Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3080-3100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2136αλιτήριος[ἀλιτήριος] α-λι-τή-ρι-ος ουσ. (αρσ.) & (εσφαλμ.) αλητήριος (μειωτ.): αλήτης, απατεώνας: Με ξεγέλασε ο ~! ~οι και καιροσκόποι. (προφ.) Γιατί, βρε ~ε, έκανες πως δεν με είδες; Πβ. άθλιος, αλητάμπουρας, δόλιος, κατεργάρης, πανούργος, παλιάνθρωπος, φαύλος. [< αρχ. ἀλιτήριος 'ασεβής, ένοχος']
2137άλιωτος, η, ο [ἂλιωτος] ά-λιω-τος επίθ. 1. που δεν έχει λιώσει: ~ος: πάγος. ~ο: χιόνι. 2. που δεν έχει φθαρεί ή δεν φθείρεται εύκολα: ~η: σόλα. ~ο: ρούχο. Πβ. ανθεκτικός, άφθαρτος.|| (που δεν έχει αποσυντεθεί:) ~ο: σώμα (νεκρού). [< μτγν. ἀλείωτος]
2138αλκαδιένια[ἀλκαδιένια] αλ-κα-δι-έ-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {αλκαδιενί-ων, σπανιότ. στον εν. αλκαδιένιο} & διένια: ΧΗΜ. ακόρεστοι αλειφατικοί υδρογονάνθρακες με δύο διπλούς δεσμούς. Βλ. αλκίνια. [< αγγλ. diene, 1917]
2139αλκάλια[ἀλκάλια] αλ-κά-λι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {-ίων | σπανιότ. στον εν. αλκάλιο, -ίου}: ΧΗΜ. τα μέταλλα της πρώτης ομάδας του περιοδικού πίνακα (λίθιο, νάτριο, κάλιο, ρουβίδιο, καίσιο και φράγκιο), τα οποία αντιδρούν πολύ έντονα με το νερό και σχηματίζουν υδροξείδια: ισχυρά/καυστικά (: υδροξείδια των οποίων το υδατικό διάλυμα παρουσιάζει αλκαλική αντίδραση)/χλωριούχα ~. Μέταλλα/οξείδια ~ίων. [< μεσν. αλκάλιον, γαλλ. alcalis]
2140αλκαλικός, ή, ό [ἀλκαλικός] αλ-κα-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τα αλκάλια και τις ιδιότητές τους ή περιέχει αλκάλια: ~ή: αντίδραση/υδρόλυση. ~ό: έδαφος/νερό (: που το πε χα του είναι μεγαλύτερο από επτά). ~ές: ενώσεις/πηγές (: που περιέχουν διαλυμένη στο νερό τους μεγάλη ποσότητα ενώσεων των αλκαλίων)/τροφές. ~ά: άλατα/μέταλλα (: που μαζί με οξυγόνο δίνουν αλκάλια). Βλ. όξινος. ● ΣΥΜΠΛ.: αλκαλικές γαίες: τα μέταλλα της κύριας υποομάδας της δεύτερης ομάδας του περιοδικού πίνακα (βηρύλλιο, μαγνήσιο, ασβέστιο, βάριο, στρόντιο, ράδιο). [< γαλλ. terres alcalines] , αλκαλικές μπαταρίες: ΤΕΧΝΟΛ. που χρησιμοποιούν διαλύματα αλκαλικών ενώσεων για την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας και έχουν μεγαλύτερη διάρκειας ζωής από τις απλές., αλκαλική φωσφατάση: ΒΙΟΧ. ένζυμο που υπάρχει στα κύτταρα όλων των ιστών, ιδ. στο ήπαρ, στους χοληφόρους πόρους, στα οστά, στο έντερο και στον πλακούντα: αυξημένη ~ ~ αίματος/ορού., αλκαλικό διάλυμα: που έχει τιμή πε χα μεγαλύτερη από επτά. Πβ. βασικό διάλυμα. [< γαλλ. solution alcaline] [< γαλλ. alcalin]
2141αλκαλικότητα[ἀλκαλικότητα] αλ-κα-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ιδιότητα κυρ. ρευστού με πε χα μεγαλύτερο του επτά: αύξηση/µείωση της ~ας. ~ ενός διαλύματος/των εδαφών/των λυµάτων/του νερού (= σκληρότητα). Βλ. οξύτητα, -ότητα. ΣΥΝ. βασικότητα [< γαλλ. alcalinité]
2142αλκαλιμετρία[ἀλκαλιμετρία] αλ-κα-λι-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ογκομετρική μέθοδος για τον προσδιορισμό της αναλογίας βάσεως ενός αλκαλικού διαλύματος. Βλ. οξυμετρία, -μετρία. [< γαλλ. alcalimétrie, αγγλ. alkalimetry]
2143αλκαλοειδή[ἀλκαλοειδῆ] αλ-κα-λο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. αλκαλοειδές}: ΧΗΜ. οργανικές αλκαλικές ενώσεις φυτικής κυρ. προέλευσης, οι οποίες περιέχουν τουλάχιστον ένα άτομο αζώτου στο μόριό τους και έχουν θεραπευτική ή τοξική δράση. Βλ. εφεδρ-, κιν-, μορφ-, νικοτ-, στρυχν-ίνη, κοκαΐνη. [< γαλλ. alcaloïdes, αγγλ. alcaloids]
2144αλκάλωση[ἀλκάλωση] αλ-κά-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της οξεοβασικής ισορροπίας του οργανισμού λόγω της άθροισης βάσεων ή της απώλειας οξέων από το σώμα: αναπνευστική/μεταβολική ~. Βλ. οξέωση. [< γαλλ. alcalose, 1926]
2145αλκάνια[ἀλκάνια] αλ-κά-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {αλκανί-ων | σπανιότ. στον εν. αλκάνιο}: ΧΗΜ. κορεσμένοι αλειφατικοί υδρογονάνθρακες, παραφίνες. Βλ. -άνιο, κυκλο~. [< αγγλ. alkane, γαλλ. alcane, 1960]
2146αλκένια[ἀλκένια] αλ-κέ-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {αλκενίων, σπάν. στον εν. αλκένιο}: ΧΗΜ. ακόρεστοι αλειφατικοί υδρογονάνθρακες με έναν τουλάχιστον διπλό δεσμό, ολεφίνες. [< αγγλ. alkene, γαλλ. alcène, πριν από το 1960]
2147αλκή[ἀλκή] αλ-κή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ρώμη, δύναμη: σωματική ~. Πβ. ευρωστία, στιβαρότητα, σφρίγος.|| (μτφ.) Πνευματική/ψυχική ~. [< αρχ. ἀλκή]
2148άλκιμος, η, ο [ἄλκιμος] άλ-κι-μος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που έχει δύναμη, ρωμαλέος: ~ος: νέος. ~ο: σώμα. Πβ. δυνατός, εύρωστος, στιβαρός. ΑΝΤ. αδύναμος (1), ασθενικός (1), καχεκτικός [< αρχ. ἄλκιμος]
2149αλκίνια[ἀλκίνια] αλ-κί-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {αλκινίων, σπάν. στον εν. αλκίνιο} & (σπάν.) αλκύνια: ΧΗΜ. ακόρεστοι αλειφατικοί υδρογονάνθρακες με τριπλό δεσμό (CnH2n−2). Βλ. αλκαδιένια. [< αγγλ. alkyne]
2150αλκολίκιβλ. αλκοολίκι
2151αλκολικόςβλ. αλκοολικός
2152αλκοόλ[ἀλκοόλ] αλ-κο-όλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. κάθε οινοπνευματώδες ποτό: κατανάλωση/κατάχρηση ~. Εξάρτηση από το ~. Εθισμένος στο ~. Οδηγούσε υπό την επήρεια ~. 2. οινόπνευμα: υψηλή/χαμηλή περιεκτικότητα σε ~. Κοκτέιλ/μπίρα χωρίς ~ (= μη αλκοολούχα).|| Λοσιόν χωρίς ~. ΣΥΝ. αιθανόλη (1), αιθυλική αλκοόλη [< γαλλ. alcool]
2153αλκοόλη[ἀλκοόλη] αλ-κο-ό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. οργανική ένωση στην οποία ένα άτομο υδρογόνου του υδρογονάνθρακα έχει αντικατασταθεί με υδροξύλιο: αλειφατικές/ανώτερες/ισομερείς/κυκλικές/μονοσθενείς ~ες. Πρωτο-/δευτερο-/τριτο-ταγείς ~ες. Βλ. πολυαλκοόλες, -όλη. ● ΣΥΜΠΛ.: αιθυλική αλκοόλη βλ. αιθυλικός, βενζυλική αλκοόλη βλ. βενζυλικός, μεθυλική αλκοόλη βλ. μεθυλικός, προπυλική αλκοόλη βλ. προπυλικός [< γαλλ. alcool]
2154αλκοολίκι[ἀλκοολίκι] αλ-κο-ο-λί-κι ουσ. (ουδ.) & αλκολίκι (προφ.) 1. αλκοολισμός. 2. (μτφ.) μανία, πάθος για κάτι: μεγάλο ~ η μικρή οθόνη. Έχει ~ με τη δουλειά του. Πβ. έξη, μανία, πώρωση. Βλ. -ίκι.
2155αλκοολικός, ή, ό [ἀλκοολικός] αλ-κο-ο-λι-κός επίθ. & (προφ.) αλκολικός: που σχετίζεται με ή περιέχει αλκοόλ: ~ός: βαθμός (= οινοπνευματικός)/τίτλος (κρασιού).|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: ηπατοπάθεια/ηπατίτιδα/τοξίκωση (= μέθη). ~ό: σύνδρομο.|| (καταχρ.) ~ό: διάλυμα (= αλκοολούχο). Βλ. αντι~. ● Ουσ.: αλκοολικός, αλκοολική (ο/η) {κ. (λαϊκό) θηλ. αλκοολικιά} 1. πρόσωπο που πάσχει από αλκοολισμό. Πβ. μπεκρής, πότης. Βλ. νηφάλιος.|| (ως επίθ.) ~ός: πατέρας. 2. (μτφ.) πρόσωπο που διακατέχεται από πάθος ή εμμονή για κάτι: ~ με τη δουλειά (πβ. εργασιομανής)/μπάλα. [< 1: γαλλ. alcoolique 2: αγγλ. -aholic, 1965] ● ΣΥΜΠΛ.: αλκοολική ζύμωση βλ. ζύμωση [< γαλλ. alcoolique]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.