Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [30940-30960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
20545μεμψίμοιρος

, η, ο θερ-μο-ά-ντο-χος επίθ. (επιστ.): θερμοανθεκτικός. Πβ. πυράντοχος, πυρίμαχος.

30250μεμψιμοιρώ[μεμψιμοιρῶ] μεμ-ψι-μοι-ρώ ρ. (αμτβ.) {μεμψιμοιρ-εί, -ώντας, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): παραπονιέμαι συχνά και συνήθ. άδικα, αναίτια: Αντί να ~εί, αποφάσισε να αναλάβει δράση. Πβ. γκρινιάζω, κλαίγομαι, κλαψουρίζω. [< μτγν. μεμψιμοιρῶ]
30251μενσύνδ. (λόγ.): (δηλώνει αντιθετική σχέση· ακολουθεί το "δε" ή το "αλλά") από τη μια πλευρά, από το ένα μέρος: Τα μηνύματα είναι ~ θετικά, αλλά τίποτα δεν έχει ακόμη κριθεί. Συνομήλικοι ~, διαφορετικοί δε! ● ΦΡ.: και ο/η/το μεν και ο/η/το δε (επιτατ.): και οι δυο πλευρές: Ξέρουν καλά, και ο μεν και ο δε, ότι ... Και οι μεν και οι δε έχουν δίκιο. Και τα μεν και τα δε είναι αναγκαία για τον οργανισμό., ο/η/το μεν ... ο/η/το δε ...: ο ένας ... ο άλλος (για να δηλωθεί αντιθετική σχέση): Ο μεν θέλει βουνό, η δε θάλασσα., αφενός (μεν) ... αφετέρου (δε)/και αφετέρου βλ. αφενός & αφ' ενός, ναι μεν, αλλά βλ. ναι [< αρχ. μέν]
30252μέναβλ. εγώ
30253μένεαμέ-νε-α ουσ. (ουδ.) (τα): μόνο στη ● ΦΡ.: πνέει (τα) μένεα (απαιτ. λεξιλόγ.): είναι πολύ εξοργισμένος: Η μία πλευρά ~ ~ (= μαίνεται) εναντίον/κατά της άλλης. [< αρχ. πληθ. του μένος]
30254μενεξεδένιος, ια, ιο με-νε-ξε-δέ-νιος επίθ. (λογοτ.): που έχει το χρώμα του μενεξέ: ~ιο: δειλινό. Πβ. μενεξεδί, μοβ, ιώδες.
30255μενεξεδής & μενεξελής, -ιά, -ί με-νε-ξε-δής επίθ. (λογοτ.): που έχει το μοβ, βιολετί χρώμα του μενεξέ: ~ής: ουρανός. ~ιά: μάτια. ΣΥΝ. ιώδης ● Ουσ.: μενεξεδί & μενεξελί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα: το ~ του ηλιοβασιλέματος.
30256μενεξέςμε-νε-ξές ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. ποώδες διακοσμητικό φυτό (επιστ. ονομασ. Viola odorata) με μικρά και πολύ αρωματικά μοβ άνθη· συνεκδ. το άνθος του. Βλ. -ές. ΣΥΝ. βιολέτα, γιούλια, ίο(ν) [< τουρκ. menekşe]
30257μενετός, ή, ό με-νε-τός επίθ.: μόνο στη ● ΦΡ.: οι καιροί ου μενετοί (αρχαιοπρ.): οι (ευνοϊκές) περιστάσεις, οι ευκαιρίες δεν περιμένουν, πρέπει, επομένως, να ενεργήσουμε άμεσα: Η κυβέρνηση δεν πρέπει να καθυστερήσει, ~ ~. [< αρχ. μενετός]
30258μενθόλημεν-θό-λη ουσ. (θηλ.) & μινθόλη: ΧΗΜ. κρυσταλλική αλκοόλη (σύμβ. C10H20O) που έχει την οσμή και τις ιδιότητες της μέντας και χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και ως τοπικό αναισθητικό. Βλ. -όλη. [< γερμ. Menthol, γαλλ.-αγγλ. menthol < λατ. ment(h)a  + -ol < αρχ. μίνθη]
30259μενίρμε-νίρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) μενχίρ: ΑΡΧΑΙΟΛ. μεγαλιθικό μνημείο, μονόλιθος σφηνωμένος στο έδαφος: ~ τοποθετημένα κυκλικά/σε ευθεία γραμμή. Βλ. ντολμέν. [< γαλλ. menhir]
30260μένοςμέ-νος ουσ. (ουδ.) (λόγ.): μεγάλη οργή, παραφορά, επιθετική διάθεση: αντιλαϊκό/αντιπολιτευτικό/πολεμικό/ρατσιστικό ~ (εναντίον/κατά) ... Οι δηλώσεις του προκάλεσαν το ~ της κοινής γνώμης. Βλ. λύσσα, μανία, μένεα. [< αρχ. μένος]
30262μενούμε-νού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. σύνολο φαγητών που σερβίρονται σε ή προτείνονται για ένα ή περισσότερα γεύματα· (ειδικότ. σε εστιατόριο) λίστα με πιάτα που αποτελούν γεύμα με προκαθορισμένη τιμή: γαμήλιο/γαστρονομικό/διαιτητικό/προτεινόμενο/σταθερό/χριστουγεννιάτικο ~. Το ~ της εβδομάδας (= εβδομαδιαίο ~)/της ημέρας. ~ για χορτοφάγους. Τι έχει το ~ (= τι θα φάμε) απόψε;|| ~ εκδηλώσεων/για δύο άτομα. Βλ. αλά καρτ, μπουφές, ταμπλ-ντοτ. 2. κατάλογος, κυρ. εστιατορίου, με τα προσφερόμενα είδη, (π.χ. ορεκτικά, κυρίως πιάτα, επιδόρπια, ποτά), και τις τιμές τους: Το ~ περιλαμβάνει μεσογειακή κουζίνα. ΣΥΝ. εδεσματολόγιο, τιμοκατάλογος 3. (προφ.) πρόγραμμα δραστηριοτήτων, ασχολιών: πλούσιο ~ με ταξίδια σε όλη την υφήλιο. ● ΣΥΜΠΛ.: μενού (επιλογών): ΠΛΗΡΟΦ. λίστα που παρουσιάζει στην οθόνη ηλεκτρονικής συσκευής διάφορες εντολές, λειτουργίες ή παραμέτρους από τις οποίες μπορεί κάποιος να επιλέξει την κατάλληλη: ελληνικό/οριζόντιο ~ ~. Γραμμή ~ ~. Κάντε κλικ στο ~ ~ "Έναρξη". Επιστροφή στο αρχικό/κεντρικό ~ ~. Βλ. υπο~. [< αγγλ. menu, 1967] , πτυσσόμενο μενού βλ. πτύσσεται [< γαλλ. menu]
30263μενουέτοβλ. μινουέτο
30264μένουλαμέ-νου-λα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. ερμαφρόδιτο ψάρι των μεσογειακών κυρ. ακτών (επιστ. ονομασ. Spicara Maena), με σκούρα γκρι ράχη, καστανές ρίγες και χαρακτηριστική μαύρη κηλίδα στο πλάι, το οποίο φτάνει μέχρι τα είκοσι πέντε εκατοστά και τρώγεται μαρινάτο ή παστό. Βλ. μαρίδα, τσέρουλα. [< βεν. menola]
30265μενσεβίκοςμεν-σε-βί-κος ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. -ΠΟΛΙΤ. μέλος της μειοψηφίας του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας. Βλ. μπολσεβίκος. [< γαλλ. menchevik, 1903]
30266μένταμέ-ντα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. πολυετές ποώδες αρωματικό φυτό (οικογ. Labiatae) με ποικίλες χρήσεις: άγρια ~. Πράσινη ~ (= δυόσμος). Οδοντόκρεμα/πράσινο τσάι/τσίχλες με γεύση ~ας/με ~. Πβ. καλαμίθρα, φλισκούνι. Βλ. κανέλα. ● ΦΡ.: κλάνω μαλλί/μέντες/πατάτες βλ. κλάνω [< λατ. menta, πβ. αρχ. μίνθη]
30267μενταγιόνμε-ντα-γιόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. κόσμημα, κυρ. κυκλικό ή οβάλ, που κρεμιέται στον λαιμό και το οποίο μπορεί να έχει θήκη όπου φυλάσσεται κάτι, συνήθ. φωτογραφία: ασημένιο/χρυσό ~. ~ σε σχήμα καρδιάς. Καρφίτσα-~. 2. ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό, ιδ. κρέας ή ψάρι, κομμένο σε φέτες ή ροδέλες: μοσχαρίσια ~. ~ αστακού. [< γαλλ. médaillon, 2: γαλλ. ~, 1934]
30268μεντελέβιομε-ντε-λέ-βι-ο ουσ. (ουδ.) & μεντελεγέβιο : ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό χημικό στοιχείο (σύμβ. Md, Ζ 101) της σειράς των ακτινιδών: Το ~ παράγεται συχνά με βομβαρδισμό αϊνσταϊνίου από ήλιον. [< αγγλ. mendelevium, 1955, ρωσ. ανθρ. D. Mendeleyev]
30269μεντεσέςμε-ντε-σές ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): μεταλλικός ή πλαστικός σύνδεσμος (πόρτας, παραθύρου, επίπλου) που βοηθά στο άνοιγμα και το κλείσιμό τους: ανοξείδωτοι/βιδωτοί/εσωτερικοί/ρυθμιζόμενοι ~έδες. Γρασάρω τους ~έδες. Βλ. -ές. ΣΥΝ. ρεζές, στροφέας (2) [< τουρκ. menteşe]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.