| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30284 | μεραρχία | με-ραρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. βασικός σχηματισμός του Στρατού Ξηράς, μικρότερος από το σώμα και μεγαλύτερος από την ταξιαρχία, που συνδυάζει μονάδες όπλων και σωμάτων και έχει τη δυνατότητα διεξαγωγής μεγάλων σε έκταση επιθετικών ή αμυντικών πολεμικών επιχειρήσεων: αερομεταφερόμενη/μηχανοκίνητη/τεθωρακισμένη ~. ~ αλπινιστών/πεζικού/πυροβολικού. Διοικητής ~ας (= μέραρχος). Βλ. -αρχία. [< μτγν. μεραρχία ‘στρατιωτική μονάδα 2048 ανδρών’] | |
| 30285 | μεραρχιακός | , ή, ό με-ραρ-χι-α-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με τη μεραρχία: ~ή: μονάδα αναγνωρίσεως. ~ό: πεζικό/πυροβολικό. | |
| 30286 | μέραρχος | μέ-ραρ-χος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτατος αξιωματικός που διοικεί μεραρχία, συνήθ. υποστράτηγος. Βλ. -αρχος, ταξίαρχος. [< πβ. μτγν. μεράρχης ‘διοικητής μονάδας 2048 ανδρών’] | |
| 30287 | μερδικό | βλ. μερτικό | |
| 30288 | μερεμέτι | με-ρε-μέ-τι ουσ. (ουδ.) {κυρ. στον πληθ.} & μερεμέτισμα (λαϊκό) 1. επισκευή, επιδιόρθωση μικρής βλάβης: έτοιμος σοβάς για ~ια σε εξωτερικές και εσωτερικές επιφάνειες. 2. (σπανιότ.-μτφ.) πρόχειρη ή προσωρινή ρύθμιση. ΣΥΝ. μπάλωμα (3) ● Υποκ.: μερεμετάκι (το) [< τουρκ. meremet] | |
| 30289 | μερεμετίζω | με-ρε-με-τί-ζω ρ. (μτβ.) {μερεμέτι-σα, μερεμετί-σω} (λαϊκό): επισκευάζω, επιδιορθώνω μικρή βλάβη. | |
| 30290 | μερεμέτισμα | βλ. μερεμέτι | |
| 30291 | μερεύω | βλ. ημερεύω | |
| 30293 | μεριά | με-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. πλευρά: η εξωτερική/εσωτερική/κάτω/μπροστινή/πάνω/πίσω/πλαϊνή (= πλάι) ~ (πβ. επιφάνεια). Στην απέναντι ~ του δρόμου. Στην ανατολική/βόρεια ~ (= ανατολικά/βόρεια) του νησιού. Από την άλλη ~ του λόφου. Φωτοτυπία της αστυνομικής ταυτότητας κι από τις δύο ~ές (= όψεις). Γύρνα και από την άλλη ~ (ενν. του σώματος).|| (μτφ.) Από τη ~ του πατέρα/της μητέρας μου κατάγομαι από ... 2. (μτφ.) καθένα από τα δύο ή περισσότερα μέρη (π.χ. πρόσωπα, ομάδες, κράτη) που βρίσκονται σε αντιπαράθεση ή σχετίζονται μεταξύ τους: Με ποιανού (τη) ~ (: το μέρος) είσαι; Οι απώλειες κι απ' τις δύο ~ιές (= αμφοτέρωθεν, ένθεν κακείθεν) ήταν μεγάλη. Συκοφαντίες εξαπολύονται από διάφορες ~ιές. Το έχω ακούσει από πολλές ~ιές. 3. (μτφ.) θέση, όψη, σκοπιά, διάσταση: η τέχνη από τη ~ της ψυχανάλυσης. Το θέμα θα εξεταστεί απ' όλες τις ~ιές (= πλήρως). Απ' όποια ~ κι αν δει κάποιος τα μέτρα, είναι άδικα. Πβ. οπτική γωνία. ΣΥΝ. πλευρά (4) 4. συγκεκριμένο μέρος, θέση, σημείο: απόμερη/ήσυχη ~ (πβ. γωνιά).|| (συνήθ. σε αφηγήσεις) Έπρεπε να ήσουν/να σ' είχα σε μια ~, να δεις πώς έκανε! 5. κατεύθυνση: κατά/προς Αθήνα ~. Η θέα από το βουνό είναι φανταστική προς όλες τις ~ιές.|| Άνθρωποι απ' όλες τις ~ιές του κόσμου (: από παντού) καταφθάνουν στο νησί. ● ΦΡ.: από/απ' τη μεριά (μου/σου ...) & από μεριάς (μου/σου ...): όσον αφορά εμένα/εσένα ...: (Εγώ) ~ ~ μου θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για τη βοήθειά σας. Καθένας ~ ~ του έκανε ό,τι μπορούσε., σε καλή μεριά!: (ως ευχή) για σωστή αξιοποίηση χρημάτων ή άλλων αγαθών που απόκτησε πρόσφατα κάποιος: Άντε/συγχαρητήρια και ~ ~ (τα κέρδη)! Βλ. καλοφάγωτος., σε μια μεριά: σε μια θέση, παράμερα: Κάτσε (ακίνητος) ~ ~, με ζάλισες! Καθόταν αμίλητη ~ ~ (: στην άκρη)., από τη μια (πλευρά/μεριά) ..., από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. πλευρά, από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. άλλος [< μεσν. μεριά] | |
| 30294 | μεριάζω | με-ριά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κυρ. μέριασε} (λαϊκό-λογοτ.): παραμερίζω. Πβ. κάνω στην άκρη/στην μπάντα, κάνω/ανοίγω χώρο/τόπο. | |
| 30295 | μερίδα | με-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ποσότητα φαγητού για ένα άτομο: ατομική/διπλή/κανονική/μικρή (πβ. μικρο~)/οικονομική/χορταστική ~. Μία ~ γεμιστά. Τιμή ~ας ... ευρώ. Θερμίδες ανά ~. Συνταγή/υλικά για τέσσερις ~ες. Ζήτησε/πήρε και δεύτερη ~. Καταναλώνετε τουλάχιστον μία ~ φρούτων ημερησίως. (για εστιατόριο, ταβέρνα) Ζεστό περιβάλλον, με προσεγμένα πιάτα και μεγάλες/πλούσιες ~ες. 2. μέρος, τμήμα συνόλου: με αφορμή δημοσιεύματα ~ας του Τύπου ... Μεγάλη/σημαντική ~ (= ποσοστό) εργαζομένων/φοιτητών αντιδρούν στα νέα μέτρα.|| (ΝΟΜ.) Κληρονομική ~ (πβ. κληρο-δότημα, -δοσία). Εξ αδιαθέτου ~ (βλ. νόμιμη μοίρα). ΣΥΝ. μερίδιο 3. ΟΙΚΟΝ. ποσοστό κατοχής, κυρ. σε επιχείρηση, συνεταιρισμό: εταιρική/συνεταιριστική ~. ~ συμμετοχής. Βλ. μετοχή. 4. ΛΟΓΙΣΤ. λογαριασμός: λογιστική ~. Κοινή επενδυτική ~. Τηρείται χωριστή ~ για ... 5. παράταξη, ομάδα: πολιτική ~. Αντιμαχόμενες ~ες. Πβ. κλίκα, φατρία. 6. (επίσ.) αρχείο σε ληξιαρχείο, στρατολογικό γραφείο: στρατολογική ~. ● Υποκ.: μεριδούλα (η): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: μεριδάρα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: μερίδα εστιατορίου: (συνήθ. σε δίαιτες) η ελάχιστη ποσότητα από κάθε φαγητό που είναι υποχρεωμένο να σερβίρει ένα εστιατόριο., μισή μερίδα (μτφ.-μειωτ.): για κάποιον μικροκαμωμένο: Για δες, ~ ~ άνθρωπος και μας κοροϊδεύει κι από πάνω! Άκου τον! ~ ~ άνθρωπος και βγάζει γλώσσα! , οικογενειακή μερίδα: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. η οικογενειακή κατάσταση του κάθε δημότη, όπως έχει καταγραφεί στο δημοτολόγιο: άνοιγμα ~ής ~ας/μεταφορά σε νέα ~ ~ λόγω γάμου. ● ΦΡ.: η μερίδα του λέοντος βλ. λέων [< 1,2,5: αρχ. μερίς 3,4,6: γαλλ.-αγγλ. portion] | |
| 30296 | μερίδιο | με-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): μέρος, τμήμα ή ποσοστό από ένα σύνολο, που αναλογεί σε κάποιον ή κάτι: Tο (μέσο) ~ τηλεθέασης του καναλιού άγγιξε το 30%. Χώρα που διεκδικεί ~ από τα κοιτάσματα πετρελαίου της ευρύτερης περιοχής.|| (ΟΙΚΟΝ.) Εταιρικά/κρατικά ~α. ~α αμοιβαίων κεφαλαίων. ~ εσόδων/συμμετοχής. Αύξηση/(εξ)αγορά/πώληση ~ίων. Βλ. -ίδιο, τηλε~, τοκο~, χρονο~. ΣΥΝ. αναλογία (4), μερίδα (2), μερτικό ● ΣΥΜΠΛ.: μερίδιο ευθύνης: το μέρος της ευθύνης που αναλογεί σε κάποιον: Έχει το κύριο ~ ~. Το άγχος φέρει σημαντικό ~ ~ για αρκετές ασθένειες. Αναλαμβάνω το ~ της ~ που μου αναλογεί., μερίδιο/κομμάτι/μέρος (της) αγοράς βλ. αγορά ● ΦΡ.: κομμάτι/μερίδιο από την πίτα βλ. πίτα [< μτγν. μερίδιον ‘μικρό μέρος, σωματίδιο’, γαλλ. part, αγγλ. share] | |
| 30297 | μεριδιούχος | [μεριδιοῦχος] με-ρι-δι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΟΙΚΟΝ. κάτοχος μεριδίου, συνήθ. σε αμοιβαία κεφάλαια. Πβ. εταίρος, μέτοχος. Βλ. -ούχος1. | |
| 30298 | μερίζω | με-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {μέρι-σα, μερί-σω, -στηκε, -στεί, -σμένος, συνήθ. μεσοπαθητ.} (λόγ.): χωρίζω κάτι σε μερίδια, διαιρώ, μοιράζω: Το ποσό ~εται σε έξι μηνιαίες δόσεις. Πβ. κατα~. [< αρχ. μερίζω, γαλλ. partager] | |
| 30299 | μερίκευση | με-ρί-κευ-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): εξέταση των επιμέρους σημείων ενός ευρύτερου θέματος: ~ του υλικού. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν υπόκεινται σε ~εύσεις. Πβ. εξειδίκευση. ΑΝΤ. γενίκευση (1) [< γαλλ. particularisation] | |
| 30300 | μερικεύω | με-ρι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {μερίκευ-σα, μερικεύ-σει, -τηκε, -τεί, -μένος} (σπάν.-λόγ.): εξετάζω επιμέρους σημεία ευρύτερου θέματος: ~ έναν στόχο. Πβ. εξειδικεύω. ΑΝΤ. γενικεύω (2) [< μτγν. μερικεύω, γαλλ. particulariser] | |
| 30301 | μερικοί, -ές, -ά | με-ρι-κοί αόρ. αντων.: για να δηλωθεί αόριστος αριθμός προσώπων ή πραγμάτων, κάποιοι: (ως επίθ.) ~ές φορές το παρακάνεις (πβ. ενίοτε, κάποτε). Ενδεικτικά αναφέρουμε ~ά (πβ. κάμποσα, ορισμένα) παραδείγματα.|| (ως ουσ.) ~οί λένε ότι ... ~ές από εσάς γνωρίζουν τι έγινε. ● ΦΡ.: μερικοί μερικοί (αρνητ. συνυποδ.): λέγεται υπαινικτικά για πρόσωπα που δεν θέλει κάποιος να κατονομάσει: Αυτά να τ' ακούν ~ ~ που λένε διάφορα. Αυτά κάνετε και παίρνετε θάρρος ~ές ~ές. [< μεσν. μερικοί] | |
| 30302 | μερικός | , ή, ό με-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με ένα μόνο μέρος της έννοιας που προσδιορίζει: ~ός: αποκλεισμός/αποχρωματισμός (ΑΝΤ. ολικός)/κατάλογος. ~ή: αναπηρία/απαγόρευση (απόπλου)/άρση (του εμπάργκο)/έκλειψη ηλίου (ΑΝΤ. ολική)/ιδιωτικοποίηση/κάλυψη (διδάκτρων. ΑΝΤ. πλήρης)/καταστροφή (ΑΝΤ. ολοκληρωτική)/προστασία/φοίτηση. ~ό: ωράριο (πβ. παρτ-τάιμ). ~ά: συμπεράσματα (= ορισμένα). Υπό ~ό έλεγχο τέθηκε η πυρκαγιά. Πβ. τμηματικός. Βλ. συνολικός.|| (ΜΑΘ.) ~ό: άθροισμα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ό: σύνολο. ● επίρρ.: μερικώς (λόγ.) [-ῶς]: ΣΥΝ. εν μέρει ΑΝΤ. εν όλω ● ΣΥΜΠΛ.: μερική απασχόληση βλ. απασχόληση [< αρχ. μερικός] | |
| 30303 | μερικότητα | με-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μερικού: η ~ μιας θέσης. Πβ. αποσπασματικότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. γενικότητα, καθολικότητα, συνολικότητα ● μερικότητες (οι): ειδικές λεπτομέρειες: Το καθολικό γίνεται κατανοητό μέσα από τις ~. ΑΝΤ. γενικότητες [< μεσν. μερικότης, γαλλ. particularité] | |
| 30304 | μέριμνα | μέ-ρι-μνα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): φροντίδα, ενδιαφέρον: βιοτική/διοικητική/ιατρική/κοινωνική/κρατική/οικονομική/υγειονομική/φοιτητική ~. Οι ~ες (= έγνοιες) της ζωής. Έχει ληφθεί ειδική ~ για τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Πβ. μέλημα, πρόνοια, προσοχή. ΑΝΤ. αδιαφορία (1), αμέλεια (1), αμεριμνησία ● ΣΥΜΠΛ.: γονική μέριμνα: ΝΟΜ. το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που έχει ένα φυσικό (συνήθ. οι γονείς) ή νομικό πρόσωπο, βάσει δικαστικής απόφασης, αναφορικά με την ανατροφή, την περιουσία και τη νομική εκπροσώπηση ενός παιδιού: δικαιούχοι ~ής ~ας. Ασκώ (τη) ~ ~. Πβ. επιμέλεια. ● ΦΡ.: μερίμνη κάποιου (επίσ.): με τη φροντίδα, επιμέλεια, καθοδήγησή του: Τα δικαιολογητικά κατατίθενται ~ του υποψηφίου. [< αρχ. μέριμνα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ