Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31000-31020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30325μερμήγκιβλ. μυρμήγκι
30326μερο-& μερό- βλ. ημερο-
30327μεροδούλιμε-ρο-δού-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μεροκάματο. ΣΥΝ. ημερομίσθιο. Κυρ. στη ● ΦΡ.: μεροδούλι(-)μεροφάι: για να δηλωθεί ότι το ημερομίσθιο μόλις που καλύπτει τις βασικές βιοτικές ανάγκες.
30328μεροκαματιάρηςμε-ρο-κα-μα-τιά-ρης ουσ. (αρσ.) μεροκαματιάρα & (σπάν.) μεροκαματιάρισσα (η) (προφ.): εργαζόμενος, συνήθ. εργάτης, που πληρώνεται με τη μέρα και έχει χαμηλές αποδοχές: Είναι ένας απλός/φτωχός ~.|| (ως επίθ.) Κι εγώ ~ άνθρωπος είμαι, δεν βρήκα τίποτα έτοιμο. Πβ. ημερομίσθιος. Βλ. -ιάρης.
30329μεροκάματομε-ρο-κά-μα-το ουσ. (ουδ.) {-ου | -α} (προφ.): εργασία μιας μέρας και κυρ. η αντίστοιχη αμοιβή: γερό/διπλό/κατώτατο/κατώτερο/μέσο/σίγουρο/σταθερό/φτηνό/χαμηλό ~. Τρέχει όλη μέρα για το ~. Δεν βγαίνει (εύκολα) το ~. Ζητούν να αυξηθεί το ~. Δουλεύει δύο ~ατα (: σε δύο δουλειές), για να τα φέρει βόλτα. Πβ. μισθός. ΣΥΝ. ημερομίσθιο, μεροδούλι ● ΦΡ.: το μεροκάματο του τρόμου: για επικίνδυνη και κακοπληρωμένη εργασία. [< γαλλ. le salaire de la peur] [< μεσν. ημεροκάματον]
30330μεροληπτικός, ή, ό με-ρο-λη-πτι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη αντικειμενικότητας: ~ός: έλεγχος. ~ή: εφαρμογή (ενός νόμου, πβ. επιλεκτική)/μεταχείριση (πβ. άδικη, άνιση. Βλ. ίση)/παρουσίαση (μιας είδησης)/στάση/συμπεριφορά. ~ά: κριτήρια (πβ. υποκειμενικά). Η διαιτησία ήταν απαράδεκτα ~ή υπέρ των γηπεδούχων. Βλ. ουδέτερος. ΑΝΤ. αμερόληπτος, αντικειμενικός (1), απροκατάληπτος, δίκαιος (1) ● επίρρ.: μεροληπτικά & (λόγ.) -ώς [< γαλλ. partial]
30331μεροληπτικότηταμε-ρο-λη-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μεροληπτικού: η ~ του συντάκτη ενός άρθρου (πβ. υποκειμενικότητα. ΑΝΤ. αντικειμενικότητα). Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. μεροληψία ΑΝΤ. αμεροληψία, ουδετερότητα [< γαλλ. partialité]
16647μεροληπτώ

[ἐξαίρεση] ε-ξαί-ρε-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαφοροποίηση, απόκλιση από το συνηθισμένο, τον γενικό κανόνα, το σύνολο και συνεκδ. όποιος ή ό,τι αποκλίνει: αρνητική/θετική/πολιτιστική (πβ. διαφορετικότητα, ιδιαιτερότητα) ~. Με μία μόνο ~. Με την ~ ότι ... (: διαφορά). Αποτελούν/είναι/συνιστούν ~ (: είναι σπάνιοι). Το αυτονόητο έγινε ~. Εκτός ελαχίστων/μερικών/σπανίων ~έσεων. Κάθε κανόνας έχει και τις ~έσεις του (: δεν υπάρχει απόλυτος κανόνας). Πβ. εκτροπή, παρέκκλιση.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~έσεις στην κλίση των ουσιαστικών. 2. ΝΟΜ. αποκλεισμός από νόμιμο δικαίωμα ή απαλλαγή από νόμιμη υποχρέωση για ειδικούς λόγους ή εξαιτίας ιδιαίτερων συνθηκών: ατομική/γενική/μερική/ομαδική/πλήρης/προσωρινή ~. ~ ανακριτή/διαιτητή/δικαστή/μάρτυρα. ~ από δικαστήριο/κλήρωση/συμμετοχή (σε διαγωνισμό). Ζητείται/χορηγείται ~ από την απαγόρευση/την εφαρμογή (των διατάξεων)/τον κανονισμό/τη φορολογία. Αίτηση/λόγος/πιστοποιητικό ~ης. Βλ. αυτο~, υπ~. 3. ΙΑΤΡ. αφαίρεση με χειρουργική επέμβαση: ολική/ριζική ~. Πβ. εκτομή. ● ΣΥΜΠΛ.: ρήτρα εξαίρεσης: ΝΟΜ. δικαίωμα κράτους-μέλους διεθνούς κοινότητας ή οργανισμού να μην συμπράξει με τα υπόλοιπα σε συγκεκριμένο τομέα της συνεργασίας τους., φωτεινή εξαίρεση: για κάποιον ή κάτι που ξεχωρίζει για τις θετικές του ιδιότητες: Εσύ είσαι/παραμένεις η μόνη ~ ~. Με (ελάχιστες) ~ές ~έσεις. ● ΦΡ.: η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα: δεν ακυρώνει τη γενική του ισχύ. [< γαλλ. l' exception confirme la règle] , κάνω εξαίρεση/εξαιρέσεις: δεν φέρομαι με τον ίδιο τρόπο απέναντι σε όλους, μεροληπτώ: Δεν κάνει ~έσεις στην τήρηση των νόμων. Πβ. διακρίσεις., κατ' εξαίρεση (λόγ.) & (λογιότ.) κατ' εξαίρεσιν: αντίθετα με τη συνήθη ή κοινή πρακτική, τον γενικό κανόνα: ~ ~ αποζημίωση/έκδοση άδειας. ~ ~ επιτρέπεται να ... Δέχτηκε ~ ~ να ..., με εξαίρεση (+ αιτ./γεν.) & (λόγ.) εξαιρέσει (+ γεν.): εκτός από, εξαιρώντας: Τα προβλήματα έχουν αποκατασταθεί ~ ~ μεμονωμένες περιπτώσεις. Εξαιρέσει των διατάξεων ..., χωρίς (καμία/καμιά) εξαίρεση: για να δηλωθεί απόλυτη και καθολική συμμετοχή, εφαρμογή: όλοι ~ ~ (: ανεξαιρέτως). Επιβάλλεται ~ ~ η ... [< 1: αρχ. ἐξαίρεσις, γαλλ. exception 2: γαλλ. exemption]

30332μεροληπτώ[μεροληπτῶ] με-ρο-λη-πτώ ρ. (αμτβ.) {μεροληπτ-είς ..., -ώντας| μερολήπτ-ησε, -ήσει}: κρίνω, αποφασίζω, παίρνω θέση ή αποφαίνομαι υποκειμενικά και συνήθ. άδικα: Κατηγορούν την κυβέρνηση ότι ~εί εναντίον/κατά/σε βάρος ... (πβ. αδικώ). Η διαιτησία ~ησε υπέρ των αντιπάλων (πβ. ευνοώ, χαρίζομαι). [< γαλλ. prendre le parti]
30333μεροληψίαμε-ρο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): το να μεροληπτεί κάποιος: Η επιτροπή επιλογής προσωπικού κατηγορείται για ~ εναντίον/κατά/σε βάρος/υπέρ ... Πβ. προσωποληψία. Βλ. -ληψία, ουδετερ-, υποκειμενικ-ότητα. ΣΥΝ. μεροληπτικότητα ΑΝΤ. αμεροληψία, αντικειμενικότητα (1) [< γαλλ. partialité]
30334μερομήνιαμε-ρο-μή-νια ουσ. (ουδ.) (τα): ΛΑΟΓΡ. οι πρώτες συνήθ. δώδεκα ή έξι μέρες του Αυγούστου, που με βάση τις μετεωρολογικές συνθήκες οι οποίες επικρατούσαν καθεμία από αυτές τις μέρες μπορούσαν να προβλέψουν τον καιρό των επόμενων μηνών του έτους.
30335μερόνυχταμε-ρό-νυ-χτα επίρρ. (λαϊκό): και τη μέρα και τη νύχτα, αδιάκοπα, ασταμάτητα: Δούλευε ~, για να φτάσει σ' αυτό το αποτέλεσμα. ΣΥΝ. μέρα-νύχτα, νυχθημερόν
30336μερόνυχτομε-ρό-νυ-χτο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): εικοσιτετράωρο: Δυο ~α δεν έκλεισε μάτι. ΣΥΝ. ημέρα (2), ημερονύκτιο [< μεσν. μερόνυχτο]
30337μέροςμέ-ρος ουσ. (ουδ.) {μέρ-ους | -η, -ών} 1. τμήμα ευρύτερου συνόλου: θεωρητικό/πειραματικό ~ ενός μαθήματος. Τα ~η του σώματος. Μεταλλικά/μηχανικά ~η οχημάτων. Έκοψε την τούρτα σε οκτώ ίσα ~η (= κομμάτια, τεμάχια). Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε ~η (πβ. ενότητες, κεφάλαια). Το μεγαλύτερο ~ του έργου ολοκληρώθηκε. Το δεύτερο ~ της παράστασης ήταν κουραστικό. (για ταινία) Είδες το τρίτο ~ (βλ. σίκουελ); (για ομάδα) Ήμασταν καλύτεροι στο πρώτο ~ (= ημίχρονο). Από τη σονάτα δεν σώθηκε το ~ του βιολιού. Ζήτησε το ~ (= μερίδα, μερίδιο, μερτικό) του απ' τα κέρδη. Για ό,τι έγινε, έχεις κι εσύ ~ (της) ευθύνης. Γνωρίζει μόνο ~ της αλήθειας. Αποτελείς/είσαι (σημαντικό) ~ της ζωής μου. 2. (προφ.) με τοπική σημασία: αγαπημένο/ιδανικό/μαγευτικό ~ (= τόπος) για διακοπές. Άνθρωποι από διαφορετικά ~η/απ' όλα τα ~η της Γης έρχονται στο νησί. Σε κανένα (άλλο) ~ του κόσμου (= πουθενά αλλού). Σε οποιοδήποτε άλλο ~ (= οπουδήποτε αλλού). Το διαμέρισμά σου είναι σε ωραίο ~ (= τοποθεσία). Πήγε προς αυτό/εκείνο/το άλλο ~ (= κατεύθυνση). Πώς κι ήρθες απ' τα/στα ~η μας (πβ. εδώ); Σε κάποιο ~ (= κάπου) εδώ κοντά. Από ποιο ~ είσαι/κατάγεσαι (: περιοχή, πόλη, χώρα, χωριό); Οι συνήθειες διαφέρουν από ~ σε ~. Στο πίσω ~ της οθόνης (= μεριά, πλευρά). Δεν υπάρχει ~ να καθίσουμε (= θέση, χώρος). Σε ποιο ~ χτύπησες (= πού, σε ποιο σημείο); 3. {συνηθέστ. στον πληθ.} καθένα από τα δύο ή περισσότερα πρόσωπα, ομάδες ή κράτη που μετέχουν σε μια διαδικασία, βρίσκονται σε αντιπαράθεση ή έχουν άμεση σχέση: εμπλεκόμενα/εμπόλεμα/ενδιαφερόμενα ~η. Τα ~η μιας δίκης (= αντίδικοι). Αναζητείται λύση που θα ικανοποιεί όλα τα ~η. Αμφότερα τα ~η κατέληξαν σε συμφωνία/συμφώνησαν. Η αίτηση θα κοινοποιηθεί και στο άλλο ~. ΣΥΝ. μεριά (2), πλευρά (3) 4. (ευφημ.-κυρ. παλαιότ.) τουαλέτα, αποχωρητήριο. ΣΥΝ. καμπινές ● ΣΥΜΠΛ.: (τα) μέρη του λόγου: ΓΡΑΜΜ. καθεμία από τις κατηγορίες στις οποίες χωρίζονται οι λέξεις μιας γλώσσας, με βάση τη μορφολογία ή τη συντακτική τους λειτουργία: Στα κλιτά ~ ~ ανήκουν τα άρθρα, τα ουσιαστικά, τα ρήματα, τα επίθετα, οι αντωνυμίες και οι μετοχές, ενώ στα άκλιτα τα επιρρήματα, οι προθέσεις, οι σύνδεσμοι και τα επιφωνήματα., απόκρυφα σημεία (του σώματος) βλ. απόκρυφος, λυρικά μέρη βλ. λυρικός, συμβαλλόμενα μέρη βλ. συμβάλλω ● ΦΡ.: από μέρους (κάποιου): από την πλευρά του, σε ό,τι τον αφορά: ~ ~ μου κανένα πρόβλημα, κάνε ό,τι θέλεις!, αφήνω/βάζω (κάτι) κατά μέρος: παραμερίζω, παραβλέπω, παρακάμπτω: Ας αφήσουμε ~ την γκρίνια/τις διαφορές/τους εγωισμούς/τη μιζέρια. ~οντας ~ το γεγονός ότι ... ΣΥΝ. βάζω στην άκρη/στην μπάντα (2), βάζω κατά μέρος (προφ.): αποταμιεύω. ΣΥΝ. βάζω στην άκρη/στην μπάντα (1), εκ μέρους (σπάν. εκμέρους)/από μέρους (κάποιου) (λόγ.): ως εκπρόσωπός του: ~ ~ μου (= από τη δική μου πλευρά, μεριά). Ο υπουργός ... κατέθεσε στεφάνι ~ ~ της κυβέρνησης. Πβ. για λογαριασμό, εξ ονόματος. [< γαλλ. de la part de] , εν μέρει & ενμέρει (λόγ.): σε κάποιο βαθμό, όχι συνολικά: Έχεις ~ ~ δίκιο. ΣΥΝ. μερικώς, υπό/κατά μία έννοια ΑΝΤ. εν όλω, εντελώς, πλήρως [< γαλλ. en part] , επί μέρους (λόγ.): επιμέρους: Το τρίτο ~ ~ ζήτημα αφορά ..., κατά (ένα) μεγάλο μέρος & (λόγ.) κατά μέγα μέρος: σε μεγάλο βαθμό, ποσοστό: ~ ~ το πρόβλημα λύθηκε., λαμβάνω/παίρνω μέρος σε κάτι: συμμετέχω: Στον διαγωνισμό/στις εκδηλώσεις/στην κλήρωση/στη συζήτηση έλαβαν/πήραν ~ μαθητές απ' όλη τη χώρα. [< γαλλ. prendre part à ] , παίρνω (κάποιον) κατά μέρος: τον απομακρύνω από τους άλλους, συνήθ. για να μιλήσουμε ιδιαιτέρως: Με πήρε ~ και μου ανέφερε το πρόβλημα. Πβ. ξεμοναχιάζω. Βλ. κατ' ιδίαν, κατά μόνας., παίρνω κάποιον με το μέρος μου: τον κάνω να με υποστηρίξει, να ασπαστεί τις απόψεις μου: Προσπάθησε με μαλαγανιές να τους πάρει με το ~ της/του., παίρνω το μέρος & πηγαίνω/είμαι με το μέρος (κάποιου) & (σπάν.) έρχομαι: υποστηρίζω, υπερασπίζομαι ένα πρόσωπο: Μου θύμωσε, γιατί δεν πήρα το ~ της. Πήγε με το ~ των δυνατών. Δεν είμαι με το ~ κανενός. Αν έρθεις με το ~ μας, ...|| (μτφ.) Ο χρόνος είναι με το ~ μας (: προς όφελός μας)., προς το μέρος (κάποιου): προς τον τόπο, το σημείο όπου βρίσκεται κάποιος: Γύρισε/ήρθε/πήγε/σημάδεψε (με το όπλο) ~ ~ τους και είπε ...|| (μτφ.) Η ζυγαριά κλίνει ~ ~ της., τι μέρος του λόγου είναι ...; (προφ.-μτφ., συχνά μειωτ.): (για πρόσ.) ποιο είναι το ποιόν του;, από τη μια (πλευρά/μεριά) ..., από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. πλευρά, έχω την τύχη με το μέρος μου βλ. τύχη [< αρχ. μέρος, γαλλ. part, partie]
30338μεροφάιμε-ρο-φά-ι ουσ. (ουδ.): μόνο στη: ● ΦΡ.: μεροδούλι(-)μεροφάι βλ. μεροδούλι
30339μερσεριζέμερ-σε-ρι-ζέ επίθ. {άκλ.}: (για βαμβακερό νήμα ή ύφασμα και για ό,τι είναι φτιαγμένο από αυτό) που έχει υποστεί ειδική κατεργασία, ώστε να είναι λαμπερό: ~ βαμβάκι. Κάλτσες ~. Βλ. ατλάζι, λαμέ, σατέν. [< γαλλ. mercerisé]
30340μερσερισμόςμερ-σε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδική κατεργασία βαμβακερών νημάτων ή υφασμάτων, ώστε να γίνουν πιο λαμπερά. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. mercerisage]
30341μερσίμερ-σί επιφών. (προφ.-κυρ. παλαιότ.): (ως ευγενική απάντηση) ευχαριστώ. [< γαλλ. merci]
30342μερσίνηβλ. μυρσίνη
30343μερτικόμερ-τι-κό ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) μερδικό (λαϊκό-λογοτ.): μερίδιο, μέρος. [< μεσν. μερτικόν]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.