| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30350 | μεσαγγειακός | , ή, ό με-σαγ-γει-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το μεσάγγειο: ~ά: κύτταρα. [< αγγλ. mesangial, 1941] | |
| 30351 | μεσάγγειο | με-σάγ-γει-ο ουσ. (ουδ.) {μεσαγγεί-ου}: ΙΑΤΡ. λεπτή μεμβράνη η οποία στηρίζει τα νεφρικά σπειράματα: υπερπλασία του ~ου. [< αγγλ. mesangium, 1934] | |
| 30352 | μεσάζων | με-σά-ζων ουσ. (αρσ.) {μεσάζ-οντος, -οντα | -οντες, -όντων} & μεσάζοντας (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που μεσολαβεί, διευκολύνοντας τις σχέσεις, κυρ. εμπορικές, μεταξύ ατόμων ή ομάδων: Τα προϊόντα μας διατίθενται χονδρικά, απευθείας στους πελάτες, χωρίς ~οντες. Πβ. μεσίτης.|| Είναι ο ~/παίζει τον ρόλο του ~α. Πβ. (δια)μεσολαβητής, ενδιάμεσος. [< μτγν. μεσάζων, γαλλ. intermédiaire] | |
| 30353 | μεσαίος | , α, ο [μεσαῖος] με-σαί-ος επίθ. 1. που βρίσκεται στη μέση μιας (αξιολογικής) κλίμακας, που δεν είναι μεγάλος ή μικρός, πολύς ή λίγος, ισχυρός ή ανίσχυρος, σημαντικός ή ασήμαντος, καλός ή κακός: ~α: βιομηχανία (βλ. βαριά)/ηλικία (πβ. μέση)/κεφαλαιοποίηση/περίοδος (π.χ. από τουριστική άποψη, για ξενοδοχεία). ~ο: εισόδημα (βλ. υψηλό, χαμηλό)/επίπεδο (π.χ. για ξένες γλώσσες, βλ. αρχάριο, προχωρημένο). ~α: στελέχη (π.χ. εταιρείας). Αυτοκίνητα ~ου κυβισμού. Επιχειρήσεις μικρού και ~ου μεγέθους (= μικρομεσαίες). Επενδύσεις ~ας κλίμακας. ~ες βαθμολογικά σχολές. Ο κινητήρας αποδίδει καλά στις ~ες στροφές. Πβ. μέτριος. 2. που μεταξύ άλλων κατέχει την κεντρική θέση και μπορεί να ισαπέχει από τα άκρα: ~α: λωρίδα κυκλοφορίας (βλ. αριστερή, δεξιά)/πόρτα. ~α: φώτα (οχήματος).|| (ΠΟΛΙΤ.) Ο ~ χώρος (= το κέντρο). (ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.) ~α (κοινωνική) τάξη (βλ. ανώτερη, κατώτερη). ΣΥΝ. ενδιάμεσος (1), μεσιανός, μέσος (1) ΑΝΤ. ακραίος (2), ακριανός ● Ουσ.: μεσαίος (ο): ΑΝΑΤ. το μεσαίο δάχτυλο του χεριού ή (σπάν. του ποδιού). ΣΥΝ. μέσος (2) ● ΣΥΜΠΛ.: μεσαία (κύματα) (αγγλ. συντομ. MF): ΦΥΣ. με ζώνη συχνοτήτων από 300 έως 3.000 kHz. Βλ. βραχέα, μακρά (κύματα). [< αγγλ. medium waves, 1928] , μεσαία γραμμή: ΑΘΛ. οι μέσοι (χαφ) μιας ποδοσφαιρικής ομάδας· ο χώρος του γηπέδου στον οποίο αγωνίζονται. Βλ. αμυντική, επιθετική γραμμή., ελαφρών/μεσαίων (/μέσων)/βαρέων βαρών βλ. βάρος, φώτα διασταύρωσης βλ. φως [< αρχ. μεσαῖος | |
| 30354 | μεσαίωνας | με-σαί-ω-νας ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. (με κεφαλ. Μ) περίοδος της ευρωπαϊκής ιστορίας που συμβατικά ορίζεται από την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους (476) μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους (1453) και αποτελεί τη μετάβαση από την αρχαιότητα στους νεότερους χρόνους: ανατολικός/δυτικός/πρώιμος/ύστερος ~. Βλ. Αναγέννηση, φεουδαρχία. ΣΥΝ. Μέσοι Χρόνοι, σκοτεινοί χρόνοι 2. (μτφ.) εποχή ή κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έντονο συντηρητισμό και οπισθοδρόμηση: εκπαιδευτικός/εργασιακός/κοινωνικός/τεχνολογικός ~. Μα πού νομίζουν ότι ζούμε, στον ~α; [< γαλλ. Moyen Âge] | |
| 30355 | μεσαιωνικός | , ή, ό με-σαι-ω-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον Μεσαίωνα: ~ός: ελληνισμός. ~ή: ελληνική γλώσσα (βλ. αρχαία, νεοελληνική)/ιστορία/λογοτεχνία/περίοδος/πόλη. ~ό: κάστρο. ~ά: τείχη. Βλ. νεότερος.|| (ΘΕΑΤΡ.) ~ά: μυστήρια. 2. (μτφ.) συντηρητικός, οπισθοδρομικός ή απάνθρωπος: ~ό: εργασιακό καθεστώς. ~ές: αντιλήψεις/συνθήκες (π.χ. φυλάκισης).|| ~ά: βασανιστήρια. Με ~ές μεθόδους. Πβ. βάναυσος. | |
| 30356 | μεσαιωνισμός | με-σαι-ω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): έντονος συντηρητισμός, ανελευθερία ή απάνθρωπη συμπεριφορά, βαρβαρότητα. Πβ. σκοταδισμός. Βλ. -ισμός. | |
| 30357 | μεσαιωνολόγος | με-σαι-ω-νο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που μελετά κυρ. την ιστορία και τον πολιτισμό του Μεσαίωνα. Πβ. βυζαντινολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. médiéviste] | |
| 30358 | μεσάλι | με-σά-λι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.-παλαιότ.) 1. τραπεζομάντιλο. 2. ύφασμα με το οποίο τύλιγαν το ψωμί. [< μεσν. μεσάλι(ο)ν] | |
| 30359 | μεσανατολικό | με-σα-να-το-λι-κό ουσ. (ουδ.) (το) & (σπάν.) μεσανατολικό ζήτημα/πρόβλημα 1. (συνήθ. με κεφαλ. Μ) η διένεξη μεταξύ Αράβων και Ισραηλινών και κυρ. το παλαιστινιακό ζήτημα. 2. (μτφ.-προφ.) κάθε χρόνιο και δυσεπίλυτο ζήτημα: Η υπόθεση έχει καταντήσει ~. Ούτε ~ να ήταν. [< αγγλ. Middle East(ern) (question/problem)] | |
| 30360 | μεσανατολικός | , ή, ό με-σα-να-το-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Μέση Ανατολή. [< αγγλ. Middle Eastern, 1903] | |
| 30361 | Μεσανατολίτης | Με-σα-να-το-λί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που γεννήθηκε ή/και κατοικεί στη Μέση Ανατολή ή κατάγεται από αυτή. Βλ. -ίτης1. | |
| 30362 | μεσάντρα | με-σά-ντρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-παλαιότ.) & μουσάντρα: (σε παραδοσιακά, ηπειρώτικα κυρ., σπίτια) μεγάλο εσωτερικό άνοιγμα τοίχου διαμορφωμένο σε ντουλάπα. [< γαλλ. mansarde, γαλλ. ανθρ. F. Mansart] | |
| 30363 | μεσάνυχτα | με-σά-νυ-χτα ουσ. (ουδ.) (τα): δώδεκα η ώρα το βράδυ και κατ' επέκτ. το διάστημα της νύχτας από τις δώδεκα ως τα χαράματα: Έφτασε ~. Είναι περασμένα ~. Ακριβώς τα ~/λίγο μετά τα ~ άγνωστοι πυρπόλησαν ... Το έγκλημα έγινε γύρω στα/κατά τα/κοντά στα ~. ΣΥΝ. μεσονύκτιο, μεσονύχτι ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρα/βαθιά/άγρια μεσάνυχτα & άγρια νύχτα (προφ.): πολύ αργά το βράδυ: Πού πας μέσα στα ~ ~; Πβ. άγρια/βαθιά/μαύρα χαράματα. ● ΦΡ.: έχω (μαύρα/βαθιά) μεσάνυχτα (προφ.): αγνοώ παντελώς: ~ ~ για το θέμα. Από υπολογιστές έχει ~! [< μεσν. μεσάνυκτον] | |
| 30364 | μεσάτος | , η, ο [μεσᾶτος] με-σά-τος επίθ.: συνήθ. για εφαρμοστό στη μέση ρούχο: ~ο: πουκάμισο/σακάκι.|| Γυναικείο μπουφάν σε ελαφρώς ~η γραμμή. Βλ. -άτος. | |
| 30365 | μεσαύλιο | με-σαύ-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. μεσοθωράκιο, μεσοπνευμόνιο. [< μτγν. μεσαύλιον 'μουσικό μέλος', γαλλ. médiastin] | |
| 30366 | μεσεγγύημα | με-σεγ-γύ-η-μα ουσ. (ουδ.) (σπάν.): ΝΟΜ. το αντικείμενο της μεσεγγύησης. [< αρχ. μεσεγγύημα] | |
| 30367 | μεσεγγύηση | με-σεγ-γύ-η-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. παράδοση σε τρίτο πρόσωπο πράγματος, κινητού ή ακινήτου, που διεκδικείται από δύο ή περισσότερα άτομα, έως ότου υπάρξει συμφωνία ή εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση: Μετοχές/περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας τέθηκαν/τελούν υπό ~ (/υπό καθεστώς ~ης). Ζήτησε τη δικαστική ~ του ποσού που βρίσκεται στον καταθετικό της λογαριασμό. Βλ. κατάσχεση. [< μεσν. μεσεγγύησις, γαλλ. séquestre] | |
| 30368 | μεσεγγυητής | με-σεγ-γυ-η-τής ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. μεσεγγυούχος. [< μεσν. μεσεγγυητής] | |
| 30369 | μεσεγγυούχος | [μεσεγγυοῦχος] με-σεγ-γυ-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο στο οποίο κατατίθεται το αντικείμενο της μεσεγγύησης: αντικατάσταση ~ου. (Δι)ορίστηκε ~ του κατασχεθέντος τεχνικού εξοπλισμού. Βλ. θεματοφύλακας, -ούχος1. ΣΥΝ. μεσεγγυητής |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ