Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [31100-31120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30410μεσοβδόμαδος, η, ο με-σο-βδό-μα-δος επίθ.: (κυρ. στον ΑΘΛ.) που συμβαίνει ή συνέβη στα μέσα της εβδομάδας: ~η: αγωνιστική/αναμέτρηση/ήττα/νίκη. ~ο: παιχνίδι (βλ. κυριακάτικο, σαββατιάτικο). Η ομάδα, χωρίς ~ες υποχρεώσεις, κατάφερε να νικήσει και πάλι. ● ΣΥΜΠΛ.: μεσοβδόμαδο κουπόνι: (στο (Πάμε) Στοίχημα) που απαρτίζεται από παιχνίδια, τα οποία διεξάγονται κυρ. Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη.
30411μεσοβέζικος, η, ο με-σο-βέ-ζι-κος επίθ. (μτφ.): που δεν είναι ξεκάθαρος, οριστικός: ~η: απάντηση/απόφαση (βλ. τελική)/θέση/στάση. Όλα αυτά είναι ~ες λύσεις (πβ. προσωρινές, πρόχειρες) που διαιωνίζουν το πρόβλημα. ΑΝΤ. σαφής (1) ● επίρρ.: μεσοβέζικα [< τουρκ. müşevveş]
30412μεσοβορράςμε-σο-βορ-ράς ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. βόρειος ή βορειοανατολικός άνεμος.
30413μεσοβυζαντινός, ή, ό με-σο-βυ-ζα-ντι-νός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τη μεσοβυζαντινή περίοδο: ~ός: ναός. ~ή: τέχνη. Βλ. πρωτο-, υστερο-βυζαντινός. ● ΣΥΜΠΛ.: μεσοβυζαντινή περίοδος & (σπάν.) μεσοβυζαντινοί χρόνοι & μεσοβυζαντινή εποχή: περίοδος της βυζαντινής ιστορίας από τον 8ο μέχρι τον 12ο αι. μ.Χ.
30414μεσόγαιοςβλ. μεσόγειος
30415ΜεσογειάδαΜε-σο-γει-ά-δα ουσ. (θηλ.): διοργάνωση που διεξάγεται με τη συμμετοχή μεσογειακών χωρών, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει αθλητικούς αγώνες ή/και διάφορες εκδηλώσεις, όπως καλλιτεχνικές: πολιτιστική ~. ~ Εφήβων (π.χ. στο χάντμπολ). Βλ. Βαλκανι-, Ολυμπι-άδα.
30416μεσογειακός, ή, ό με-σο-γει-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στη Μεσόγειο Θάλασσα, στις χώρες που βρέχονται ή βρίσκονται γύρω από αυτή ή/και στους κατοίκους τους: ~ός: χώρος. ~ή: βλάστηση (: αείφυλλη και σκληρόφυλλη). ~ό: ταμπεραμέντο. ~ές: ακτές. ~ά: αλίπεδα/προϊόντα (π.χ. βαμβάκι, καπνός, λάδι). (με κεφαλ. Μ) ~οί Αγώνες (: αθλητική διοργάνωση που γίνεται κάθε τέσσερα χρόνια και στην οποία συμμετέχουν αθλητές από ~ές χώρες). Πβ. παραμεσόγειος. Βλ. ευρω~. ● ΣΥΜΠΛ.: μεσογειακή αναιμία: ΙΑΤΡ. κληρονομική αιμολυτική αναιμία που χαρακτηρίζεται από μειωμένο ρυθμό σύνθεσης μίας ή περισσοτέρων αλυσίδων αιμοσφαιρίνης: στίγμα ~ής ~ας. ΣΥΝ. θαλασσαιμία [< αγγλ. mediterranean anemia, 1936] , μεσογειακή διατροφή & δίαιτα/κουζίνα: η οποία είναι πλούσια σε λαχανικά, φρούτα, όσπρια, δημητριακά ολικής αλέσεως, ψάρια, ξηρούς καρπούς και έχει ως κύρια πηγή λιπαρών το ελαιόλαδο: η ~ ~ μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο διαβήτη και καρδιαγγειακών νοσημάτων. [< αγγλ. Mediterranean diet, 1928] , μεσογειακό κλίμα βλ. κλίμα, οικογενής μεσογειακός πυρετός βλ. πυρετός, φώκια μονάχους μονάχους βλ. φώκια [< γαλλ. méditerranéen, αγγλ. mediterranean]
30417μεσογειονίκηςμε-σο-γει-ο-νί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.): αθλητής που έχει κατακτήσει μετάλλιο σε μεσογειακούς αγώνες. Βλ. -νίκης.
30418μεσόγειος, α/ος, ο με-σό-γει-ος επίθ. (λόγ.): (για τόπο) που βρίσκεται μακριά από θάλασσα: ~ος: δήμος. ~α: πόλη. ~ο: κράτος/χωριό. Βλ. -γειος. ΣΥΝ. ηπειρωτικός ΑΝΤ. παραθαλάσσιος, παράκτιος, παράλιος ● Ουσ.: μεσόγεια (τα): το εσωτερικό μιας περιοχής, η ενδοχώρα: (με κεφαλ. Μ) Τα ~ Αττικής. Από το λιμάνι ο δρόμος οδηγεί στα ~ του νησιού. Βλ. μεθόριος. ΑΝΤ. παράλια [< αρχ. μεσόγειος]
30419μεσογείτικος, η, ο με-σο-γεί-τι-κος επίθ.: που αναφέρεται στα Μεσόγεια της Αττικής.
30420μεσογλουτιαίος, α, ο [μεσογλουτιαῖος] με-σο-γλου-τι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται μεταξύ των γλουτών: ~α: πτυχή/σχισμή. [< αγγλ. intergluteal]
30421μεσογονάτιος, α, ο με-σο-γο-νά-τι-ος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεσογονάτια (διαστήματα): ΒΟΤ. τμήματα του βλαστού μεταξύ δύο γονάτων. [< μτγν. μεσογονάτιον]
30422μεσοδακτύλιος, α, ο με-σο-δα-κτύ-λι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ανάμεσα στα δάκτυλα: ~ος: κάλος/νάρθηκας. ~ες: περιοχές/πτυχές (π.χ. ποδιών). Μυκητιάσεις σε ~α διαστήματα.
30423μεσόδερμαμε-σό-δερ-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. -ΑΝΑΤ. το μεσαίο από τα τρία βλαστικά στρώματα του εμβρύου των περισσότερων πολυκύτταρων οργανισμών, από το οποίο προέρχονται διάφορες δομές και όργανα, όπως ο συνδετικός ιστός, τα οστά, οι μύες, το αίμα. Βλ. ενδό-, εξώ-δερμα, μεσέγχυμα. [< γαλλ. mésoderme , αγγλ. mesoderm]
30424μεσοδερμικός, ή, ό με-σο-δερ-μι-κός επίθ. & μεσοδερματικός: ΒΙΟΛ. -ΑΝΑΤ. που αναφέρεται στο μεσόδερμα: ~ά: (βλαστικά) κύτταρα. [< γαλλ. mésodermique, αγγλ. mesodermic]
30425μεσοδιάστημαμε-σο-δι-ά-στη-μα ουσ. (ουδ.): διάστημα που παρεμβάλλεται μεταξύ δύο χρονικών συνήθ. ή τοπικών σημείων, ενδιάμεσο διάστημα: Το εμβόλιο χορηγείται σε δύο δόσεις με (ελάχιστο) ~ ενός μήνα. Στο ~ μέχρι να επιστρέψει, λήφθηκε η απόφαση.|| Το ~ δύο πλανητών.
30426μεσοδόκιμε-σο-δό-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): κεντρικό ξύλινο δοκάρι το οποίο στήριζε τη στέγη του σπιτιού. [< μεσν. μεσοδόκι]
30427μεσοδοντικός, ή, ό με-σο-δο-ντι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. (στη φωνητική) (για φθόγγο) που παράγεται με την άκρη της γλώσσας ανάμεσα στα πάνω και κάτω μπροστινά δόντια: ~ά σύμφωνα είναι το [θ] και το [δ]. Πβ. οδοντικός. Βλ. ουραν-, χειλ-ικός. [< γαλλ. interdental]
30428μεσοδόντιος, α, ο με-σο-δό-ντι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ανάμεσα σε γειτονικά δόντια ή σχετίζεται με τον χώρο μεταξύ τους: ~ος: καθαρισμός (π.χ. με οδοντικό νήμα). ~ο: βουρτσάκι. ~α: διαστήματα. [< γαλλ. interdentaire]
30429μεσοδυτικός, ή, ό με-σο-δυ-τι-κός επίθ. (συχνά με κεφαλ. Μ): που σχετίζεται με την περιοχή των ΗΠΑ η οποία βρίσκεται μεταξύ Απαλαχίων και Βραχωδών Ορέων: ~ές πολιτείες ή (ως ουδ. ουσ. στον πληθ.) ~ά. [< αμερικ. Middle Western, 1909]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.