| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30305 | μεριμνώ | [μεριμνῶ] με-ρι-μνώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μεριμν-άς ..., -ώντας | μερίμν-ησα, -ήσω} (λόγ.): φροντίζω, ενδιαφέρομαι έμπρακτα για κάποιον ή κάτι: Οι υπεύθυνοι δεν ~ησαν, ώστε να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας. Ο υπάλληλος οφείλει να ~ά (= να λαμβάνει μέριμνα) για ... ΣΥΝ. νοιάζομαι (1), προνοώ ΑΝΤ. αδιαφορώ, παραμελώ [< αρχ. μεριμνῶ] | |
| 30306 | μερινός | με-ρι-νός ουσ. (ουδ.) & μερινό {άκλ.}: ΖΩΟΛ. ράτσα προβάτου· συνεκδ. το εξαιρετικής ποιότητας λεπτό και απαλό μαλλί του: πλεκτό σάλι από ~ και βαμβάκι.|| (ως επίθ.) Μαλλί ~. [< γαλλ. mérinos < ισπαν. merino] | |
| 30307 | μέρισμα | μέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {μερίσμ-ατος | -ατα}: ΟΙΚΟΝ. ποσό που διανέμεται, συνήθ. ετησίως, από τα κέρδη ανώνυμης εταιρείας στους μετόχους της: αυξημένο/έκτακτο/πληρωτέο/προνομιούχο/πρόσθετο/προσωρινό/συμπληρωματικό/σωρευτικό/τελικό ~. Καταβολή/πληρωμή ~ατος. Βλ. προ~. || Κοινωνικό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ψηφιακό μέρισμα: ΤΗΛΕΠ. φάσμα συχνοτήτων το οποίο απελευθερώνεται κατά την πλήρη μετάβαση από την αναλογική στην ψηφιακή μετάδοση και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε καινοτόμες εφαρμογές. [< αγγλ. digital dividend] [< μτγν. μέρισμα ‘τμήμα, μερίδα’, γαλλ. dividende] | |
| 30308 | μερισματαπόδειξη | με-ρι-σμα-τα-πό-δει-ξη ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. απόδειξη με βάση την οποία καταβάλλεται το μέρισμα στον δικαιούχο: ~είξεις μετοχών. Εξαργύρωση ~είξεων. Βλ. τοκομερίδιο. ΣΥΝ. μερισματόγραφα | |
| 30309 | μερισματαπόδοση | με-ρι-σμα-τα-πό-δο-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. μερισματική απόδοση. | |
| 30310 | μερισματικός | , ή, ό με-ρι-σμα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με το μέρισμα: ~ή: πολιτική (εταιρείας/τράπεζας). ~ά: έσοδα. ● ΣΥΜΠΛ.: μερισματική απόδοση: το μέρισμα ως ποσοστό της τρέχουσας χρηματιστηριακής τιμής ανά μετοχή για συγκεκριμένη χρονική περίοδο: μετοχές με υψηλές ~ές ~όσεις. ΣΥΝ. μερισματαπόδοση [< αγγλ. dividend yield] | |
| 30311 | μερισματόγραφα | με-ρι-σμα-τό-γρα-φα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. μερισματόγραφο}: ΟΙΚΟΝ. μερισματαποδείξεις. | |
| 30312 | μερισματούχος | [μερισματοῦχος] με-ρι-σμα-τού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΟΙΚΟΝ. πρόσωπο που δικαιούται να λάβει μέρισμα: ~οι του ΜΤΠΥ. Πβ. μέτοχος. Βλ. -ούχος1. | |
| 30313 | μερισμός | με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) μοίρασμα, κατανομή: ~ καθηκόντων/κόστους/πόρων/χρόνου.|| (στη λογιστική) Φύλλο ~ού εξόδων. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. επιμερισμός, καταμερισμός 2. ΜΑΘ. διαίρεση αριθμού σε μέρη ανάλογα. [< αρχ. μερισμός, γαλλ. partage] | |
| 30314 | μεριστικός | , ή, ό με-ρι-στι-κός επίθ. (σπάν.): που διαχωρίζει, ξεχωρίζει, διαφοροποιεί: (στην ιχθυολογία) ~ά: χαρακτηριστικά (: που χρησιμοποιούνται για τη διάκριση διαφόρων πληθυσμών ψαριών).|| (ΓΛΩΣΣ.) Το ~ό άρθρο της γαλλικής γλώσσας (: μπροστά από μη μετρήσιμα ουσιαστικά). [< μτγν. μεριστικός, αγγλ. meristic, γαλλ. partitif] | |
| 30315 | μερίστωμα | με-ρί-στω-μα ουσ. (ουδ.) {μεριστώμ-ατα}: ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. φυτικός ιστός που παράγει νέα κύτταρα με επανειλημμένες μιτωτικές διαιρέσεις: ακραίο ~ (βλαστού/ρίζας). Κορυφαία/παρένθετα/πλευρικά ή πλάγια ~ατα. Πβ. κάμβιο. [< γερμ. Meristem, γαλλ. méristème, αγγλ. meristem < αρχ. μεριστός] | |
| 30316 | μεριστωματικός | , ή, ό με-ρι-στω-μα-τι-κός επίθ.: ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με το μερίστωμα: ~ός: ιστός/πολλαπλασιασμός. ~ή: αύξηση/καλλιέργεια (φυτών). ~ά: κύτταρα (βλ. βλαστοκύτταρα). [< γαλλ. méristématique, αγγλ. meristematic] | |
| 30317 | Μερκάλι | Μερ-κά-λι ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: κλίμακα Μερκάλι: ΓΕΩΦ. που έχει δώδεκα βαθμούς και μετρά την ένταση των σεισμών. [< αγγλ. Mercalli scale, 1921, ιταλ. ανθρ. G. Mercalli] | |
| 30318 | μερκαντιλισμός | μερ-κα-ντι-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ΟΙΚΟΝ. οικονομικό σύστημα που πρέσβευε ότι τα πολύτιμα μέταλλα αποτελούν τον πλούτο μιας χώρας, ο οποίος δημιουργείται με ενίσχυση των εξαγωγών και περιορισμό των εισαγωγών. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. εμποροκρατία [< γαλλ. mercantilisme] | |
| 30319 | μερκαντιλιστής | μερ-κα-ντι-λι-στής {συνηθέστ. στον πληθ.} (παλαιότ.): οικονομολόγος που υποστήριζε τον μερκαντιλισμό. [< γαλλ. mercantiliste] | |
| 30320 | μερκαντιλιστικός | , ή, ό μερ-κα-ντι-λι-στι-κός επίθ. (παλαιότ.): που αναφέρεται στον μερκαντιλισμό: ~ή: θεωρία/πολιτική. ~ό: κράτος/μοντέλο/σύστημα. ΣΥΝ. εμποροκρατικός [< γαλλ. mercantiliste] | |
| 30321 | μερκαπτάνες | μερ-κα-πτά-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. μερκαπτάνη}: ΧΗΜ. οργανικές θειούχες ενώσεις. [< αγγλ.-γαλλ. mercaptans < νεολατ. mercurium captans] | |
| 30322 | μερκουροχρώμ | μερ-κου-ρο-χρώμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΑΡΜΑΚ. εμπορική ονομασία του κόκκινου ιωδίου. [< γαλλ. mercurochrome, 1931] | |
| 30323 | μερλό | μερ-λό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαλλική ποικιλία αμπελιού και συνεκδ. ο παραγόμενος ερυθρός οίνος. [< γαλλ. merlot] | |
| 30324 | μέρμηγκας | βλ. μυρμήγκι |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ