| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30370 | μεσεγκεφαλικός | , ή, ό με-σε-γκε-φα-λι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον μεσεγκέφαλο: ~οί: νευρώνες. ~ές: βλάβες. ~ά: μοσχεύματα (βλ. παρκινσονισμός). [< γαλλ. mésencéphalique, αγγλ. mesencephalic] | |
| 30371 | μεσεγκέφαλος | με-σε-γκέ-φα-λος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. το μεσαίο τμήμα του στελέχους του εγκεφάλου, το οποίο βρίσκεται μεταξύ της γέφυρας (κάτω), του διεγκεφάλου (πάνω) και της παρεγκεφαλίδας (πίσω). Βλ. μετεγκέφαλος. [< γαλλ. mésencéphale, αγγλ. mesencephalon] | |
| 30372 | μεσέγχυμα | με-σέγ-χυ-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. το δίκτυο του εμβρυϊκού συνδετικού ιστού του μεσοδέρματος από το οποίο σχηματίζονται ο συνδετικός ιστός του σώματος, τα αιμοφόρα και τα λεμφικά αγγεία. Βλ. επιθήλιο, ίνωμα, λειομυοσάρκωμα, λειομύωμα, λίπωμα. [< γαλλ. mésenchyme , αγγλ. mesenchyma] | |
| 30373 | μεσεγχυματικός | , ή, ό με-σεγ-χυ-μα-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το μεσέγχυμα: ~ά: βλαστικά κύτταρα (βλ. αιμοποιητικά). Βλ. επιθηλιακός. [< γαλλ. mésenchymateux, αγγλ. mesenchymal] | |
| 30374 | μεσευρωπαϊκός | , ή, ό με-σευ-ρω-πα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με την περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης ή προέρχεται από αυτή: ~ό: κλίμα. Πβ. κεντροευρωπαϊκός. [< γερμ. mitteleuropäisch] | |
| 30375 | μέση | μέ-ση ουσ. (θηλ.) 1. το τμήμα του ανθρώπινου σώματος που βρίσκεται ανάμεσα στον θώρακα και τα ισχία· συνεκδ. το αντίστοιχο μέρος ενδύματος: λεπτή ~. Ανατομικό μαξιλάρι/ορθοπεδική ζώνη ~ης. Ασκήσεις για τη ~. Πόνοι στη ~ (πβ. οσφυαλγία). Από τη ~ και κάτω/πάνω. Πιάστηκε η ~ μου. Στάθηκε με τα χέρια στη ~. Μ' έπιασε από τη ~. Πβ. οσφύς.|| Το σακάκι μού είναι λίγο στενό στη ~ (βλ. μεσάτος). 2. το μεσαίο ή το κεντρικό τμήμα ενός αντικειμένου, μιας έκτασης: καρπούζι/λεμόνι κομμένο στη ~ (: στα δύο). Φόρμα του κέικ με τρύπα στη ~. Στη ~ (= κέντρο) του δωματίου. Γέμισε το ποτήρι μέχρι/ως τη ~.|| Ιστορία με αρχή, ~, τέλος. ΣΥΝ. μέσο (2) 3. το μέσο χρονικού διαστήματος, διαδικασίας: στη ~ (= στα μέσα) της σχολικής χρονιάς/του χειμώνα (= μεσοχείμωνο). Έφυγε στη ~ του μαθήματος. Είναι στη ~ της θητείας του. ● Υποκ.: μεσούλα (η): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: τσαντάκι μέσης βλ. τσάντα ● ΦΡ.: αφήνω/παρατάω στη μέση (μτφ.-προφ.): δεν ολοκληρώνω κάτι που έχω ξεκινήσει να κάνω: ~ει ~ όποιο βιβλίο δεν του αρέσει. ~ησε ~ το φαγητό του κι έφυγε βιαστικά., βγάζω από τη μέση (μτφ.-προφ.) 1. δολοφονώ, σκοτώνω: Οι μαφιόζοι απείλησαν να τον βγάλουν από τη ~. ΣΥΝ. καθαρίζω (4) 2. εκτοπίζω, εξουδετερώνω: Αποκάλυψε το σκάνδαλο, βγάζοντας από τη ~ τους πολιτικούς του αντιπάλους., λυγίζω τη μέση (μου) (σπάν.-μτφ.): συμπεριφέρομαι με δουλοπρέπεια. Πβ. έχει εύκαμπτη μέση., μέση δαχτυλίδι (μτφ.): (για γυναίκα) πολύ λεπτή και κομψή μέση: Αποκτήστε/έχει ~ ~., μου βγήκε η μέση (μτφ.-προφ.): κουράστηκα πάρα πολύ, ταλαιπωρήθηκα: Μου ~ ~ να κουβαλήσω τα βιβλία! ΣΥΝ. μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι, μου βγαίνει ο κώλος, μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος/ο τάκος, μπαίνω στη μέση (μτφ.-προφ.): παρεμβαίνω σε υπόθεση που συνήθ. δεν με αφορά άμεσα ή εμφανίζομαι ως εμπόδιο: Μπήκε στη ~ προσπαθώντας να ηρεμήσει τα πνεύματα. Πβ. μεσολαβώ.|| Πώς να κρατήσει μια σχέση, όταν ~ει στη ~ το εγώ;, τον έβαλαν στη μέση 1. τον περικύκλωσαν: ~ ~ και τον χτυπούσαν όλοι μαζί. 2. (μτφ.) τον ανάγκασαν να παίξει διαμεσολαβητικό ρόλο: Τον βάλανε ~ ν' αποφασίσει/να πάρει το μέρος ενός από τους δύο., φεύγω/βγαίνω απ' τη μέση (μτφ.-προφ.): σταματώ να διαδραματίζω σημαντικό ρόλο, απομακρύνομαι: Ποιοι είχαν συμφέρον να φύγει/να βγει από τη ~ ο πρόεδρος;, βρίσκομαι/είμαι στο πουθενά/στη μέση του πουθενά βλ. πουθενά, μένει στη μέση βλ. μένω, μέσες άκρες βλ. άκρη, στη μέση του δρόμου βλ. δρόμος, χτύπημα κάτω από τη ζώνη/μέση βλ. χτύπημα [< αρχ. μέση] | |
| 30376 | μεσήλικος | , η, ο με-σή-λι-κος επίθ./ουσ. & (προφ.-συχνότ.) μεσήλικας {μεσήλικ-ες}: (για πρόσ.) που διανύει τη μέση ηλικία: ~οι/~ες: άντρες. ~ο: ζευγάρι. ~ες: γυναίκες.|| (ως ουσ.) Οι ~οι/~ες. Παρέα ~ων/(λόγ.) ~ίκων. Βλ. αν-, εν-, υπερ-ήλικος.|| (συνεκδ.) ~η: ζωή (: που χαρακτηρίζει ~ο). ΣΥΝ. μεσόκοπος [< μτγν. μεσῆλιξ] | |
| 30377 | μεσημβρία | με-σημ-βρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) μεσημέρι. 2. ο Νότος και κατ' επέκτ. όλες οι περιοχές που βρίσκονται στον Νότο· συνήθ. στις ● ΦΡ.: μετά μεσημβρία(ν) (συντομ. μ.μ.): μετά το μεσημέρι: Η παράσταση θα αρχίσει στις 4 μ.μ., προ μεσημβρίας (συντομ. π.μ.): πριν από το μεσημέρι: Το κατάστημα ανοίγει καθημερινά στις 9 π.μ. [< αρχ. μεσημβρία] | |
| 30378 | μεσημβριάνθεμο | με-σημ-βρι-άν-θε-μο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. γένος φυτών (οικογ. Mesembryaceae) με παχιά, σαρκώδη φύλλα και άνθη σε έντονο χρώμα. Βλ. μπούζι. [< αγγλ. Mesembryanthemum] | |
| 30379 | μεσημβρινός | , ή, ό με-σημ-βρι-νός επίθ. 1. (λόγ.) μεσημεριανός: ~ός: ύπνος. ~ή: ανάπαυση/διακοπή/εκπομπή. ~ό γεύμα/δελτίο ειδήσεων. Προβλέπονται πρόσκαιρες τοπικές νεφώσεις τις ~ές ώρες. Βλ. απογευματ-, βραδ-, πρω-ινός, μετα~, προ~. ΑΝΤ. μεσονύκτιος 2. (λόγ.) νότιος: δωμάτιο/οικόπεδο με ~ό προσανατολισμό. Το χωριό είναι χτισμένο στη ~ή πλευρά της βουνοπλαγιάς. Βλ. ανατολικο~. ΑΝΤ. βόρειος 3. ΓΕΩΓΡ. -ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τον μεσημβρινό: ~ός: κύκλος. ~ή: διόπτρα. ~ό: τηλεσκόπιο. [< 1,2: αρχ. μεσημβρινός 3: γαλλ. méridien] | |
| 30380 | μεσημβρινός | με-σημ-βρι-νός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. κάθε νοητή καμπύλη με διεύθυνση Βορρά-Νότου, που ενώνει τους δύο πόλους της Γης (ή γενικότ. μιας σφαίρας) και συνεκδ. η παράστασή της σε χάρτη ή υδρόγειο. 2. ΙΑΤΡ. (στον βελονισμό) καθεμία από τις διαδρομές βασικών νεύρων ή ομάδων νευρώνων. ● ΣΥΜΠΛ.: ουράνιος μεσημβρινός: ΑΣΤΡΟΝ. καθένας από τους άπειρους (νοητούς) κύκλους της ουράνιας σφαίρας, οι οποίοι διέρχονται από τους ουράνιους πόλους και το σημείο ζενίθ του επίγειου παρατηρητή. Βλ. ωριαίος κύκλος., πρώτος μεσημβρινός: ΓΕΩΓΡ. αυτός που περνά από το παλιό αστεροσκοπείο του Γκρίνουιτς και χωρίζει τη Γη σε ανατολικό και δυτικό ημισφαίριο. Βλ. γεωγραφικό μήκος, ισημερινός., μεσημβρινός του Γκρίνουιτς βλ. Γκρίνουιτς [< γαλλ. méridien] | |
| 30381 | μεσημέρι | με-ση-μέ-ρι ουσ. (ουδ.) {μεσημερ-ιού}: η δωδέκατη ώρα της ημέρας και συνεκδ. το χρονικό διάστημα μεταξύ πρωινού και απογεύματος: καλοκαιρινό ~. Η ζέστη/ο ήλιος/το φως του ~ιού. Μετά το/πριν από το/ως το ~. Πήγε ~ (= μεσημέριασε) κι ακόμα να ξυπνήσει! Βλ. βράδυ. ΣΥΝ. γιόμα2 (1), μεσημβρία (1) ● Υποκ.: μεσημεράκι (το): Θα έρθω κατά το ~. ● ΦΡ.: μέρα μεσημέρι: λέγεται για να δηλωθεί με έμφαση ότι κάτι παράνομο ή αξιοπερίεργο έγινε φανερά, μπροστά στα μάτια των περαστικών: εν ψυχρώ δολοφονία ~ ~. Την απήγαγαν ~ ~., μας πήρε (το) μεσημέρι/μας πήρε το βράδυ βλ. παίρνω, ντάλα μεσημέρι βλ. ντάλα [< μεσν. μεσημέρι(ν)] | |
| 30382 | μεσημεριάζει | με-ση-με-ριά-ζει ρ. {μεσημέρια-σε}: είναι, κοντεύει μεσημέρι: Ξύπνα, ~σε! 'Εχει αρχίσει/πήρε να ~ ... Βλ. βραδιάζει, νυχτώνει, ξημερώνει, σκοτεινιάζει, χαράζει. ● μεσημεριάσαμε (προφ.): πέρασε η ώρα, μας βρήκε το μεσημέρι, συνήθ. εξαιτίας αργοπορίας: Άντε γρήγορα και ~ εδώ πέρα! [< μεσν. μεσημεριάζω] | |
| 30383 | μεσημεριανάδικο | με-ση-με-ρια-νά-δι-κο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & (σπάν.) μεσημεράδικο (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): μεσημεριανή τηλεοπτική εκπομπή, κυρ. κουτσομπολίστικη και ψυχαγωγική. Βλ. πρωινάδικο. | |
| 30384 | μεσημεριανός | , ή, ό με-ση-με-ρια-νός επίθ.: που αναφέρεται στο μεσημέρι ή γίνεται κατά τη διάρκειά του: ~ός: ήλιος/ύπνος (= σιέστα). ~ή: εκπομπή (πβ. μεσημεριανάδικο). ~ό: γεύμα/διάλειμμα/τραπέζι/φαγητό. Από τις ~ές ώρες ο καιρός θα παρουσιάσει βελτίωση. Βλ. -ιανός, απογευματ-, βραδ-, πρω-ινός. ΣΥΝ. μεσημβρινός (1), μεσημεριάτικος ● Ουσ.: μεσημεριανό (το): ενν. γεύμα: Τι έχουμε για ~; Βλ. βραδινό, πρωινό. ΣΥΝ. γεύμα (2) | |
| 30385 | μεσημεριάτικα | με-ση-με-ριά-τι-κα επίρρ. & μεσημεριάτικο (προφ.): κατά τη διάρκεια του μεσημεριού (για να δηλωθεί κάτι απρόσμενο ή/και ενοχλητικό, δυσάρεστο). Βλ. βραδ-, πρωιν-ιάτικα. | |
| 30386 | μεσημεριάτικος | , η, ο με-ση-με-ριά-τι-κος επίθ. (προφ.): μεσημεριανός, μεσημβρινός. Βλ. -ιάτικος. | |
| 30387 | μέσης | μέ-σης ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. βορειοανατολικός άνεμος. Πβ. γρέγος. [< αρχ. μέσης] | |
| 30388 | μεσιάζει | με-σιά-ζει ρ. (αμτβ.) {μέσια-σε, μεσιά-σει, συνήθ. στον αόρ.} (προφ.): για χρονική περίοδο που φτάνει στη μέση της: Αύριο Τετάρτη κι η βδομάδα ~. Το καλοκαίρι/ο μήνας κοντεύει να ~σει/σχεδόν ~σε. Βλ. βραδ-, καλοκαιρ-, φθινοπωρ-, χειμων-ιάζει. | |
| 30389 | μεσιανός | , ή, ό με-σια-νός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που βρίσκεται στη μέση, μεσαίος: ~ή: κάμαρα/πόρτα. ~ό: δάχτυλο/κατάρτι. Βλ. -ιανός. ΣΥΝ. μέσος (1) ΑΝΤ. ακριανός [< μεσν. μεσιανός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ