| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2126 | αλιεύω | [ἁλιεύω] α-λι-εύ-ω ρ. (μτβ.) {αλίευ-σα, -τηκε κ. -θηκε, -οντας, -όμενος, -μένος} 1. (επίσ.) ψαρεύω: (Αλιείς/σκάφη) ~ουν στην ανοικτή θάλασσα/μεγάλες ποσότητες σολομού/με δίχτυα/στα ύδατα τρίτων χωρών. Ψάρια που έχουν ~τεί παράνομα. ~όμενα: είδη. 2. (μτφ.) αναζητώ και συγκεντρώνω συστηματικά: ~ει πληροφορίες/ψηφοφόρους. Έγγραφα που ~θηκαν από το αρχείο του υπουργείου. Φωτογραφίες ~μένες από το διαδίκτυο. Γλωσσικά μαργαριτάρια ~μένα από γραπτά μαθητών. Πβ. συλλέγω. [< 1: αρχ. ἁλιεύω 2: ιταλ. pescare, γαλλ. pêcher] | |
| 2127 | άλικος | , η, ο [ἄλικος] ά-λι-κος επίθ. (λογοτ.): βαθυκόκκινος, πορφυρός: ~ο: αίμα/ρόδο/χρώμα. ~α: χείλη. ΣΥΝ. κατακόκκινος [< τουρκ. al] | |
| 2128 | αλίμενος | , η, ο [ἀλίμενος] α-λί-με-νος επίθ.: που δεν έχει λιμάνι και κατ' επέκτ. αφιλόξενος: Οι ακτές του νησιού είναι απόκρημνες/βραχώδεις και ~ες.|| ~ο: μέρος. Πβ. άξενος. [< αρχ. ἀλίμενος] | |
| 2129 | αλίμονο | [ἀλίμονο] α-λί-μο-νο επιφών.: για έκφραση απόγνωσης, αγωνίας, οίκτου, μετάνοιας, αποτροπιασμού: ~ό μου, τι έπαθα η δύστυχη! Αν είναι αλήθεια, ~ό μας! ~ σε μένα! ~ αν περιμένω από τους άλλους! Πβ. αλί, βάι, συμφορά, τρισ~, φευ.|| (: προφ., ως απάντηση) -Σ' ευχαριστώ πολύ για τη βοήθειά σου! -~ (: ούτε να το σκέφτεσαι)! ● ΦΡ.: αλίμονό σου! (προφ.): ως απειλή, με αποτρεπτική λειτουργία: Φέρτε πίσω τα δανεικά, γιατί ~ σας! (επιτατ.) Ουαί κι ~ ~, αν ξαναβρίσεις!, ουαί και/κι αλίμονο (επιτατ.-απειλητ.): ~ ~ό σου αν σε πιάσω στα χέρια μου! [< μεσν. αλίμονον – παλαιότ. ορθογρ. αλλοίμονο] | |
| 2130 | αλίπαστος | , η, ο [ἁλίπαστος] α-λί-πα-στος επίθ. (επίσ.): που συντηρείται στο αλάτι: ~ο: κρέας/σκουμπρί. ~α αβγά οξυρρύγχου (= χαβιάρι). Βλ. άλμη. ΣΥΝ. παστός ● Ουσ.: αλίπαστα (τα): τρόφιμα που συντηρούνται στο αλάτι: βιομηχανία ~άστων. ~, καπνιστά και αποξηραμένα. [< αρχ. ἁλίπαστος] | |
| 2131 | αλίπεδο | [ἁλίπεδο] α-λί-πε-δο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. παραθαλάσσια πεδινή έκταση: μεσογειακά ~α. Έλη και ~α. [< μτγν. ἁλίπεδον] | |
| 2132 | άλιπος | , η, ο [ἂλιπος] ά-λι-πος επίθ. (σπάν.): που δεν περιέχει λίπος ή λίπη: ~η: δίαιτα/σωματική μάζα (: το σύνολο των ιστών του σώματος μετά την αφαίρεση του λιπώδους ιστού. ΑΝΤ. λιπώδης μάζα). ~ο: κρέας (= χωρίς λίπος). | |
| 2133 | αλισάχνη | [ἁλισάχνη] α-λι-σά-χνη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): λεπτό στρώμα αλατιού που παραμένει σε μια επιφάνεια, μετά την εξάτμιση του θαλασσινού νερού. Πβ. αλμύρα. [< μεσν. αλισάχνη] | |
| 2134 | αλισβερίσι | [ἀλισβερίσι] α-λι-σβε-ρί-σι ουσ. (ουδ.) & αλισιβερίσι (λαϊκό): (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) εμπορική δοσοληψία και κατ' επέκτ. κάθε είδους συναλλαγή, σχέση: οικονομικό ~. Δεν θέλει να έχει ~ια μαζί του.|| Καθημερινό/κομματικό ~. Ύποπτα ~ια εταιρειών με πολιτικά πρόσωπα. ΣΥΝ. νταραβέρι (1), πάρε-δώσε (1) [< μεσν. αλισβερίσι] | |
| 2135 | αλισφακιά | [ἀλισφακιά] α-λι-σφα-κιά ουσ. (θηλ.) & αλιφασκιά (λαϊκό-διαλεκτ.): ΒΟΤ. φασκομηλιά. ΣΥΝ. ελελίφασκος, σάλβια [< μεσν. αλισφακιά] | |
| 2136 | αλιτήριος | [ἀλιτήριος] α-λι-τή-ρι-ος ουσ. (αρσ.) & (εσφαλμ.) αλητήριος (μειωτ.): αλήτης, απατεώνας: Με ξεγέλασε ο ~! ~οι και καιροσκόποι. (προφ.) Γιατί, βρε ~ε, έκανες πως δεν με είδες; Πβ. άθλιος, αλητάμπουρας, δόλιος, κατεργάρης, πανούργος, παλιάνθρωπος, φαύλος. [< αρχ. ἀλιτήριος 'ασεβής, ένοχος'] | |
| 2137 | άλιωτος | , η, ο [ἂλιωτος] ά-λιω-τος επίθ. 1. που δεν έχει λιώσει: ~ος: πάγος. ~ο: χιόνι. 2. που δεν έχει φθαρεί ή δεν φθείρεται εύκολα: ~η: σόλα. ~ο: ρούχο. Πβ. ανθεκτικός, άφθαρτος.|| (που δεν έχει αποσυντεθεί:) ~ο: σώμα (νεκρού). [< μτγν. ἀλείωτος] | |
| 2138 | αλκαδιένια | [ἀλκαδιένια] αλ-κα-δι-έ-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {αλκαδιενί-ων, σπανιότ. στον εν. αλκαδιένιο} & διένια: ΧΗΜ. ακόρεστοι αλειφατικοί υδρογονάνθρακες με δύο διπλούς δεσμούς. Βλ. αλκίνια. [< αγγλ. diene, 1917] | |
| 2139 | αλκάλια | [ἀλκάλια] αλ-κά-λι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {-ίων | σπανιότ. στον εν. αλκάλιο, -ίου}: ΧΗΜ. τα μέταλλα της πρώτης ομάδας του περιοδικού πίνακα (λίθιο, νάτριο, κάλιο, ρουβίδιο, καίσιο και φράγκιο), τα οποία αντιδρούν πολύ έντονα με το νερό και σχηματίζουν υδροξείδια: ισχυρά/καυστικά (: υδροξείδια των οποίων το υδατικό διάλυμα παρουσιάζει αλκαλική αντίδραση)/χλωριούχα ~. Μέταλλα/οξείδια ~ίων. [< μεσν. αλκάλιον, γαλλ. alcalis] | |
| 2140 | αλκαλικός | , ή, ό [ἀλκαλικός] αλ-κα-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τα αλκάλια και τις ιδιότητές τους ή περιέχει αλκάλια: ~ή: αντίδραση/υδρόλυση. ~ό: έδαφος/νερό (: που το πε χα του είναι μεγαλύτερο από επτά). ~ές: ενώσεις/πηγές (: που περιέχουν διαλυμένη στο νερό τους μεγάλη ποσότητα ενώσεων των αλκαλίων)/τροφές. ~ά: άλατα/μέταλλα (: που μαζί με οξυγόνο δίνουν αλκάλια). Βλ. όξινος. ● ΣΥΜΠΛ.: αλκαλικές γαίες: τα μέταλλα της κύριας υποομάδας της δεύτερης ομάδας του περιοδικού πίνακα (βηρύλλιο, μαγνήσιο, ασβέστιο, βάριο, στρόντιο, ράδιο). [< γαλλ. terres alcalines] , αλκαλικές μπαταρίες: ΤΕΧΝΟΛ. που χρησιμοποιούν διαλύματα αλκαλικών ενώσεων για την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας και έχουν μεγαλύτερη διάρκειας ζωής από τις απλές., αλκαλική φωσφατάση: ΒΙΟΧ. ένζυμο που υπάρχει στα κύτταρα όλων των ιστών, ιδ. στο ήπαρ, στους χοληφόρους πόρους, στα οστά, στο έντερο και στον πλακούντα: αυξημένη ~ ~ αίματος/ορού., αλκαλικό διάλυμα: που έχει τιμή πε χα μεγαλύτερη από επτά. Πβ. βασικό διάλυμα. [< γαλλ. solution alcaline] [< γαλλ. alcalin] | |
| 2141 | αλκαλικότητα | [ἀλκαλικότητα] αλ-κα-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ιδιότητα κυρ. ρευστού με πε χα μεγαλύτερο του επτά: αύξηση/µείωση της ~ας. ~ ενός διαλύματος/των εδαφών/των λυµάτων/του νερού (= σκληρότητα). Βλ. οξύτητα, -ότητα. ΣΥΝ. βασικότητα [< γαλλ. alcalinité] | |
| 2142 | αλκαλιμετρία | [ἀλκαλιμετρία] αλ-κα-λι-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ογκομετρική μέθοδος για τον προσδιορισμό της αναλογίας βάσεως ενός αλκαλικού διαλύματος. Βλ. οξυμετρία, -μετρία. [< γαλλ. alcalimétrie, αγγλ. alkalimetry] | |
| 2143 | αλκαλοειδή | [ἀλκαλοειδῆ] αλ-κα-λο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. αλκαλοειδές}: ΧΗΜ. οργανικές αλκαλικές ενώσεις φυτικής κυρ. προέλευσης, οι οποίες περιέχουν τουλάχιστον ένα άτομο αζώτου στο μόριό τους και έχουν θεραπευτική ή τοξική δράση. Βλ. εφεδρ-, κιν-, μορφ-, νικοτ-, στρυχν-ίνη, κοκαΐνη. [< γαλλ. alcaloïdes, αγγλ. alcaloids] | |
| 2144 | αλκάλωση | [ἀλκάλωση] αλ-κά-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της οξεοβασικής ισορροπίας του οργανισμού λόγω της άθροισης βάσεων ή της απώλειας οξέων από το σώμα: αναπνευστική/μεταβολική ~. Βλ. οξέωση. [< γαλλ. alcalose, 1926] | |
| 2145 | αλκάνια | [ἀλκάνια] αλ-κά-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {αλκανί-ων | σπανιότ. στον εν. αλκάνιο}: ΧΗΜ. κορεσμένοι αλειφατικοί υδρογονάνθρακες, παραφίνες. Βλ. -άνιο, κυκλο~. [< αγγλ. alkane, γαλλ. alcane, 1960] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ