| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30384 | μεσημεριανός | , ή, ό με-ση-με-ρια-νός επίθ.: που αναφέρεται στο μεσημέρι ή γίνεται κατά τη διάρκειά του: ~ός: ήλιος/ύπνος (= σιέστα). ~ή: εκπομπή (πβ. μεσημεριανάδικο). ~ό: γεύμα/διάλειμμα/τραπέζι/φαγητό. Από τις ~ές ώρες ο καιρός θα παρουσιάσει βελτίωση. Βλ. -ιανός, απογευματ-, βραδ-, πρω-ινός. ΣΥΝ. μεσημβρινός (1), μεσημεριάτικος ● Ουσ.: μεσημεριανό (το): ενν. γεύμα: Τι έχουμε για ~; Βλ. βραδινό, πρωινό. ΣΥΝ. γεύμα (2) | |
| 30385 | μεσημεριάτικα | με-ση-με-ριά-τι-κα επίρρ. & μεσημεριάτικο (προφ.): κατά τη διάρκεια του μεσημεριού (για να δηλωθεί κάτι απρόσμενο ή/και ενοχλητικό, δυσάρεστο). Βλ. βραδ-, πρωιν-ιάτικα. | |
| 30386 | μεσημεριάτικος | , η, ο με-ση-με-ριά-τι-κος επίθ. (προφ.): μεσημεριανός, μεσημβρινός. Βλ. -ιάτικος. | |
| 30387 | μέσης | μέ-σης ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. βορειοανατολικός άνεμος. Πβ. γρέγος. [< αρχ. μέσης] | |
| 30388 | μεσιάζει | με-σιά-ζει ρ. (αμτβ.) {μέσια-σε, μεσιά-σει, συνήθ. στον αόρ.} (προφ.): για χρονική περίοδο που φτάνει στη μέση της: Αύριο Τετάρτη κι η βδομάδα ~. Το καλοκαίρι/ο μήνας κοντεύει να ~σει/σχεδόν ~σε. Βλ. βραδ-, καλοκαιρ-, φθινοπωρ-, χειμων-ιάζει. | |
| 30389 | μεσιανός | , ή, ό με-σια-νός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που βρίσκεται στη μέση, μεσαίος: ~ή: κάμαρα/πόρτα. ~ό: δάχτυλο/κατάρτι. Βλ. -ιανός. ΣΥΝ. μέσος (1) ΑΝΤ. ακριανός [< μεσν. μεσιανός] | |
| 30390 | μεσίας | βλ. μεσσίας | |
| 30391 | μεσινέζα | με-σι-νέ-ζα ουσ. (θηλ.) & μισινέζα & μισίνα & (διαλεκτ.) μιχίνα: λεπτό γερό νήμα για διάφορες εφαρμογές: αγκίστρι δεμένο με ~ στο άκρο πετονιάς. Βλ. παραγάδι.|| ~ες θαμνοκοπτικών/χαρτοκοπτικών: Τύποι ~ας: αστεροειδής/πολύπλευρη/στριφτή/στρογγυλή/τετράγωνη. || Οργαντίνα με/χωρίς ~. | |
| 30392 | μεσίστιος | , α, ο με-σί-στι-ος επίθ.: κυρ. στη ● ΦΡ.: η σημαία κυματίζει μεσίστια βλ. σημαία | |
| 30393 | μεσιτεία | με-σι-τεί-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. μεσίτευση 1. ΝΟΜ. μεσολάβηση έναντι αμοιβής μεταξύ προσώπων ή ομάδων για σύναψη οικονομικής συμφωνίας· συνεκδ. η σύμβαση που υπογράφεται για αυτόν το(ν) σκοπό ή η αμοιβή του μεσίτη, τα μεσιτικά, η προμήθεια: ~ ακινήτων/ασφαλειών/ναύλων. Εταιρεία/υπηρεσίες ~ας. 2. (γενικότ., για τη Θεοτόκο ή τους Αγίους) διαμεσολάβηση προς όφελος των πιστών: με τη ~/με τις ~ες της Παναγίας ... (: με τη βοήθεια της Παναγίας). [< 1: γαλλ. courtage 2: μτγν. μεσιτεία] | |
| 30394 | μεσίτευση | με-σί-τευ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. μεσιτεία. [< γαλλ. médiation] | |
| 30395 | μεσιτεύω | με-σι-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {μεσίτευ-σε, μεσιτεύ-σει, -οντας}: ΝΟΜ. ενεργώ ως μεσίτης. ● μεσιτεύει: (συνήθ. για τη Θεοτόκο ή τους Αγίους) μεσολαβεί για τη σωτηρία των πιστών. ΣΥΝ. πρεσβεύει [< μτγν. μεσιτεύω] | |
| 30396 | μεσίτης | με-σί-της ουσ. (αρσ.) {μεσιτών} , μεσίτρια (η) 1. ΝΟΜ. επαγγελματίας ή εταιρεία που μεσολαβεί έναντι αμοιβής μεταξύ προσώπων ή ομάδων για σύναψη οικονομικής συνήθ. συμφωνίας: ~ες ακινήτων/αστικών συμβάσεων/ασφαλίσεων (= ασφαλειομεσίτης). Πβ. (δια)μεσολαβητής, ενδιάμεσος, μεσάζων. Βλ. -ίτης1, κτηματο~, ναυλο~, χρηματο~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. {στο θηλ.} για την Παναγία που μεσολαβεί στον Θεό προς όφελος των Χριστιανών. [< 1: μτγν. μεσίτης ‘μεσολαβητής, διαιτητής’, γαλλ. courtier 2: μτγν. μεσίτρια] | |
| 30397 | μεσιτικός | , ή, ό με-σι-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που ανήκει ή αναφέρεται στον μεσίτη ή τη μεσιτεία: ~ή: αμοιβή. ~ό: γραφείο/δίκτυο. ~ές: εντολές/συναλλαγές/υπηρεσίες.|| (ως ουσ.) ~ή (ενν. εταιρεία) ακινήτων/ασφαλίσεων. Βλ. χρηματο~. [< μεσν. μεσιτικός] | |
| 30398 | μεσκαλίνη | με-σκα-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. παραισθησιογόνο αλκαλοειδές (σύμβ. C11H17NO3) που προέρχεται από τον κάκτο πεγιότ ή παράγεται συνθετικά. Βλ. έκστασι, ελ ες ντι, -ίνη, ψιλοκυβίνη. [< αμερικ. mescaline, γαλλ., ~, 1933] | |
| 30399 | μέσο | μέ-σο ουσ. (ουδ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} (για ενέργεια ή πράγμα) καθετί χρήσιμο, κατάλληλο ή αποτελεσματικό για την επίτευξη ενός σκοπού: ~α ελέγχου/κοινωνικής δικτύωσης/παρακολούθησης/προπαγάνδας/προστασίας (πυροσβεστών)/ψυχαγωγίας (π.χ. θέατρο). Αποδεικτικά/αποθηκευτικά (: ντιβιντί, σιντί, φλασάκι)/αποτελεσματικά (βλ. ημίμετρα)/δόλια/εκπαιδευτικά/εκφραστικά (: ζωγραφική, συγγραφή)/νόμιμα/οικονομικά/πλωτά/σωστικά/τεχνικά/τεχνολογικά ~α. Η κυκλoφoριακή αγωγή ως ~ πρόληψης ατυχημάτων. Βγάζει λεφτά με θεμιτά και αθέμιτα ~α. Με τα υπάρχοντα ~α ... Θα χρησιμοποιήσει όλα τα ~α που διαθέτει. Πβ. διαδικασία, δρόμος, μέθοδος, οδός. ΣΥΝ. τρόπος (1) 2. (συνήθ. + γεν.) σημείο που ισαπέχει από τα άκρα τοπικού ή χρονικού διαστήματος: στο ~ (= στο κέντρο) της διαδρομής/του δωματίου.|| Το ~ της μέρας (= μεσημέρι)/της νύχτας (= μεσάνυχτα). Στα ~α της εβδομάδας/του έτους/του καλοκαιριού (πβ. μεσοκαλόκαιρα)/του μηνός/της περιόδου/του 19ου αιώνα (πβ. μισά). Από τα ~α του Μάη έως τα ~α του Ιούνη. Βλ. αρχή, τέλος. ΣΥΝ. μέση (2) 3. & (λόγ.) μέσον (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που μεσολαβεί χαριστικά και συνήθ. παράτυπα, για την ευνοϊκή διευθέτηση των υποθέσεων κάποιου: Θέλει/χρειάζεται γερό ~. Δεν έχει ~. Έβαλε ~ για να πάρει τη θέση. Διορίστηκε/μπήκε με ~. Πβ. βύσμα. Βλ. έχει (γερό/μεγάλο) δόντι. ● ΣΥΜΠΛ.: Μέσα (Μαζικής) Ενημέρωσης/Επικοινωνίας & Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης/Επικοινωνίας & (προφ.) Μέσα (ακρ. ΜΜΕ): ο Τύπος, η τηλεόραση, το ραδιόφωνο και το διαδίκτυο ως μέσα μετάδοσης πληροφοριών και απόψεων: έντυπα/ηλεκτρονικά/ραδιοτηλεοπτικά/ψηφιακά ~ ~. Η επίδραση των ~ων ~ στην κοινή γνώμη. Πβ. μίντια. [< αγγλ. mass media, 1923] , μέσα μεταφοράς/(μεταφορικά) μέσα: οχήματα για τη μεταφορά κυρ. ανθρώπων· ειδικότ. τα Μέσα (Μαζικής) Μεταφοράς: εναέρια/υβριδικά/υδάτινα/χερσαία ~ ~. ~ ~ ξηράς. Ασφαλές/οικολογικό ~ό ~ο. Με κάθε ~ό ~ο η έξοδος των εκδρομέων του Πάσχα. Βλ. αυτοκίνητο, μοτοσικλέτα, ποδήλατο.|| Δημόσια ~ ~. [< αγγλ. means of transport] , μέσο επικοινωνίας 1. κάθε σύστημα μετάδοσης μηνυμάτων: η γλώσσα/η μουσική/η τέχνη ως ~ ~. Πβ. δίαυλος επικοινωνίας. 2. {συνήθ. στον πληθ.} τα ΜΜΕ., τα μεγάλα μέσα: το πιο ισχυρό και σημαντικό μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού: Έβαλε/επιστράτευσε ~ ~, για να τη γλιτώσει. Κατέφυγαν στα ~ ~. [< γαλλ. les grands moyens] , διδακτικά μέσα βλ. διδακτικός, ένδικα μέσα βλ. ένδικος, θρεπτικό υλικό/μέσο βλ. θρεπτικός, κοινωνικά δίκτυα/μέσα & μέσα κοινωνικής δικτύωσης βλ. κοινωνικός, Μέσα (Μαζικής) Μεταφοράς βλ. μεταφορά, μέσα παραγωγής βλ. παραγωγή, μέσα σταθερής τροχιάς βλ. τροχιά, οπτικοακουστικά/εποπτικά μέσα διδασκαλίας βλ. οπτικοακουστικός, ψυκτικό μέσο βλ. ψυκτικός ● ΦΡ.: δεν έχω τα μέσα: δεν έχω την οικονομική συνήθ. δυνατότητα ή την υλικοτεχνική υποδομή, τον απαραίτητο εξοπλισμό, για να κάνω κάτι: Δεν είχε τα ~ να σπουδάσει., εν μέσω (λόγ.): σε κατάσταση ή συνθήκες: ~ ~ αντιδράσεων/εξελίξεων/εξετάσεων/καύσωνα/πιέσεων/τουριστικής περιόδου. ~ ~ εντάσεων ξεκίνησε η συνέλευση. ~ ~ πυρών υπερψηφίστηκε το νομοσχέδιο για ..., με κάθε μέσο: με οποιονδήποτε τρόπο: Η δημόσια υγεία πρέπει να προστατευθεί ~ ~. Πβ. πάση θυσία., με πλάγια μέσα: χωρίς διαφάνεια ή αξιοκρατία: Προσπαθώ να πετύχω κάτι ~ ~. Απέκτησε τον τίτλο/κατέλαβε τη θέση/πλούτισε ~ ~. Πβ. παράνομα., εν τω μέσω της νυκτός βλ. νύχτα, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα βλ. σκοπός [< 1: γαλλ. moyen(s), αγγλ. mean(s) 2: αρχ. μέσον] | |
| 30400 | μεσο- & μεσό- & μεσ- | α' συνθετικό λέξεων 1. με αναφορά στο μέσον ενός χρονικού ή τοπικού διαστήματος: μεσο-νύκτιο.|| Mεσο-καλόκαιρο (βλ. κατα-).|| Μεσο-ελλαδικός/~κυκλαδικός (βλ. πρωτο-, υστερο-). Μεσο-ζωικός.|| Μεσο-στρατίς (πβ. μισο-).|| Μεσ-ευρωπαϊκός (πβ. κεντρο-). Μεσο-δόντιος. Μεσο-κάρπιο. Μεσο-κυττάριος/~σπονδύλιος. 2. με τη σημασία του εσωτερικού: μεσό-πορτα (πβ. εσώ-θυρα). | |
| 30401 | μεσοαμερικανικός | , ή, ό με-σο-α-με-ρι-κα-νι-κός επίθ.: ΑΝΘΡΩΠ. που σχετίζεται με τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν στη Μέση Αμερική (περιοχή από το βόρειο Μεξικό μέχρι τη Νικαράγουα). [< αγγλ. mesoamerican, 1948] | |
| 30402 | μεσοαμυντικός | , ή, ό με-σο-α-μυ-ντι-κός επίθ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με τη μεσαία και αμυντική γραμμή ποδοσφαιρικής κυρ. ομάδας: ~ές: αδυναμίες.|| Τα κενά στη ~ή γραμμή των αντιπάλων ήταν φανερά. ● Ουσ.: μεσοαμυντικός (ο): ΑΘΛ. για ποδοσφαιριστή που παίζει στη μεσαία γραμμή της ομάδας του, με καθήκοντα κυρ. αμυντικά ή/και σχετικά με την ανάπτυξή της. ΣΥΝ. αμυντικός μέσος. Βλ. μεσοεπιθετικός. | |
| 30403 | μεσοαστικός | , ή, ό με-σο-α-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους μεσοαστούς: ~ή: οικογένεια/τάξη (βλ. αστική τάξη, μπουρζουαζία). ~ά: στρώματα. Βλ. μεγαλο-, μικρο-αστικός. [< γαλλ. moyen bourgeois] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ