| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30311 | μερισματόγραφα | με-ρι-σμα-τό-γρα-φα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. μερισματόγραφο}: ΟΙΚΟΝ. μερισματαποδείξεις. | |
| 30312 | μερισματούχος | [μερισματοῦχος] με-ρι-σμα-τού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΟΙΚΟΝ. πρόσωπο που δικαιούται να λάβει μέρισμα: ~οι του ΜΤΠΥ. Πβ. μέτοχος. Βλ. -ούχος1. | |
| 30313 | μερισμός | με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) μοίρασμα, κατανομή: ~ καθηκόντων/κόστους/πόρων/χρόνου.|| (στη λογιστική) Φύλλο ~ού εξόδων. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. επιμερισμός, καταμερισμός 2. ΜΑΘ. διαίρεση αριθμού σε μέρη ανάλογα. [< αρχ. μερισμός, γαλλ. partage] | |
| 30314 | μεριστικός | , ή, ό με-ρι-στι-κός επίθ. (σπάν.): που διαχωρίζει, ξεχωρίζει, διαφοροποιεί: (στην ιχθυολογία) ~ά: χαρακτηριστικά (: που χρησιμοποιούνται για τη διάκριση διαφόρων πληθυσμών ψαριών).|| (ΓΛΩΣΣ.) Το ~ό άρθρο της γαλλικής γλώσσας (: μπροστά από μη μετρήσιμα ουσιαστικά). [< μτγν. μεριστικός, αγγλ. meristic, γαλλ. partitif] | |
| 30315 | μερίστωμα | με-ρί-στω-μα ουσ. (ουδ.) {μεριστώμ-ατα}: ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. φυτικός ιστός που παράγει νέα κύτταρα με επανειλημμένες μιτωτικές διαιρέσεις: ακραίο ~ (βλαστού/ρίζας). Κορυφαία/παρένθετα/πλευρικά ή πλάγια ~ατα. Πβ. κάμβιο. [< γερμ. Meristem, γαλλ. méristème, αγγλ. meristem < αρχ. μεριστός] | |
| 30316 | μεριστωματικός | , ή, ό με-ρι-στω-μα-τι-κός επίθ.: ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με το μερίστωμα: ~ός: ιστός/πολλαπλασιασμός. ~ή: αύξηση/καλλιέργεια (φυτών). ~ά: κύτταρα (βλ. βλαστοκύτταρα). [< γαλλ. méristématique, αγγλ. meristematic] | |
| 30317 | Μερκάλι | Μερ-κά-λι ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: κλίμακα Μερκάλι: ΓΕΩΦ. που έχει δώδεκα βαθμούς και μετρά την ένταση των σεισμών. [< αγγλ. Mercalli scale, 1921, ιταλ. ανθρ. G. Mercalli] | |
| 30318 | μερκαντιλισμός | μερ-κα-ντι-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ΟΙΚΟΝ. οικονομικό σύστημα που πρέσβευε ότι τα πολύτιμα μέταλλα αποτελούν τον πλούτο μιας χώρας, ο οποίος δημιουργείται με ενίσχυση των εξαγωγών και περιορισμό των εισαγωγών. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. εμποροκρατία [< γαλλ. mercantilisme] | |
| 30319 | μερκαντιλιστής | μερ-κα-ντι-λι-στής {συνηθέστ. στον πληθ.} (παλαιότ.): οικονομολόγος που υποστήριζε τον μερκαντιλισμό. [< γαλλ. mercantiliste] | |
| 30320 | μερκαντιλιστικός | , ή, ό μερ-κα-ντι-λι-στι-κός επίθ. (παλαιότ.): που αναφέρεται στον μερκαντιλισμό: ~ή: θεωρία/πολιτική. ~ό: κράτος/μοντέλο/σύστημα. ΣΥΝ. εμποροκρατικός [< γαλλ. mercantiliste] | |
| 30321 | μερκαπτάνες | μερ-κα-πτά-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. μερκαπτάνη}: ΧΗΜ. οργανικές θειούχες ενώσεις. [< αγγλ.-γαλλ. mercaptans < νεολατ. mercurium captans] | |
| 30322 | μερκουροχρώμ | μερ-κου-ρο-χρώμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΑΡΜΑΚ. εμπορική ονομασία του κόκκινου ιωδίου. [< γαλλ. mercurochrome, 1931] | |
| 30323 | μερλό | μερ-λό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαλλική ποικιλία αμπελιού και συνεκδ. ο παραγόμενος ερυθρός οίνος. [< γαλλ. merlot] | |
| 30324 | μέρμηγκας | βλ. μυρμήγκι | |
| 30325 | μερμήγκι | βλ. μυρμήγκι | |
| 30326 | μερο- | & μερό- βλ. ημερο- | |
| 30327 | μεροδούλι | με-ρο-δού-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μεροκάματο. ΣΥΝ. ημερομίσθιο. Κυρ. στη ● ΦΡ.: μεροδούλι(-)μεροφάι: για να δηλωθεί ότι το ημερομίσθιο μόλις που καλύπτει τις βασικές βιοτικές ανάγκες. | |
| 30328 | μεροκαματιάρης | με-ρο-κα-μα-τιά-ρης ουσ. (αρσ.) μεροκαματιάρα & (σπάν.) μεροκαματιάρισσα (η) (προφ.): εργαζόμενος, συνήθ. εργάτης, που πληρώνεται με τη μέρα και έχει χαμηλές αποδοχές: Είναι ένας απλός/φτωχός ~.|| (ως επίθ.) Κι εγώ ~ άνθρωπος είμαι, δεν βρήκα τίποτα έτοιμο. Πβ. ημερομίσθιος. Βλ. -ιάρης. | |
| 30329 | μεροκάματο | με-ρο-κά-μα-το ουσ. (ουδ.) {-ου | -α} (προφ.): εργασία μιας μέρας και κυρ. η αντίστοιχη αμοιβή: γερό/διπλό/κατώτατο/κατώτερο/μέσο/σίγουρο/σταθερό/φτηνό/χαμηλό ~. Τρέχει όλη μέρα για το ~. Δεν βγαίνει (εύκολα) το ~. Ζητούν να αυξηθεί το ~. Δουλεύει δύο ~ατα (: σε δύο δουλειές), για να τα φέρει βόλτα. Πβ. μισθός. ΣΥΝ. ημερομίσθιο, μεροδούλι ● ΦΡ.: το μεροκάματο του τρόμου: για επικίνδυνη και κακοπληρωμένη εργασία. [< γαλλ. le salaire de la peur] [< μεσν. ημεροκάματον] | |
| 30330 | μεροληπτικός | , ή, ό με-ρο-λη-πτι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη αντικειμενικότητας: ~ός: έλεγχος. ~ή: εφαρμογή (ενός νόμου, πβ. επιλεκτική)/μεταχείριση (πβ. άδικη, άνιση. Βλ. ίση)/παρουσίαση (μιας είδησης)/στάση/συμπεριφορά. ~ά: κριτήρια (πβ. υποκειμενικά). Η διαιτησία ήταν απαράδεκτα ~ή υπέρ των γηπεδούχων. Βλ. ουδέτερος. ΑΝΤ. αμερόληπτος, αντικειμενικός (1), απροκατάληπτος, δίκαιος (1) ● επίρρ.: μεροληπτικά & (λόγ.) -ώς [< γαλλ. partial] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ