Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31080-31100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30404μεσοαστός, μεσοαστήμε-σο-α-στός επίθ./ουσ.: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. πρόσωπο που ανήκει στη μεσαία αστική τάξη. Βλ. μεγαλο-, μικρο-αστός. [< γαλλ. moyen bourgeois]
30405μεσοαστρικός, ή, ό με-σο-α-στρι-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που βρίσκεται μεταξύ των άστρων. Πβ. διαστρικός. Βλ. μεσοπλανητικός. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεσοαστρική ύλη: διάσπαρτη ύλη από αέρια και σκόνη που βρίσκεται μεταξύ των αστέρων ενός γαλαξία. Βλ. νεφέλωμα. [< αγγλ. interstellar matter, 1950]
30406μεσόβαθρομε-σό-βα-θρο ουσ. (ουδ.): ΜΗΧΑΝ. ενδιάμεσο στήριγμα γέφυρας. Βλ. ακρόβαθρο.
30407μεσοβασιλείαμε-σο-βα-σι-λεί-α ουσ. (θηλ.) 1. το διάστημα από τον θάνατο ή την εκθρόνιση ενός βασιλιά ως την ενθρόνιση του διαδόχου του και η κατάσταση που επικρατεί. 2. (μτφ.) κάθε μεταβατική περίοδος ή κατάσταση. [< μτγν. μεσοβασιλεία]
30408μεσοβδόμαδαμε-σο-βδό-μα-δα επίρρ. (προφ.): στα μέσα της εβδομάδας.
30409μεσοβδόμαδομε-σο-βδό-μα-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.): το μέσο της εβδομάδας.
30410μεσοβδόμαδος, η, ο με-σο-βδό-μα-δος επίθ.: (κυρ. στον ΑΘΛ.) που συμβαίνει ή συνέβη στα μέσα της εβδομάδας: ~η: αγωνιστική/αναμέτρηση/ήττα/νίκη. ~ο: παιχνίδι (βλ. κυριακάτικο, σαββατιάτικο). Η ομάδα, χωρίς ~ες υποχρεώσεις, κατάφερε να νικήσει και πάλι. ● ΣΥΜΠΛ.: μεσοβδόμαδο κουπόνι: (στο (Πάμε) Στοίχημα) που απαρτίζεται από παιχνίδια, τα οποία διεξάγονται κυρ. Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη.
30411μεσοβέζικος, η, ο με-σο-βέ-ζι-κος επίθ. (μτφ.): που δεν είναι ξεκάθαρος, οριστικός: ~η: απάντηση/απόφαση (βλ. τελική)/θέση/στάση. Όλα αυτά είναι ~ες λύσεις (πβ. προσωρινές, πρόχειρες) που διαιωνίζουν το πρόβλημα. ΑΝΤ. σαφής (1) ● επίρρ.: μεσοβέζικα [< τουρκ. müşevveş]
30412μεσοβορράςμε-σο-βορ-ράς ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. βόρειος ή βορειοανατολικός άνεμος.
30413μεσοβυζαντινός, ή, ό με-σο-βυ-ζα-ντι-νός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τη μεσοβυζαντινή περίοδο: ~ός: ναός. ~ή: τέχνη. Βλ. πρωτο-, υστερο-βυζαντινός. ● ΣΥΜΠΛ.: μεσοβυζαντινή περίοδος & (σπάν.) μεσοβυζαντινοί χρόνοι & μεσοβυζαντινή εποχή: περίοδος της βυζαντινής ιστορίας από τον 8ο μέχρι τον 12ο αι. μ.Χ.
30414μεσόγαιοςβλ. μεσόγειος
30415ΜεσογειάδαΜε-σο-γει-ά-δα ουσ. (θηλ.): διοργάνωση που διεξάγεται με τη συμμετοχή μεσογειακών χωρών, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει αθλητικούς αγώνες ή/και διάφορες εκδηλώσεις, όπως καλλιτεχνικές: πολιτιστική ~. ~ Εφήβων (π.χ. στο χάντμπολ). Βλ. Βαλκανι-, Ολυμπι-άδα.
30416μεσογειακός, ή, ό με-σο-γει-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στη Μεσόγειο Θάλασσα, στις χώρες που βρέχονται ή βρίσκονται γύρω από αυτή ή/και στους κατοίκους τους: ~ός: χώρος. ~ή: βλάστηση (: αείφυλλη και σκληρόφυλλη). ~ό: ταμπεραμέντο. ~ές: ακτές. ~ά: αλίπεδα/προϊόντα (π.χ. βαμβάκι, καπνός, λάδι). (με κεφαλ. Μ) ~οί Αγώνες (: αθλητική διοργάνωση που γίνεται κάθε τέσσερα χρόνια και στην οποία συμμετέχουν αθλητές από ~ές χώρες). Πβ. παραμεσόγειος. Βλ. ευρω~. ● ΣΥΜΠΛ.: μεσογειακή αναιμία: ΙΑΤΡ. κληρονομική αιμολυτική αναιμία που χαρακτηρίζεται από μειωμένο ρυθμό σύνθεσης μίας ή περισσοτέρων αλυσίδων αιμοσφαιρίνης: στίγμα ~ής ~ας. ΣΥΝ. θαλασσαιμία [< αγγλ. mediterranean anemia, 1936] , μεσογειακή διατροφή & δίαιτα/κουζίνα: η οποία είναι πλούσια σε λαχανικά, φρούτα, όσπρια, δημητριακά ολικής αλέσεως, ψάρια, ξηρούς καρπούς και έχει ως κύρια πηγή λιπαρών το ελαιόλαδο: η ~ ~ μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο διαβήτη και καρδιαγγειακών νοσημάτων. [< αγγλ. Mediterranean diet, 1928] , μεσογειακό κλίμα βλ. κλίμα, οικογενής μεσογειακός πυρετός βλ. πυρετός, φώκια μονάχους μονάχους βλ. φώκια [< γαλλ. méditerranéen, αγγλ. mediterranean]
30417μεσογειονίκηςμε-σο-γει-ο-νί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.): αθλητής που έχει κατακτήσει μετάλλιο σε μεσογειακούς αγώνες. Βλ. -νίκης.
30418μεσόγειος, α/ος, ο με-σό-γει-ος επίθ. (λόγ.): (για τόπο) που βρίσκεται μακριά από θάλασσα: ~ος: δήμος. ~α: πόλη. ~ο: κράτος/χωριό. Βλ. -γειος. ΣΥΝ. ηπειρωτικός ΑΝΤ. παραθαλάσσιος, παράκτιος, παράλιος ● Ουσ.: μεσόγεια (τα): το εσωτερικό μιας περιοχής, η ενδοχώρα: (με κεφαλ. Μ) Τα ~ Αττικής. Από το λιμάνι ο δρόμος οδηγεί στα ~ του νησιού. Βλ. μεθόριος. ΑΝΤ. παράλια [< αρχ. μεσόγειος]
30419μεσογείτικος, η, ο με-σο-γεί-τι-κος επίθ.: που αναφέρεται στα Μεσόγεια της Αττικής.
30420μεσογλουτιαίος, α, ο [μεσογλουτιαῖος] με-σο-γλου-τι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται μεταξύ των γλουτών: ~α: πτυχή/σχισμή. [< αγγλ. intergluteal]
30421μεσογονάτιος, α, ο με-σο-γο-νά-τι-ος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεσογονάτια (διαστήματα): ΒΟΤ. τμήματα του βλαστού μεταξύ δύο γονάτων. [< μτγν. μεσογονάτιον]
30422μεσοδακτύλιος, α, ο με-σο-δα-κτύ-λι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ανάμεσα στα δάκτυλα: ~ος: κάλος/νάρθηκας. ~ες: περιοχές/πτυχές (π.χ. ποδιών). Μυκητιάσεις σε ~α διαστήματα.
30423μεσόδερμαμε-σό-δερ-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. -ΑΝΑΤ. το μεσαίο από τα τρία βλαστικά στρώματα του εμβρύου των περισσότερων πολυκύτταρων οργανισμών, από το οποίο προέρχονται διάφορες δομές και όργανα, όπως ο συνδετικός ιστός, τα οστά, οι μύες, το αίμα. Βλ. ενδό-, εξώ-δερμα, μεσέγχυμα. [< γαλλ. mésoderme , αγγλ. mesoderm]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.