συνομήλικοι ~, διαφορετικοί δε! ● ΦΡ.: και ο/η/το μεν και ο/η/το δε (επιτατ.): και οι δυο πλευρές: Ξέρουν καλά, και ο μεν και ο δε, ότι ... Και οι μεν και οι δε έχουν δίκιο. Και τα μεν και τα δε είναι αναγκαία για τον οργανισμό., ο/η/το μεν ... ο/η/το δε ...: ο ένας ... ο άλλος (για να δηλωθεί αντιθετική σχέση): Ο μεν θέλει βουνό, η δε θάλασσα., αφενός (μεν) ... αφετέρου (δε)/και αφετέρου βλ. αφενός & αφ' ενός, ναι μεν, αλλά βλ. ναι [< αρχ. μέν]
30252μέναβλ. εγώ
30253μένεαμέ-νε-α ουσ. (ουδ.) (τα): μόνο στη ● ΦΡ.: πνέει (τα) μένεα (απαιτ. λεξιλόγ.): είναι πολύ εξοργισμένος: Η μία πλευρά ~ ~ (= μαίνεται) εναντίον/κατά της άλλης. [< αρχ. πληθ. του μένος]
30254μενεξεδένιος, ια, ιο με-νε-ξε-δέ-νιος επίθ. (λογοτ.): που έχει το χρώμα του μενεξέ: ~ιο: δειλινό. Πβ. μενεξεδί, μοβ, ιώδες.
30255μενεξεδής & μενεξελής, -ιά, -ί με-νε-ξε-δής επίθ. (λογοτ.): που έχει το μοβ, βιολετί χρώμα του μενεξέ: ~ής: ουρανός. ~ιά: μάτια. ΣΥΝ. ιώδης ● Ουσ.: μενεξεδί & μενεξελί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα: το ~ του ηλιοβασιλέματος.
30256μενεξέςμε-νε-ξές ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. ποώδες διακοσμητικό φυτό (επιστ. ονομασ. Viola odorata) με μικρά και πολύ αρωματικά μοβ άνθη· συνεκδ. το άνθος του. Βλ. -ές. ΣΥΝ. βιολέτα, γιούλια, ίο(ν) [< τουρκ. menekşe]
30257μενετός, ή, ό με-νε-τός επίθ.: μόνο στη ● ΦΡ.: οι καιροί ου μενετοί (αρχαιοπρ.): οι (ευνοϊκές) περιστάσεις, οι ευκαιρίες δεν περιμένουν, πρέπει, επομένως, να ενεργήσουμε άμεσα: Η κυβέρνηση δεν πρέπει να καθυστερήσει, ~ ~. [< αρχ. μενετός]
30258μενθόλημεν-θό-λη ουσ. (θηλ.) & μινθόλη: ΧΗΜ. κρυσταλλική αλκοόλη (σύμβ. C10H20O) που έχει την οσμή και τις ιδιότητες της μέντας και χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και ως τοπικό αναισθητικό. Βλ. -όλη. [< γερμ. Menthol, γαλλ.-αγγλ. menthol < λατ. ment(h)a  + -ol < αρχ. μίνθη]
30259μενίρμε-νίρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) μενχίρ: ΑΡΧΑΙΟΛ. μεγαλιθικό μνημείο, μονόλιθος σφηνωμένος στο έδαφος: ~ τοποθετημένα κυκλικά/σε ευθεία γραμμή. Βλ. ντολμέν. [< γαλλ. menhir]
30260μένοςμέ-νος ουσ. (ουδ.) (λόγ.): μεγάλη οργή, παραφορά, επιθετική διάθεση: αντιλαϊκό/αντιπολιτευτικό/πολεμικό/ρατσιστικό ~ (εναντίον/κατά) ... Οι δηλώσεις του προκάλεσαν το ~ της κοινής γνώμης. Βλ. λύσσα, μανία, μένεα. [< αρχ. μένος]
30262μενούμε-νού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. σύνολο φαγητών που σερβίρονται σε ή προτείνονται για ένα ή περισσότερα γεύματα· (ειδικότ. σε εστιατόριο) λίστα με πιάτα που αποτελούν γεύμα με προκαθορισμένη τιμή: γαμήλιο/γαστρονομικό/διαιτητικό/προτεινόμενο/σταθερό/χριστουγεννιάτικο ~. Το ~ της εβδομάδας (= εβδομαδιαίο ~)/της ημέρας. ~ για χορτοφάγους. Τι έχει το ~ (= τι θα φάμε) απόψε;|| ~ εκδηλώσεων/για δύο άτομα. Βλ. αλά καρτ, μπουφές, ταμπλ-ντοτ. 2. κατάλογος, κυρ. εστιατορίου, με τα προσφερόμενα είδη, (π.χ. ορεκτικά, κυρίως πιάτα, επιδόρπια, ποτά), και τις τιμές τους: Το ~ περιλαμβάνει μεσογειακή κουζίνα. ΣΥΝ. εδεσματολόγιο, τιμοκατάλογος 3. (προφ.) πρόγραμμα δραστηριοτήτων, ασχολιών: πλούσιο ~ με ταξίδια σε όλη την υφήλιο. ● ΣΥΜΠΛ.: μενού (επιλογών): ΠΛΗΡΟΦ. λίστα που παρουσιάζει στην οθόνη ηλεκτρονικής συσκευής διάφορες εντολές, λειτουργίες ή παραμέτρους από τις οποίες μπορεί κάποιος να επιλέξει την κατάλληλη: ελληνικό/οριζόντιο ~ ~. Γραμμή ~ ~. Κάντε κλικ στο ~ ~ "Έναρξη". Επιστροφή στο αρχικό/κεντρικό ~ ~. Βλ. υπο~. [< αγγλ. menu, 1967] , πτυσσόμενο μενού βλ. πτύσσεται [< γαλλ. menu]
30263μενουέτοβλ. μινουέτο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.