Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31020-31040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30344μέρωμαβλ. ημέρωμα
30345μερώνωβλ. ημερεύω
30346μεςβλ. μέσα
30347μεςουσ. (θηλ.) {άκλ.}: βαφή μαλλιών κατά την οποία μικρές τούφες ξεχωρίζουν από το ανοιχτό, συνήθ. ξανθό, χρώμα τους: Έχει κάνει ~. Πβ. ανταύγειες. [< γαλλ. mèche]
30348μεσ-βλ. μεσο-
30349μέσαμέ-σα επίρρ. {συχνά πριν από την πρόθ. σε} & μες (συνήθ. στον προφορικό λόγο, όταν παθαίνει έκθλιψη πριν από σύμφωνο ή πριν από φωνήεν)· δηλώνει 1. (σε κίνηση ή στάση) το εσωτερικό χώρου, έκτασης ή αντικειμένου ή γενικότ. κλειστό χώρο: Έλα ~ (πβ. εδώ)! Ποιοι είναι ~; Πού θέλεις να καθίσουμε, ~ ή έξω; (ειδικότ. σπίτι) Θα κάτσω/μείνω ~ απόψε. Μην πας πολύ ~ (= βαθιά, ενν. στη θάλασσα). (στο διαδίκτυο) Θα μπεις καθόλου ~ το βράδυ (π.χ. σε κάποιο τσατ ρουμ);|| (συνήθ. + από/σε) Της άρπαξε την τσάντα ~ απ' το αυτοκίνητο. Περάσαμε μεσ' απ' το τούνελ (= διά μέσου). Ανασύρθηκε ζωντανή ~ από τα ερείπια. Η πόρτα του δωματίου δεν κλείνει από ~ (πβ. έσωθεν). Βάλε τα ρούχα ~ στο πλυντήριο. Τι έχεις ~ στην τσάντα; Την κοίταξε ~ στα μάτια.|| (με πρόθ.) Δεν φαινόταν τίποτα από ~ (= εσωτερικό). Σπρώξε προς τα ~.|| (συγκριτικός βαθμός) Προχωρήστε πιο ~.|| (ως επιφών., συνήθ. χωρίς ρήμα) "~ όλοι!", φώναξε στους μαθητές.|| (με επανάληψη) Δες αν το φαγητό ζεστάθηκε ~ ~.|| (συχνά μτφ.) Όλα είναι ~ στο μυαλό σου. Κάποιοι ~ από την εταιρεία έκαναν υποκλοπές.|| (με άρθρο, ως επίθ.) Στις ~ (= έσω, εσωτερικές) σελίδες της εφημερίδας. (μτφ.) Ο ~ μας κόσμος (= ψυχικός). ΣΥΝ. εντός (1) ΑΝΤ. εκτός (1), έξω (1) 2. χρονική διάρκεια συνήθ. ή στιγμή: Όλα έγιναν ~ σε τρεις μήνες (= σε διάστημα τριών μηνών). Θα προλάβεις ~ σε μια ώρα να έρθεις; Περπατούσε ~ στη βροχή (: ενώ έβρεχε). Ποιος να παίρνει τηλέφωνο ~ στη νύχτα; Βρισκόμαστε ~ στην καρδιά του καλοκαιριού (= κατακαλόκαιρο)/στο χειμώνα. Το νέο μοντέλο έρχεται ~ στον Οκτώβριο. ΣΥΝ. εντός (2) 3. (μτφ.) συγκεκριμένη κατάσταση ή τρόπο: Έζησε ~ στα πλούτη/στη φτώχεια. Τα ρούχα σου είναι μες στη βρομιά.|| Διδασκαλία στο σχολείο ~ από την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών. Ο περισσότερος κόσμος τη γνωρίζει ~ από την τηλεόραση (= μέσω). 4. (ειδικότ.) μεταξύ, ανάμεσα: ένα χωριό ~ στο πράσινο. Ψάξε ~ στα άπλυτα και θα το βρεις.|| (για πρόσ.) ~ σε τόσο πλήθος λογικό ήταν να χαθούμε. Είναι ~ στους καλύτερους σκακιστές (: θεωρείται ένας από τους ...).|| (μτφ.) ~ στα πολλά που είπε/έκανε ... Δεν θέλει να τον έχει ~ στα πόδια της (: να είναι συνέχεια ανάμεσά της, να την ενοχλεί). ● Ουσ.: μέσα (το) (προφ.): εσωτερικό μέρος ή εσωτερικός χώρος: το ~ του καρπουζιού/σπιτιού. Τον πονάν τα ~ (= σπλάχνα, σωθικά) του.|| Δεν έχεις βαρεθεί το ~ (: να μη βγαίνεις έξω); ΑΝΤ. έξω (1) ● ΦΡ.: (είναι) μέσα σε όλα/σ΄όλα (προφ.): συμμετέχει σε ποικίλες δραστηριότητες, έχει πολλές διασυνδέσεις ή/και είναι (πάντα) ενημερωμένος., (μέσα) στην τιμή: χωρίς να απαιτείται πρόσθετη αμοιβή: Τα έξοδα αποστολής του προϊόντος (συμ)περιλαμβάνονται ~ ~. Το πρωινό δεν είναι ~ ~ του δωματίου., βάζω και μένα(/σένα ...) μέσα: συμπεριλαμβάνω, συνυπολογίζω: Παιδιά, βάλτε και μένα ~ στην παρουσίαση., είμαι μέσα (προφ.) 1. είμαι πρόθυμος, συμφωνώ, π.χ. να κάνω κάτι ή να πάω κάπου: Για το Σάββατο εγώ (πάντως/σίγουρα) ~ ~. Είστε ~ για ταξίδι στο εξωτερικό; (ως μονολεκτική καταφατική απάντηση, ναι, (και) βέβαια) -Θα 'ρθεις για φαγητό μαζί μας; -~! 2. είμαι απόλυτα βέβαιος για κάτι: Κάνε και την αίτηση, για να είσαι ~. 3. αντιλαμβάνομαι κάτι: ~ είσαι ότι τώρα τελευταία δεν τα πηγαίνουμε καλά. ΣΥΝ. πέφτω μέσα, είμαι/μπήκα μέσα (προφ.): χρωστώ: ~ ~ πεντακόσια ευρώ αυτόν τον μήνα. Πβ. πέφτω έξω.|| (για επιχείρηση) Το μαγαζί με την κρίση μπήκε ~ (= έχει παθητικό, χασούρα)., είναι μέσα ή μπήκε/πήγε μέσα (προφ.): είναι κλεισμένος σε φυλακή ή ψυχιατρικό ίδρυμα ή φυλακίστηκε: ~ ~ για εξακρίβωση στοιχείων., κατά τα/στα μέσα (+ γεν.): για δήλωση χρόνου: ~ ~ του 20ού αι., κρατάω (κάτι) μέσα μου: δεν εξωτερικεύω τα συναισθήματα ή/και τις σκέψεις μου: Μην τα κρατάς όλα ~ σου. Πβ. κατα-πίνω, -πνίγω. ΣΥΝ. κρατάω για τον εαυτό μου (1), μέσα μου: στην καρδιά, στην ψυχή ή στο μυαλό μου: Η απάντηση βρίσκεται (βαθιά) ~ σου (πβ. ενδόμυχα). Κάτι άλλαξε ~ ~. Πονάει ακόμη ~ της. Πρέπει να το βγάλεις από ~ σου (: να το εξωτερικεύσεις).|| Όμορφες αναμνήσεις ξύπνησαν ~ ~., πέφτω μέσα (μτφ.-προφ.): αντιλαμβάνομαι, μαντεύω σωστά κάτι: Έπεσες ~ στις προβλέψεις σου (: είχες δίκιο). ΑΝΤ. πέφτω έξω (1), το 'χω μέσα μου (προφ.): για κάτι που αποτελεί στοιχείο του χαρακτήρα μου, με εκφράζει ή έχω έμφυτη κλίση σε αυτό: Αν δεν το 'χεις ~ σου, ... Είναι και να το 'χεις ~ σου ..., τον έβαλαν/έκλεισαν μέσα (λαϊκό) & (λαϊκότ.) τον έχωσαν μέσα: τον φυλάκισαν: Είχε κάνει παρανομίες κι έτσι ~ ~ (= τον έβαλαν στη φυλακή). , (μες) στο νερό βλ. νερό, απ' έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα βλ. κούκλα, απέξω/απ' έξω κι από μέσα βλ. απέξω, βάζω (κάποιον)/μπαίνω/είμαι (μέσα) στο κόλπο βλ. κόλπο, έχει βάλει/χώσει κάποιον μέσα βλ. βάζω, έχει το(ν) διά(β)ολο μέσα του βλ. διάβολος, έχω (κάποιον)/έχει μπει (κάποιος) (μες) στην καρδιά μου βλ. καρδιά, κάτι μέσα μου (μού) λέει/κάτι μου λέει ότι/πως ... βλ. λέω, κρύβει ένα παιδί μέσα του βλ. παιδί, κρύβει μέσα του βλ. κρύβω, λέω (από) μέσα μου/απομέσα μου/στον εαυτό μου βλ. λέω, μέσα από τα γυαλιά βλ. γυαλιά, μέσα από τα δόντια (του) βλ. δόντι, μέσα έξω βλ. έξω, μέσα στα πράγματα βλ. πράγμα, μέσα στην τούρλα βλ. τούρλα, μέσα/μες στα μέλια/σιρόπια βλ. μέλι, μέσα/μες στην καλή/τρελή χαρά βλ. χαρά, στα μέσα και στα έξω βλ. έξω, τα κεφάλια μέσα! βλ. κεφάλι, την τύχη/το κέρατό μου μέσα βλ. τύχη, τυχερός (μέσα) στην ατυχία του βλ. τυχερός, χέσε μέσα! βλ. χέζω [< μεσν. μέσα]
30350μεσαγγειακός, ή, ό με-σαγ-γει-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το μεσάγγειο: ~ά: κύτταρα. [< αγγλ. mesangial, 1941]
30351μεσάγγειομε-σάγ-γει-ο ουσ. (ουδ.) {μεσαγγεί-ου}: ΙΑΤΡ. λεπτή μεμβράνη η οποία στηρίζει τα νεφρικά σπειράματα: υπερπλασία του ~ου. [< αγγλ. mesangium, 1934]
30352μεσάζωνμε-σά-ζων ουσ. (αρσ.) {μεσάζ-οντος, -οντα | -οντες, -όντων} & μεσάζοντας (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που μεσολαβεί, διευκολύνοντας τις σχέσεις, κυρ. εμπορικές, μεταξύ ατόμων ή ομάδων: Τα προϊόντα μας διατίθενται χονδρικά, απευθείας στους πελάτες, χωρίς ~οντες. Πβ. μεσίτης.|| Είναι ο ~/παίζει τον ρόλο του ~α. Πβ. (δια)μεσολαβητής, ενδιάμεσος. [< μτγν. μεσάζων, γαλλ. intermédiaire]
30353μεσαίος, α, ο [μεσαῖος] με-σαί-ος επίθ. 1. που βρίσκεται στη μέση μιας (αξιολογικής) κλίμακας, που δεν είναι μεγάλος ή μικρός, πολύς ή λίγος, ισχυρός ή ανίσχυρος, σημαντικός ή ασήμαντος, καλός ή κακός: ~α: βιομηχανία (βλ. βαριά)/ηλικία (πβ. μέση)/κεφαλαιοποίηση/περίοδος (π.χ. από τουριστική άποψη, για ξενοδοχεία). ~ο: εισόδημα (βλ. υψηλό, χαμηλό)/επίπεδο (π.χ. για ξένες γλώσσες, βλ. αρχάριο, προχωρημένο). ~α: στελέχη (π.χ. εταιρείας). Αυτοκίνητα ~ου κυβισμού. Επιχειρήσεις μικρού και ~ου μεγέθους (= μικρομεσαίες). Επενδύσεις ~ας κλίμακας. ~ες βαθμολογικά σχολές. Ο κινητήρας αποδίδει καλά στις ~ες στροφές. Πβ. μέτριος. 2. που μεταξύ άλλων κατέχει την κεντρική θέση και μπορεί να ισαπέχει από τα άκρα: ~α: λωρίδα κυκλοφορίας (βλ. αριστερή, δεξιά)/πόρτα. ~α: φώτα (οχήματος).|| (ΠΟΛΙΤ.) Ο ~ χώρος (= το κέντρο). (ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.) ~α (κοινωνική) τάξη (βλ. ανώτερη, κατώτερη). ΣΥΝ. ενδιάμεσος (1), μεσιανός, μέσος (1) ΑΝΤ. ακραίος (2), ακριανός ● Ουσ.: μεσαίος (ο): ΑΝΑΤ. το μεσαίο δάχτυλο του χεριού ή (σπάν. του ποδιού). ΣΥΝ. μέσος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: μεσαία (κύματα) (αγγλ. συντομ. MF): ΦΥΣ. με ζώνη συχνοτήτων από 300 έως 3.000 kHz. Βλ. βραχέα, μακρά (κύματα). [< αγγλ. medium waves, 1928] , μεσαία γραμμή: ΑΘΛ. οι μέσοι (χαφ) μιας ποδοσφαιρικής ομάδας· ο χώρος του γηπέδου στον οποίο αγωνίζονται. Βλ. αμυντική, επιθετική γραμμή., ελαφρών/μεσαίων (/μέσων)/βαρέων βαρών βλ. βάρος, φώτα διασταύρωσης βλ. φως [< αρχ. μεσαῖος
30354μεσαίωναςμε-σαί-ω-νας ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. (με κεφαλ. Μ) περίοδος της ευρωπαϊκής ιστορίας που συμβατικά ορίζεται από την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους (476) μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους (1453) και αποτελεί τη μετάβαση από την αρχαιότητα στους νεότερους χρόνους: ανατολικός/δυτικός/πρώιμος/ύστερος ~. Βλ. Αναγέννηση, φεουδαρχία. ΣΥΝ. Μέσοι Χρόνοι, σκοτεινοί χρόνοι 2. (μτφ.) εποχή ή κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έντονο συντηρητισμό και οπισθοδρόμηση: εκπαιδευτικός/εργασιακός/κοινωνικός/τεχνολογικός ~. Μα πού νομίζουν ότι ζούμε, στον ~α; [< γαλλ. Moyen Âge]
30355μεσαιωνικός, ή, ό με-σαι-ω-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον Μεσαίωνα: ~ός: ελληνισμός. ~ή: ελληνική γλώσσα (βλ. αρχαία, νεοελληνική)/ιστορία/λογοτεχνία/περίοδος/πόλη. ~ό: κάστρο. ~ά: τείχη. Βλ. νεότερος.|| (ΘΕΑΤΡ.) ~ά: μυστήρια. 2. (μτφ.) συντηρητικός, οπισθοδρομικός ή απάνθρωπος: ~ό: εργασιακό καθεστώς. ~ές: αντιλήψεις/συνθήκες (π.χ. φυλάκισης).|| ~ά: βασανιστήρια. Με ~ές μεθόδους. Πβ. βάναυσος.
30356μεσαιωνισμόςμε-σαι-ω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): έντονος συντηρητισμός, ανελευθερία ή απάνθρωπη συμπεριφορά, βαρβαρότητα. Πβ. σκοταδισμός. Βλ. -ισμός.
30357μεσαιωνολόγοςμε-σαι-ω-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που μελετά κυρ. την ιστορία και τον πολιτισμό του Μεσαίωνα. Πβ. βυζαντινολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. médiéviste]
30358μεσάλιμε-σά-λι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.-παλαιότ.) 1. τραπεζομάντιλο. 2. ύφασμα με το οποίο τύλιγαν το ψωμί. [< μεσν. μεσάλι(ο)ν]
30359μεσανατολικόμε-σα-να-το-λι-κό ουσ. (ουδ.) (το) & (σπάν.) μεσανατολικό ζήτημα/πρόβλημα 1. (συνήθ. με κεφαλ. Μ) η διένεξη μεταξύ Αράβων και Ισραηλινών και κυρ. το παλαιστινιακό ζήτημα. 2. (μτφ.-προφ.) κάθε χρόνιο και δυσεπίλυτο ζήτημα: Η υπόθεση έχει καταντήσει ~. Ούτε ~ να ήταν. [< αγγλ. Middle East(ern) (question/problem)]
30360μεσανατολικός, ή, ό με-σα-να-το-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Μέση Ανατολή. [< αγγλ. Middle Eastern, 1903]
30361ΜεσανατολίτηςΜε-σα-να-το-λί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που γεννήθηκε ή/και κατοικεί στη Μέση Ανατολή ή κατάγεται από αυτή. Βλ. -ίτης1.
30362μεσάντραμε-σά-ντρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-παλαιότ.) & μουσάντρα: (σε παραδοσιακά, ηπειρώτικα κυρ., σπίτια) μεγάλο εσωτερικό άνοιγμα τοίχου διαμορφωμένο σε ντουλάπα. [< γαλλ. mansarde, γαλλ. ανθρ. F. Mansart]
30363μεσάνυχταμε-σά-νυ-χτα ουσ. (ουδ.) (τα): δώδεκα η ώρα το βράδυ και κατ' επέκτ. το διάστημα της νύχτας από τις δώδεκα ως τα χαράματα: Έφτασε ~. Είναι περασμένα ~. Ακριβώς τα ~/λίγο μετά τα ~ άγνωστοι πυρπόλησαν ... Το έγκλημα έγινε γύρω στα/κατά τα/κοντά στα ~. ΣΥΝ. μεσονύκτιο, μεσονύχτι ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρα/βαθιά/άγρια μεσάνυχτα & άγρια νύχτα (προφ.): πολύ αργά το βράδυ: Πού πας μέσα στα ~ ~; Πβ. άγρια/βαθιά/μαύρα χαράματα. ● ΦΡ.: έχω (μαύρα/βαθιά) μεσάνυχτα (προφ.): αγνοώ παντελώς: ~ ~ για το θέμα. Από υπολογιστές έχει ~! [< μεσν. μεσάνυκτον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.