Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [30940-30960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30264μένουλαμέ-νου-λα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. ερμαφρόδιτο ψάρι των μεσογειακών κυρ. ακτών (επιστ. ονομασ. Spicara Maena), με σκούρα γκρι ράχη, καστανές ρίγες και χαρακτηριστική μαύρη κηλίδα στο πλάι, το οποίο φτάνει μέχρι τα είκοσι πέντε εκατοστά και τρώγεται μαρινάτο ή παστό. Βλ. μαρίδα, τσέρουλα. [< βεν. menola]
30265μενσεβίκοςμεν-σε-βί-κος ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. -ΠΟΛΙΤ. μέλος της μειοψηφίας του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Ρωσίας. Βλ. μπολσεβίκος. [< γαλλ. menchevik, 1903]
30266μένταμέ-ντα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. πολυετές ποώδες αρωματικό φυτό (οικογ. Labiatae) με ποικίλες χρήσεις: άγρια ~. Πράσινη ~ (= δυόσμος). Οδοντόκρεμα/πράσινο τσάι/τσίχλες με γεύση ~ας/με ~. Πβ. καλαμίθρα, φλισκούνι. Βλ. κανέλα. ● ΦΡ.: κλάνω μαλλί/μέντες/πατάτες βλ. κλάνω [< λατ. menta, πβ. αρχ. μίνθη]
30267μενταγιόνμε-ντα-γιόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. κόσμημα, κυρ. κυκλικό ή οβάλ, που κρεμιέται στον λαιμό και το οποίο μπορεί να έχει θήκη όπου φυλάσσεται κάτι, συνήθ. φωτογραφία: ασημένιο/χρυσό ~. ~ σε σχήμα καρδιάς. Καρφίτσα-~. 2. ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό, ιδ. κρέας ή ψάρι, κομμένο σε φέτες ή ροδέλες: μοσχαρίσια ~. ~ αστακού. [< γαλλ. médaillon, 2: γαλλ. ~, 1934]
30268μεντελέβιομε-ντε-λέ-βι-ο ουσ. (ουδ.) & μεντελεγέβιο : ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό χημικό στοιχείο (σύμβ. Md, Ζ 101) της σειράς των ακτινιδών: Το ~ παράγεται συχνά με βομβαρδισμό αϊνσταϊνίου από ήλιον. [< αγγλ. mendelevium, 1955, ρωσ. ανθρ. D. Mendeleyev]
30269μεντεσέςμε-ντε-σές ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): μεταλλικός ή πλαστικός σύνδεσμος (πόρτας, παραθύρου, επίπλου) που βοηθά στο άνοιγμα και το κλείσιμό τους: ανοξείδωτοι/βιδωτοί/εσωτερικοί/ρυθμιζόμενοι ~έδες. Γρασάρω τους ~έδες. Βλ. -ές. ΣΥΝ. ρεζές, στροφέας (2) [< τουρκ. menteşe]
30270μέντιουμμέ-ντι-ουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πρόσωπο που θεωρείται ότι έχει προφητικές-μεταφυσικές ικανότητες, καθώς επικοινωνεί με τον κόσμο των πνευμάτων, συνήθ. σε κατάσταση ύπνωσης: αστρολόγος-~. Πήγε σε ~ να μάθει το μέλλον του. Πβ. διάμεσο, παραψυχολόγος, πνευματιστής. Βλ. εκτόπλασμα.|| (προφ.) -Καλά πώς το βρήκες; ~ είσαι; [< γαλλ. médium, ιταλ. medium]
30271μέντοραςμέ-ντο-ρας ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.): σύμβουλος, καθοδηγητής, πεπειραμένος συνήθ. δάσκαλος: ιδεολογικός/πνευματικός/πολιτικός ~. Υπήρξε ~ μεγάλων προπονητών. ~ νεοδιοριζόμενου εκπαιδευτικού. Βλ. πυγμαλίων. [< αρχ. Μέντωρ, γαλλ.-αγγλ. mentor]
30272μεντρεσέςμε-ντρε-σές ουσ. (αρσ.): μουσουλμανική ιερατική σχολή. Πβ. ιεροδιδασκαλείο. Βλ. -ές. [< τουρκ. medrese]
30273μενχίρβλ. μενίρ
30274μένωμέ-νω ρ. (αμτβ.) {έμει-να, μεί-νει, μέν-οντας} 1. κατοικώ: ~ εκτός Ελλάδας/ένα στενό παρακάτω/(προσωρινά) με τους γονείς μου/μόνη μου/στην επαρχία/στον δεύτερο (όροφο)/στο κέντρο/στην οδό (βλ. διεύθυνση) ... Δεν ~ουν πια εδώ. ~ουμε αλλού τώρα/δίπλα-δίπλα (: είμαστε γείτονες)/(πολύ) κοντά. Απέναντί μας δεν ~ει κανείς. Σε ποια περιοχή/πού ~ετε; Μέναμε μαζί (= συγκατοικούσαμε). Θα ήθελες να ~νεις (= ζήσεις) μόνιμα στο εξωτερικό; ~ (= το σπίτι μου είναι) δέκα λεπτά από τη δουλειά. Πβ. δια~. 2. βρίσκομαι σε κάποιο μέρος, εξακολουθώ να είμαι κάπου, συχνά περισσότερο από το συνηθισμένο, το κανονικό: ~εις ή φεύγεις; Θα ~νω για δυο λεπτά. Μη ~ετε πολλή ώρα κάτω από τον ήλιο. Θα ~νετε για φαγητό; Μακάρι να μέναμε περισσότερο! Θα χρειαστεί να ~νετε στο κρεβάτι/νοσοκομείο για λίγες μέρες. Μέχρι πότε/πόσο θα ~νεις; Άσε με να ~νω λίγο ακόμη. Μπορείς να ~νεις όσο θέλεις. ~νε εκεί που είσαι, έρχομαι! Μπορείς να λείψεις όσο θες, θα ~νω εγώ στη θέση σου (βλ. αντικαθιστώ). ~νετε στις θέσεις σας (= μην κουνηθείτε). ~να όλη μέρα μέσα (: στο σπίτι, δεν βγήκα καθόλου· πβ. κλείστηκα). Σ' ευχαριστώ που ~νες μαζί μου. Θα ~νω (= κάτσω) κι άλλο. ~νατε καιρό στο χωριό; ~νε έξω όλο το βράδυ/μέχρι το απόγευμα στο γραφείο. ~να (= περίμενα) να δω τι θα γίνει. Στο τέλος ~ναν τρεις κι ο κούκος.|| Τα πλοία ~ναν στο λιμάνι εξαιτίας της κακοκαιρίας (βλ. αγκυροβολώ).|| Θα ~ουμε σε ξενοδοχείο/δίκλινο. Πβ. διανυκτερεύω, καταλύω.|| Το δικαστήριο έκρινε ότι το παιδί πρέπει να ~νει με τη μητέρα του. 3. περιέρχομαι σε συγκεκριμένη κατάσταση ή (συνεχίζω να) έχω μια ιδιότητα, να βρίσκομαι σε μία θέση, σε ένα επίπεδο: ~ έκπληκτος/ξύπνιος ως αργά/τελευταίος/ψύχραιμος. ~νε ακίνητη/αμίλητη για μια στιγμή. ~νε ανύπαντρη/έγκυος/ορφανή/παράλυτη/χήρα/χωρίς δουλειά (πβ. άνεργη). Μείναμε με την απορία/την ελπίδα/το παράπονο. Θέλω να ~νω μόνος μου. Ας ~νουμε φίλοι. Μη ~ετε αρκετές ώρες νηστικοί. Λες να μου ~νει κουσούρι; Του ~νε το παρατσούκλι. ~ναν ατιμώρητοι. Η ομάδα ~νε με δέκα παίκτες από το πρώτο ημίχρονο. Μείνε ήσυχος (κ. χιουμορ. ~νε ανήσυχος). Μη ~εις αδρανής/απαθής/θεατής. Ας ~νουμε ενωμένοι. Δεν μείναμε ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα. Πώς να ~νετε για πάντα νέοι. ~ει πιστός στην παράδοση. Δεν πρέπει να ~ουμε στάσιμοι. ~νετε συντονισμένοι (= συντονιστείτε) στον σταθμό. Δεν ~νε κανένας ζωντανός (πβ. γλιτώνω, επιβιώνω, διασώζομαι). Μείνατε καιρό μαζί (: βγαίνατε, είχατε σχέση);|| Αύριο τα σχολεία θα ~νουν κλειστά. Το πλοίο ~νε ακυβέρνητο. Το πρώτο τους άλμπουμ ~νε στα αζήτητα. Η ομάδα ~νε στην Α' Εθνική/στην κορυφή. Ας ~νουν τα πράγματα όπως είναι. (εμφατ.) Σύνθημα που ήταν, είναι και θα ~νει διαχρονικό. ΣΥΝ. παραμένω (1) 4. (συνήθ. + σε) σταματώ ή περιορίζομαι σε κάτι: Ας μη ~νουμε σ' αυτό. Ας ~ουμε (= σταθούμε) εδώ για λίγο. Ας ~νει εδώ το θέμα. ~ει στα ίδια και τα ίδια (πβ. επιμένει). Η συμφωνία ~νε στα χαρτιά (= δεν εφαρμόστηκε, δεν τηρήθηκε). Συνεχίζουμε από κει που ~ναμε την τελευταία φορά. Πού/σε ποιο κεφάλαιο είχαμε ~νει; ~νε στις υποσχέσεις (πβ. μένω στα λόγια). Οι διεθνείς μας ~ναν τελικά στην προσπάθεια (: δεν κατάφεραν να προκριθούν). Οι δύο ομάδες ~ναν στο 1-1.|| (αρνητ. συνυποδ.) Έχει ~νει στη δεκαετία του ... Μη ~εις (= κολλάς) στο παρελθόν/στους τύπους. 5. ξεμένω, μου τελειώνει κάτι: ~να από/χωρίς βενζίνη/μονάδες/μπαταρία/χρήματα. Το νησί κινδυνεύει να ~νει χωρίς πόσιμο νερό/ρεύμα. 6. απορρίπτομαι, κόβομαι: Στις πόσες απουσίες ~εις; ~νε σε δύο μαθήματα. ΑΝΤ. περνώ (5) 7. {συνηθέστ. στον αόρ.} (νεαν. αργκό) νιώθω μεγάλη έκπληξη, αδυνατώ να αντιδράσω: Μιλάμε, μόλις την είδα ~να (πβ. έπαθα, κόλλησα)! Τον κοιτάς και ~εις ... Καλά, μόλις το άκουσα, ~να (= κουφάθηκα)! ΣΥΝ. παθαίνω πλάκα 8. για κάτι που κληρονομεί κάποιος ή του ανήκει: Η περιουσία του θα ~νει στο ίδρυμα. Της ~νε το σπίτι από τους γονείς της.μένει 1. απομένει, περισσεύει, υπολείπεται: Μια βδομάδα ~/~νε μέχρι τις διακοπές. Μία λύση μόνο ~. Αυτό είναι ό,τι ~νε απ' το φαγητό; Έχει ~νει καθόλου κρασί;|| Δεν μου ~ χρόνος να ξεκουραστώ. Πόσος χρόνος ζωής του ~ ακόμη; Λίγες ώρες ~ναν για την έναρξη του μεγάλου τελικού. Δεν τους ~ουν και πολλά (ενν. χρήματα) κάθε μήνα. Δεν ~νε ούτε δεκάρα.|| Τι άλλο ~ να κάνουμε; ~ να μάθω αν θα έρθουν. ~ουν πολλά να γίνουν ακόμα. Το μόνο που ~ να δούμε είναι ...|| (στην αριθμητική) Αν από το πέντε αφαιρέσουμε δύο, ~ουν τρία. 2. εξακολουθεί να υπάρχει, διαρκεί· ειδικότ. διατηρείται στη μνήμη παρά το πέρασμα του χρόνου: Έχουν ~νει κάποια σημάδια. Η αληθινή αγάπη ~ για πάντα. Δεν ~νε (= δεν σώθηκε) τίποτα από εκείνη την εποχή.|| Αυτό το ταξίδι θα μου ~νει αξέχαστο. Τι σας ~νε από την αποψινή βραδιά; Στιγμές που ~ναν στην ιστορία. Παροιμιώδης φράση που έχει ~νει ως τις μέρες μας. ● ΦΡ.: έμεινα να ...: συνεχίζω να κάνω κάτι: ~ ~ την κοιτάζω καθώς απομακρυνόταν. Στο τέλος μένεις να αναρωτιέσαι γιατί έγιναν όλα αυτά., έμεινε στον τόπο (μτφ.) 1. βρήκε ξαφνικό θάνατο, πέθανε ακαριαία: Χτύπησε στο κεφάλι κι ~ ~.|| Μην της λες τέτοια, θα μας μείνει ~ (= επιτόπου). 2. έμεινε στην ίδια τάξη., ήρθα για να μείνω (εμφατ.): για να δηλωθεί η εμφάνιση και αποφασιστική παρουσία προσώπου ή πράγματος σε έναν χώρο, με στόχο την εδραίωσή του σε αυτόν: ~ ~ πολλά χρόνια στην ομάδα. Ήρθαμε για να μείνουμε, ο κόσμος να χαλάσει.|| Τα μέτρα της κυβέρνησης/οι συσκευές ηλεκτρονικής ανάγνωσης ήρθαν για να μείνουν., μένει στη μέση (προφ.): δεν ολοκληρώνεται κάτι: Η δουλειά/το παιχνίδι/η προσπάθεια έμεινε ~. Οι σπουδές του/τα σχέδια έμειναν ~. Τα έργα κινδυνεύουν να μείνουν ~ (= ανολοκλήρωτα).|| (σπανιότ. στο α' ή β' πρόσ.) Ξεκίνησα να γράφω, αλλά έμεινα ~ (= δεν το τελείωσα)., μένει ως έχει: δεν αλλάζει: Το αποτέλεσμα του αγώνα/το θέμα/η κατάσταση ~ ~. Μερικά πράγματα καλύτεραν να ~ουν ως ~ουν., μένω μακριά (μτφ.): δεν πλησιάζω: ~ει ~ από τα φώτα της δημοσιότητας. Μείνε ~ απ' τα ναρκωτικά/το ποτό. Πβ. αποφεύγω.|| Οι δύο παίκτες έμειναν ~ από τις ατομικές τους επιδόσεις., μένω στα χέρια (κάποιου) {συνήθ. στον αόρ.} 1. για πρόσωπο που πεθαίνει ξαφνικά ενώπιον άλλου: Του 'μεινε ~ ο ασθενής. 2. για κάτι που χαλάει κατά τη χρήση του: Μου 'μεινε ~ το χερούλι της πόρτας., μένω στην ίδια τάξη: δεν προβιβάζομαι στην επόμενη: ~ε ~ λόγω απουσιών. ΣΥΝ. έμεινε στον τόπο (2), ταύτα και μένω (λόγ.): έκφραση που δηλώνει ότι κάποιος δεν έχει να πει κάτι άλλο: ~ ~ προς το παρόν., (αφήνω/μένει) το πεδίο/το έδαφος ελεύθερο βλ. ελεύθερος, (κάποιος/κάτι) μένει στα λόγια βλ. λόγια, (τα λόγια πετούν,) τα γραπτά μένουν βλ. γραπτός, αφήνω (κάποιον/κάτι) σύξυλο/μένω σύξυλος βλ. σύξυλος, αφήνω/παρατώ (κάποιον) στα κρύα του λουτρού βλ. λουτρό, βρέθηκε/έμεινε στον άσο βλ. άσος, δεν (απο)μένει (τίποτα άλλο) παρά/εκτός από βλ. απομένω, δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα βλ. πέτρα, δεν έμεινε ρουθούνι βλ. ρουθούνι, δεν έμεινε/δεν άφησαν (ούτε) κολυμπηθρόξυλο (όρθιο) βλ. κολυμπηθρόξυλο, δεν έμεινε/δεν άφησαν τίποτα όρθιο βλ. τίποτα, δεν μου έμεινε άντερο βλ. άντερο, είμαι/έχω μείνει ταπί (και ψύχραιμος) βλ. ταπί1, έμεινα με τη γλύκα βλ. γλύκα, έμεινα με την εντύπωση βλ. εντύπωση, έμεινα με την όρεξη βλ. όρεξη, έμεινε (ο) μισός βλ. μισός, ζω/μένω/είμαι στη σκιά βλ. σκιά, η κακία θα σου μείνει! βλ. κακία, θα/να/ας μείνει ανάμεσά μας/μεταξύ μας βλ. ανάμεσα, κάθομαι/μένω/περιμένω/στέκομαι με σταυρωμένα/δεμένα χέρια/σταυρώνω τα χέρια βλ. σταυρώνω, μ' έπιασε/έπαθα/έμεινα από λάστιχο βλ. λάστιχο, μένω (απ') έξω βλ. έξω, μένω άγαλμα βλ. άγαλμα, μένω αμανάτι βλ. αμανάτι, μένω άφωνος βλ. άφωνος, μένω κάγκελο βλ. κάγκελο, μένω μετεξεταστέος βλ. μετεξεταστέος, μένω μπουκάλα βλ. μπουκάλα, μένω πίσω βλ. πίσω, μένω σέκος βλ. σέκος, μένω στο ράφι βλ. ράφι, μένω στον δρόμο βλ. δρόμος, μένω/αφήνω κόκαλο βλ. κόκαλο, μένω/γίνομαι στήλη άλατος βλ. στήλη, μένω/είμαι ρέστος βλ. ρέστος, μένω/είμαι στεγνός βλ. στεγνός, μένω/ζω/είμαι στο νοίκι βλ. νοίκι, μπαίνει/μένει στο ράφι βλ. ράφι, να μου λείπει (το βύσσινο) βλ. λείπω, πέθανε/έμεινε στην ψάθα βλ. ψάθα, περνά/μένει απαρατήρητο(ς) βλ. απαρατήρητος, περνά/μένει/μπαίνει στην ιστορία βλ. ιστορία, στέκομαι/μένω στο πόδι κάποιου βλ. πόδι [< αρχ. μένω]
30275μεξικανικός, ή, ό με-ξι-κα-νι-κός επίθ. & (προφ.) μεξικάνικος: που σχετίζεται με το Μεξικό ή/και τους Μεξικανούς. ● Ουσ.: μεξικάνικο (το) (προφ.): μεξικανικό εστιατόριο ή φαγητό. Βλ. κινέζικο.
30276Μεξικανός, ΜεξικανήΜε-ξι-κα-νός επίθ./ουσ. & (προφ.) Μεξικάνος, Μεξικάνα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στο Μεξικό ή κατάγεται από αυτό ή έχει αποκτήσει τη μεξικανική υπηκοότητα.
30277μεπεριδίνημε-πε-ρι-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. είδος αναλγητικού, κυρ. οπιοειδούς (σύμβ. C15H21NO2). Βλ. -ίνη, μορφίνη. [< αγγλ. meperidine, 1947]
30278μέραμέ-ρα ουσ. (θηλ.) {μερών} (προφ.) : ημέρα. ● Υποκ.: μερούλες (οι) {σπάν. στον εν. μερούλα} (προφ.): για να δηλωθεί σύντομο χρονικό διάστημα, μικρή διάρκεια: Κάνε αίτηση και σε δυο/λίγες ~ (το πολύ) θα το 'χεις στα χέρια. ● ΣΥΜΠΛ.: άγιες μέρες & Άγιες ημέρες: για σημαντικές γιορτές, συνήθ. η περίοδος των Χριστουγέννων και του Πάσχα: Έρχονται ~ ~. Πού θα περάσετε τις ~ ~;, επόμενη μέρα: η μέρα ή κυρ. η περίοδος που ακολουθεί ένα σημαντικό ή καταστροφικό γεγονός ως προς τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται για την κοινωνία ή την ανθρωπότητα: η ~ ~ των εκλογών/μετά τον σεισμό., αλκυονίδες (μέρες) βλ. αλκυονίδες, αποφράδα μέρα βλ. αποφράδα, άσπρη μέρα βλ. άσπρος, γιορτάρες μέρες βλ. γιορτάρης, η (η)μέρα της μαρμότας βλ. μαρμότα, χάπι της επόμενης μέρας βλ. χάπι, χρονιάρες μέρες βλ. χρονιάρης ● ΦΡ.: από μέρα σε μέρα: μέσα στις επόμενες μέρες, σύντομα: Θα έρθει/τον περιμένω ~ ~., από τη μια στιγμή/μέρα στην άλλη & (σπάν.) από τη μια ώρα στην άλλη: σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ξαφνικά: Μπορεί να καταφτάσει ~ ~ (πβ. όπου να 'ναι). Το κακό μπορεί να συμβεί ~ ~. [< γαλλ. d'un moment/jour à l'autre] , βρήκες τη μέρα/μέρα που βρήκες να ...! (προφ.): για ακατάλληλη μέρα: ~ ~ να λείπεις ...!, βρίσκω/πετυχαίνω κάποιον σε καλή/κακή μέρα ή είμαι σε καλή/κακή μέρα: για καλή/κακή διάθεση ή απόδοση κάποιου (μια συγκεκριμένη μέρα): Με βρήκες/με πέτυχες σε κακή μέρα (= δεν είναι η μέρα μου σήμερα)., για μια μέρα: (για ισχύ, φήμη) όσο διαρκεί μια μέρα: δωρεάν μετακίνηση/ήρωας ~ ~., δεν είναι η μέρα μου (σήμερα)!: δεν είμαι σε καλή ψυχική διάθεση ή αντιμετωπίζω αναποδιές (σήμερα): Πβ. δε(ν) με θέλει.|| (με κατάφαση) Είναι η μέρα μου (σήμερα) (= μου πάνε όλα καλά, έχω επιτυχίες)!, είμαι στις μέρες μου: είμαι ετοιμόγεννη., έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα δική μου: έχω τη συγκεκριμένη μέρα ελεύθερη (μη εργάσιμη), ώστε να τη διαθέσω όπως θέλω., έχω (όλη/ολόκληρη) τη μέρα μπροστά μου: έχω πολύ χρόνο ακόμα μέχρι να βραδιάσει, επομένως μπορώ να κάνω κάτι χωρίς βιασύνη: Πρέπει να ξεκινήσουμε νωρίς, για να έχουμε ~ μας!, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται (παροιμ.): η καλή εξέλιξη φαίνεται από την αρχή., η μέρα με τη νύχτα: για να δηλωθεί η (απόλυτη) αντίθεση ή διαφορά ανάμεσα σε πρόσωπα ή καταστάσεις, απόψεις: Διαφέρουν όσο ~ ~., κάθε μέρα και καλύτερα: για σταδιακή, διαρκή βελτίωση: Αισθάνομαι/πηγαίνω ~ ~ (= καλυτερεύω, βελτιώνομαι)., κάθε χρόνο τέτοια μέρα: για κάτι που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο την ίδια μέρα: Μας θυμούνται ~ ~., κι αύριο μέρα (του Θεού) είναι: μπορούμε και αύριο να κάνουμε κάτι που δεν προλάβαμε ή δεν μπορέσαμε σήμερα: Δεν βαριέσαι! ~ ~!, μέρα με τη μέρα & μέρα με την ημέρα: καθώς περνά ο καιρός, σταθερά: Η κατάστασή του βελτιώνεται/επιδεινώνεται ~ ~., μέρα παρά μέρα: ανά δύο εικοσιτετράωρα: Ξεσκονίζει ~ ~., μέρα που είναι/που 'ναι: σε μια τόσο σημαντική μέρα: Έλα τώρα, ~ ~, μην είσαι στενοχωρημένος!, μέρα-νύχτα & νύχτα-μέρα: διαρκώς, αδιάκοπα, ακατάπαυστα: Διαβάζει/δουλεύει ~ ~. ΣΥΝ. μερόνυχτα, νυχθημερόν, μου φτιάχνει/μου χαλάει τη μέρα: με κάνει να νιώθω ωραία/να στενοχωρηθώ: Μου 'φτιαξες τη ~ με τα αστεία/με το χαμόγελό σου!, οι μέρες του είναι λίγες/μετρημένες: για πρόσωπο που πρόκειται να πεθάνει σύντομα ή κυρ. να αποπεμφθεί ή να αντικατασταθεί ή για κάτι που δεν έχει μέλλον, που θα πάψει να υφίσταται: ~ ~ στη δουλειά/στην ομάδα., πηγαίνει καλά η μέρα (μου): συμβαίνουν ευχάριστα γεγονότα εντός του εικοσιτετραώρου: Το πρωί ακούει λίγη μουσική, για να πάει ~ της., σαν να μην πέρασε μια μέρα: για κάποιον ή κάτι που παραμένει αμετάβλητο(ς), αναλλοίωτο(ς) στο πέρασμα του χρόνου: ~ ~ από την τελευταία φορά που την είχα δει., σώθηκαν οι μέρες του: πέθανε ή είναι ετοιμοθάνατος. ΣΥΝ. έσβησε το καντήλι του, τελείωσαν/τέλειωσαν οι μέρες του 1. (για πρόσ.) πέθανε. 2. (για πράγμα) δεν μπορεί πια να χρησιμοποιηθεί, είναι άχρηστο. Πβ. τα έφαγε (τα 'φαγε)/είναι λίγα/είναι μετρημένα/τέλειωσαν τα ψωμιά του., την κακή (και την ψυχρή) σου μέρα! (υβριστ.): ως κατάρα. ΣΥΝ. τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο!, τρώω τη/χάνω τη/πηγαίνει χαμένη η μέρα μου: ξοδεύω τον χρόνο μου χωρίς ικανοποιητικό αποτέλεσμα: Έφαγα/έχασα τη μέρα μου, προσπαθώντας να βρω τα κλειδιά μου/για να τακτοποιήσω το σπίτι. Άδικα πήγε η μέρα μου!, δεν είναι κάθε μέρα τ' Άι-Γιαννιού/Πασχαλιά/Κυριακή/γιορτή βλ. Πασχαλιά2, έγινε η νύχτα μέρα/έκαναν τη(ν) νύχτα μέρα βλ. νύχτα, έκανε/έχει κάνει τη νύχτα μέρα βλ. νύχτα, μέρα μεσημέρι βλ. μεσημέρι, μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες βλ. μετρώ, μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες βλ. μετρώ, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, οι καιροί είναι πονηροί/οι μέρες είναι πονηρές βλ. πονηρός, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. κάμωμα, τι μέρα (μου) ξημερώνει! βλ. ξημερώνω [< μεσν. μέρα]
30279μεράκιμε-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. αγάπη, ζήλος, όρεξη: σπίτι φτιαγμένο με γούστο και ~. Η μαγειρική θέλει ~ (= τέχνη). 2. πολύ δυνατή επιθυμία, λαχτάρα· (συνεκδ. στον πληθ.) ο επακόλουθος καημός, σε περίπτωση που μείνει απραγματοποίητη: Έχει ~ για ό,τι κάνει. Το 'χει ~ να ασχοληθεί με το θέατρο. Πβ. καΐλα, όνειρο, πάθος.|| Πιάσε ένα ποτό, να μας φύγουν τα ~ια! Πβ. μαράζι, νταλκάς, ντέρντι. [< τουρκ. merak]
30280μερακλής, μερακλούμε-ρα-κλής επίθ./ουσ. (προφ.): πρόσωπο που απολαμβάνει κάτι πάρα πολύ, που προτιμά π.χ. το καλαίσθητο, το εύγευστο ή που κάνει κάτι με αγάπη, ζήλο: μεζεδάκια για ~ήδες.|| ~ μάστορας/τεχνίτης. Βλ. -λής. [< τουρκ. meraklι]
30281μερακλίδικος, η, ο με-ρα-κλί-δι-κος επίθ. (προφ.): που είναι φτιαγμένος με μεράκι, ώστε να προκαλεί απόλαυση, κέφι: ~ος: καφές/μεζές (πβ. απολαυστικός). ~η: δουλειά (πβ. προσεγμένη). ~ο: τραγούδι/φαγητό (: νόστιμο). Βλ. -ίδικος. ● επίρρ.: μερακλίδικα
30282μεράκλωμαμε-ρά-κλω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): το να έρχεται κάποιος σε κέφι ή σπανιότ. το να μεθάει.
30283μερακλώνωμε-ρα-κλώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μεράκλω-σα, μερακλώ-σω, -θηκα, -μένος} (προφ.): έρχομαι σε ή προκαλώ κέφι, ευθυμία ή (σπανιότ.) μεθύσι: ~ με τα τραγούδια του. ~θηκε/~σε και σηκώθηκε να χορέψει ζεϊμπέκικο. Τον ~σε η μουσική και άρχισε να τραγουδά.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.