Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31120-31140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30444μεσοκαλόκαιραμε-σο-κα-λό-και-ρα επίρρ. (προφ.): στα μέσα του καλοκαιριού. ΣΥΝ. κατακαλόκαιρα
30445μεσοκαλόκαιρομε-σο-κα-λό-και-ρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): τα μέσα του καλοκαιριού. Πβ. κατακαλόκαιρο, ντάλα καλοκαίρι.
30446μεσοκάρπιομε-σο-κάρ-πι-ο ουσ. (ουδ.) {μεσοκαρπί-ου}: ΒΟΤ. το μεσαίο, σαρκώδες μέρος του καρπού των αγγειόσπερμων. Βλ. ενδο-, επι-, περι-κάρπιο. [< γαλλ. mésocarpe, αγγλ. mesocarp]
30447μεσοκλίμαμε-σο-κλί-μα ουσ. (ουδ.) & μεσόκλιμα: ΜΕΤΕΩΡ. οι κλιματικές συνθήκες μικρών εκτάσεων της γήινης επιφάνειας, π.χ. δασών, κοιλάδων, που μπορεί να διαφέρουν από το γενικότερο κλίμα της ευρύτερης περιοχής. Βλ. μικροκλίμα. [< αγγλ. mesoclimate, γαλλ. mésoclimat]
30448μεσοκοιλιακός, ή, ό με-σο-κοι-λι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή εμφανίζεται ανάμεσα στις κοιλίες της καρδιάς: ~ή επικοινωνία ή έλλειμμα του ~ού διαφράγματος (: συνηθισμένη μορφή συγγενούς καρδιοπάθειας). Βλ. μεσοκολπικός. [< αγγλ. interventricular]
30449μεσοκολπικός

, ή, ό με-σο-κολ-πι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή εμφανίζεται ανάμεσα στους κόλπους της καρδιάς: (σε διάφορες μορφές καρδιοπάθειας) ~ή: επικοινωνία. Ανεύρυσμα του ~ού διαφράγματος. Βλ. μεσοκοιλιακός. [< αγγλ. interatrial, 1911]

30450μεσόκοπος, η, ο με-σό-κο-πος επίθ./ουσ.: (για πρόσ.) που βρίσκεται στη μέση ηλικία: (ως επίθ.) ~ος: άνδρας. ~η: κυρία. ~ο: ζευγάρι.|| (ως ουσ.) Αν και ~η, διατηρούσε τη νεανικότητά της. ΣΥΝ. μεσήλικος ΑΝΤ. νεόκοπος (2) [< αρχ. μεσόκοπος]
30451μεσοκυκλαδικός, ή, ό με-σο-κυ-κλα-δι-κός επίθ. ΙΣΤ.-ΑΡΧΑΙΟΛ.: που σχετίζεται με τη μεσοκυκλαδική εποχή: ~ός: πολιτισμός. Πβ. μεσο-ελλαδικός, -μινωικός. Βλ. πρωτο-, υστερο-κυκλαδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: μεσοκυκλαδική εποχή/περίοδος: η Μέση Χαλκοκρατία (περ. 2000-1600 π.Χ.) στις Κυκλάδες, η δεύτερη φάση του κυκλαδικού πολιτισμού. [< αγγλ. Middle Cycladic]
30452μεσοκυττάριος, ος/α, ο με-σο-κυτ-τά-ρι-ος επίθ.: ΒΙΟΛ. που βρίσκεται μεταξύ των κυττάρων ζωικού ή φυτικού ιστού: ~ος: χώρος. ~ος/α: ουσία. ~ο: υγρό. Βλ. ενδο-, εξω-κυττάριος. [< γαλλ. intercellulaire]
30453μεσολαβήμε-σο-λα-βή ουσ. (θηλ.): (στη γυμναστική ή τον χορό) πιάσιμο της μέσης με τις δύο παλάμες: πλάγιες κάμψεις του κορμού με τα χέρια στη ~.
30454μεσολάβησημε-σο-λά-βη-ση ουσ. (θηλ.) 1. παρέμβαση που γίνεται κυρ. για επίλυση διαφορών, σύναψη συμφωνίας ή επίτευξη ενός σκοπού: με τη ~ του υπουργού/ενός φίλου ... Ζητώ τη ~ κάποιου. Το τεστ υλοποιείται μόνο με τη χρήση του Η/Υ, χωρίς τη ~ τρίτων.|| (ΝΟΜ.) Ποινική/πολιτική ~. Υπηρεσίες ~ης. Οργανισμός ~ης και Διαιτησίας. Συνεχίζεται η διεθνής ~, για να βρεθεί λύση. Πβ. διαιτησία, διαπραγμάτευση, επέμβαση. ΣΥΝ. διαμεσολάβηση 2. (καταχρ.) διάστημα που παρεμβάλλεται μεταξύ δύο χρονικών κυρ. ή τοπικών σημείων: μετά τη ~ τριών μηνών ... ΣΥΝ. παρέλευση, πάροδος2, πέρασμα (4) ● ΣΥΜΠΛ.: διακομιστής μεσολάβησης: ΠΛΗΡΟΦ. (σε δίκτυα) που χρησιμοποιείται κυρ. για να βελτιώσει την ταχύτητα πλοήγησης στο διαδίκτυο και να φιλτράρει τα δεδομένα. [< αγγλ. proxy/caching server] [< πβ. μεσν. μεσολάβησις ‘πιάσιμο από τη μέση’, γαλλ. médiation]
30455μεσολαβητήςμε-σο-λα-βη-τής ουσ. (αρσ.) , (σπάν.) μεσολαβήτρια (η): (στο Διεθνές Δίκαιο) πρόσωπο που παρεμβαίνει ανάμεσα σε δύο μέρη, με στόχο τη συμφιλίωση, την εύρεση συμβιβαστικής λύσης: ειδικός ~ του ΟΗΕ. Διεθνείς ~ές. Ορίστηκε ~ για την κρίση/στις συνομιλίες ...|| Διαπολιτισμικοί ~ές. Πβ. διαιτητής, διάμεσος, ενδιάμεσος, μεσάζων. ΣΥΝ. διαμεσολαβητής ● ΣΥΜΠΛ.: Τραπεζικός Μεσολαβητής & Διαμεσολαβητής: ΟΙΚΟΝ. ανεξάρτητος θεσμός που εξετάζει τις διαφορές των συναλλασσομένων με τις τράπεζες και επιδιώκει τη φιλική διευθέτησή τους. [< γαλλ. médiateur]
30456μεσολαβητικός, ή, ό με-σο-λα-βη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μεσολάβηση: ~ή: προσπάθεια/πρόταση/πρωτοβουλία (του ΟΗΕ). Η χώρα ανέλαβε ~ό ρόλο στην κρίση μεταξύ ... ΣΥΝ. διαμεσολαβητικός ● επίρρ.: μεσολαβητικά: Ενεργεί ~. [< γαλλ. médiateur]
30457μεσολαβώ[μεσολαβῶ] με-σο-λα-βώ ρ. (αμτβ.) {μεσολαβ-εί ... | μεσολάβ-ησε, -ήσει, -ώντας}: παρεμβαίνω μεταξύ δύο ή περισσοτέρων πλευρών για επίλυση των μεταξύ τους διαφορών, σύναψη συμφωνίας ή επίτευξη ενός σκοπού: Θα ~ήσω εγώ. Η χώρα προσφέρεται να ~ήσει στην πολιτική κρίση ... ΣΥΝ. διαμεσολαβώ, επεμβαίνω (2) ● μεσολαβεί 1. παρεμβάλλεται ανάμεσα σε δύο χρονικά κυρ. σημεία: Στο διάστημα που ~ησε (= πέρασε) έχουν γίνει μεγάλες αλλαγές. ~ μια περίοδος (αναμονής). 2. για κάτι που γίνεται, συμβαίνει, τυχαίνει πριν από κάτι άλλο: Τι ~ησε κι άλλαξες γνώμη; Πολλά έχουν ~ήσει έκτοτε. [< μτγν. μεσολαβῶ ‘πιάνω από τη μέση, είμαι μεσολαβητής’, γαλλ. intervenir]
30458μεσολιθικός, ή, ό με-σο-λι-θι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με τη μεσολιθική περίοδο: ~ός: οικισμός/πολιτισμός. ~ά: ευρήματα. Βλ. νεο-, παλαιο-λιθικός. ● ΣΥΜΠΛ.: μεσολιθική περίοδος/εποχή: ΙΣΤ. μεταβατική προϊστορική περίοδος (12000-6000 π.Χ.) που χαρακτηρίζεται από την έναρξη της παραγωγικής οικονομίας. [< αγγλ. mesolithic, γαλλ. mésolithique, 1909]
30459μεσολόβιος, α, ο με-σο-λό-βι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. (συνήθ. για σχηματισμό) που βρίσκεται μεταξύ των λοβών ενός οργάνου: ~α: σχισμή. Κυρ. στο ● Ουσ.: μεσολόβιο (το) {μεσολοβί-ου}: δέσμη νευρικών ινών που συνδέει τα εγκεφαλικά ημισφαίρια. ΣΥΝ. τυλώδες σώμα [< γαλλ. interlobaire]
30460Μεσολογγίτης, ΜεσολογγίτισσαΜε-σο-λογ-γί-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Μεσολόγγι.
30461μεσολογγίτικος, η, ο με-σο-λογ-γί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με το Μεσολόγγι ή/και τους Μεσολογγίτες. Βλ. -ίτικος.
30462μεσολυμπιάδαμε-σο-λυ-μπι-ά-δα ουσ. (θηλ.) & μεσοολυμπιάδα: ΑΘΛ. -ΙΣΤ. η Ολυμπιάδα που διοργανώθηκε το 1906 στην Αθήνα, αλλά δεν αναγνωρίστηκε από τη ΔΟΕ.
30463μεσομακροπρόθεσμος, η, ο με-σο-μα-κρο-πρό-θε-σμος επίθ.: που βρίσκεται στα όρια του μεσοπρόθεσμου και του μακροπρόθεσμου: ~ος: σχεδιασμός. ~οι: στόχοι. ~ες: υποχρεώσεις. Σε ~η βάση. Επενδυτές με ~ο ορίζοντα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ο: τραπεζικό δάνειο. Αποταμιευτικό πρόγραμμα ~ης διάρκειας. Βλ. βραχυ-, μεσο-πρόθεσμος. ● επίρρ.: μεσομακροπρόθεσμα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.