| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30424 | μεσοδερμικός | , ή, ό με-σο-δερ-μι-κός επίθ. & μεσοδερματικός: ΒΙΟΛ. -ΑΝΑΤ. που αναφέρεται στο μεσόδερμα: ~ά: (βλαστικά) κύτταρα. [< γαλλ. mésodermique, αγγλ. mesodermic] | |
| 30425 | μεσοδιάστημα | με-σο-δι-ά-στη-μα ουσ. (ουδ.): διάστημα που παρεμβάλλεται μεταξύ δύο χρονικών συνήθ. ή τοπικών σημείων, ενδιάμεσο διάστημα: Το εμβόλιο χορηγείται σε δύο δόσεις με (ελάχιστο) ~ ενός μήνα. Στο ~ μέχρι να επιστρέψει, λήφθηκε η απόφαση.|| Το ~ δύο πλανητών. | |
| 30426 | μεσοδόκι | με-σο-δό-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): κεντρικό ξύλινο δοκάρι το οποίο στήριζε τη στέγη του σπιτιού. [< μεσν. μεσοδόκι] | |
| 30427 | μεσοδοντικός | , ή, ό με-σο-δο-ντι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. (στη φωνητική) (για φθόγγο) που παράγεται με την άκρη της γλώσσας ανάμεσα στα πάνω και κάτω μπροστινά δόντια: ~ά σύμφωνα είναι το [θ] και το [δ]. Πβ. οδοντικός. Βλ. ουραν-, χειλ-ικός. [< γαλλ. interdental] | |
| 30428 | μεσοδόντιος | , α, ο με-σο-δό-ντι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ανάμεσα σε γειτονικά δόντια ή σχετίζεται με τον χώρο μεταξύ τους: ~ος: καθαρισμός (π.χ. με οδοντικό νήμα). ~ο: βουρτσάκι. ~α: διαστήματα. [< γαλλ. interdentaire] | |
| 30429 | μεσοδυτικός | , ή, ό με-σο-δυ-τι-κός επίθ. (συχνά με κεφαλ. Μ): που σχετίζεται με την περιοχή των ΗΠΑ η οποία βρίσκεται μεταξύ Απαλαχίων και Βραχωδών Ορέων: ~ές πολιτείες ή (ως ουδ. ουσ. στον πληθ.) ~ά. [< αμερικ. Middle Western, 1909] | |
| 30430 | μεσοελλαδικός | , ή, ό με-σο-ελ-λα-δι-κός επίθ. ΙΣΤ.-ΑΡΧΑΙΟΛ. : που σχετίζεται με τη μεσοελλαδική εποχή: ~ός: οικισμός/πολιτισμός. ~ό: νεκροταφείο. Πβ. μεσοκυκλαδικός. Βλ. πρωτο-, υστερο-ελλαδικός, πρωτοκυκλαδικός, μυκηναϊκός. ● ΣΥΜΠΛ.: μεσοελλαδική εποχή/περίοδος: η Μέση Χαλκοκρατία (περ. 2000-1600 π.Χ.) στην ηπειρωτική Ελλάδα. [< αγγλ. Middle Helladic] | |
| 30431 | μεσοεπιθετικός | , ή, ό με-σο-ε-πι-θε-τι-κός επίθ./ουσ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με τη μεσαία και επιθετική γραμμή μιας ποδοσφαιρικής κυρ. ομάδας: Οι φιλοξενούμενοι ξεχώρισαν αγωνιστικά στον ~ό τομέα/χώρο. ● Ουσ.: μεσοεπιθετικός (o): κυρ. για ποδοσφαιριστή που παίζει στη μεσαία γραμμή της ομάδας του και έχει επιθετικά καθήκοντα. ΣΥΝ. επιθετικός μέσος. Βλ. μεσοαμυντικός. | |
| 30432 | μεσοζωικός | , ή, ό με-σο-ζω-ι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεσοζωικός αιώνας: ΓΕΩΛ. ο μεσαίος γεωλογικός αιώνας της ιστορίας της Γης (περ. 245-65 εκατομμύρια χρόνια πριν), κατά τη διάρκεια του οποίου πρωτοεμφανίστηκαν τα πτηνά και τα θηλαστικά. Βλ. παλαιο-, καινο-ζωικός, Τριαδικό, Ιουρασικό, Κρητιδικό. ΣΥΝ. Δευτερογενές [< γαλλ. mésozoïque, αγγλ. mesozoic] | |
| 30433 | μεσοθεραπεία | με-σο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μέθοδος εναλλακτικής τοπικής θεραπείας που συνίσταται στην έγχυση, με ειδική ένεση, ελάχιστων δόσεων ορισμένων φαρμακευτικών και ομοιοπαθητικών ουσιών στο μεσόδερμα, όπως βιταμίνες, μέταλλα, αμινοξέα, ένζυμα: ~ για σύσφιξη του δέρματος/κατά της κυτταρίτιδας. Βλ. -θεραπεία. [< γαλλ. mésothérapie, περ. 1960, αγγλ. mesotherapy, 1981] | |
| 30434 | μεσοθεραπευτής | με-σο-θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ.): γιατρός που εφαρμόζει τη μέθοδο της μεσοθεραπείας. [< γαλλ. mésothérapeute, περ. 1960] | |
| 30435 | μεσόθερμος | , η, ο με-σό-θερ-μος επίθ. (επιστ.): που έχει μέση θερμοκρασία: εύκρατο/υγρό ~ο κλίμα.|| (για ιαματικές πηγές) ~ο νερό. [< αγγλ. mesothermal, 1922] | |
| 30436 | μεσοθηλιακός | , ή, ό με-σο-θη-λι-α-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το μεσοθήλιο: ~ά: κύτταρα. [< αγγλ. mesothelial, γαλλ. mésothélial] | |
| 30437 | μεσοθήλιο | με-σο-θή-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. στιβάδα κυττάρων που προέρχεται από το μεσόδερμα και σχηματίζει το επιθήλιο με το οποίο καλύπτονται όλοι οι ορογόνοι υμένες. Βλ. ενδοθήλιο, μεσοθηλίωμα. [< αγγλ. mesothelium, γαλλ. mésothélium] | |
| 30438 | μεσοθηλίωμα | με-σο-θη-λί-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος του περιτοναίου, περικαρδίου ή υπεζωκότα. [< αγγλ. mesothelioma, 1909, γαλλ. mésothéliome] | |
| 30439 | μεσοθώρακας | με-σο-θώ-ρα-κας ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. ο μεσαίος δακτύλιος του θώρακα των εντόμων που φέρει ένα ή δύο ζεύγη φτερών και ένα ζεύγος ποδιών. Βλ. μεταθώρακας. [< γαλλ. mésothorax, αγγλ. mesothorax] | |
| 30440 | μεσοθωράκιο | με-σο-θω-ρά-κι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. περιοχή της θωρακικής κοιλότητας που βρίσκεται μεταξύ των πνευμόνων, του στέρνου και της σπονδυλικής στήλης και η οποία περιλαμβάνει την καρδιά, τα μεγάλα αγγεία, την τραχεία, τον οισοφάγο, τον θύμο, τους λεμφαδένες, καθώς και άλλες δομές και ιστούς: άνω/μέσο/οπίσθιο/πρόσθιο ~. Όγκοι ~ου (π.χ. αιμαγγείωμα, θύμωμα, ίνωμα, λεμφαγγείωμα, λίπωμα, νευρίνωμα, τεράτωμα). ΣΥΝ. μεσαύλιο, μεσοπνευμόνιο [< γαλλ. médiastin] | |
| 30441 | μεσοθωρακίτιδα | με-σο-θω-ρα-κί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του μεσοθωρακίου: αιμορραγική/οξεία ~. Βλ. -ίτιδα. [< αγγλ. mediastinitis] | |
| 30442 | μεσοθωρακοσκόπηση | με-σο-θω-ρα-κο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξέταση του μεσοθωρακίου με ενδοσκόπιο. Βλ. -σκόπηση. [< αγγλ. mediastinoscopy, 1959] | |
| 30443 | μεσοκάθετος | με-σο-κά-θε-τος ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜ. ευθεία γραμμή που διέρχεται από το μέσο ευθύγραμμου τμήματος και είναι κάθετη σε αυτό: ~ της πλευράς ΒΓ ενός τριγώνου. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ