| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30464 | μεσομέρεια | με-σο-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. συντονισμός. [< γαλλ. mésomérie, 1927, αγγλ. mesomerism, 1928] | |
| 30465 | μεσομινωικός | , ή, ό με-σο-μι-νω-ι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που αναφέρεται ή ανήκει στη μέση περίοδο της Χαλκοκρατίας και του μινωικού πολιτισμού στην Κρήτη (περ. 2100-1600 π.Χ.): ~ός: οικισμός. Πβ. μεσο-ελλαδικός, -κυκλαδικός. Βλ. πρωτο-, υστερο-μινωικός. [< αγγλ. Middle Minoan] | |
| 30466 | μεσομορφικός | , ή, ό με-σο-μορ-φι-κός επίθ.: μεσόμορφος. [< αγγλ. mesomorphic, 1940] | |
| 30467 | μεσόμορφος | , η, ο με-σό-μορ-φος επίθ.: (για σωματότυπο) που χαρακτηρίζεται από μεγάλη μυϊκή και σκελετική ανάπτυξη και χαμηλό ποσοστό λίπους. Πβ. γυμνασμένος, μυώδης. Βλ. -μορφος, μπόντι-μπίλντινγκ. ΣΥΝ. μεσομορφικός [< αγγλ. mesomorph, 1940] | |
| 30468 | μέσον | βλ. μέσο | |
| 30469 | μεσόνερα | με-σό-νε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): (στο ψάρεμα) νερά θάλασσας, λίμνης ή ποταμού που βρίσκονται μεταξύ επιφάνειας και βυθού. Βλ. αφρός, πυθμένας. | |
| 30470 | μεσονεύριος | , α, ο με-σο-νεύ-ρι-ος επίθ.: ΒΟΤ. που παρατηρείται στην κεντρική νεύρωση των φύλλων των φυτών: ~α: χλώρωση. | |
| 30471 | μεσόνεφρος | με-σό-νε-φρος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. απεκκριτικό όργανο του ουροποιητικού συστήματος των εμβρύων (θηλαστικών, πτηνών και ερπετών). Βλ. μετάνεφρος. [< γαλλ. mésonéphros, αγγλ. mesonephron, mesonephros] | |
| 30472 | μεσόνιο | με-σό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {μεσον-ίου} : ΦΥΣ. ΠΥΡ. αδρόνιο που αποτελείται από ένα κουάρκ και ένα αντικουάρκ: π-~ (= πιόνιο). Βλ. βαρυόνιο, μποζόνιο. [< γαλλ. méson, περ. 1935, αγγλ. meson, 1939] | |
| 30473 | μεσονυκτικό(ν) | με-σο-νυ-κτι-κό(ν) ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (& με κεφαλ. Μ) ιερή ακολουθία που τελείται τα μεσάνυχτα (κυρ. στα μοναστήρια). 2. ΑΡΧΙΤ. ο εσωτερικός νάρθηκας του καθολικού μονής (όπου τελείται η ομώνυμη ακολουθία). [< μεσν. μεσονυκτικόν] | |
| 30474 | μεσονύκτιο | με-σο-νύ-κτι-ο ουσ. (ουδ.) {μεσονυκτί-ου} (λόγ.): μεσάνυχτα: κατά/μετά το ~ ... ΣΥΝ. μεσονύχτι ● ΣΥΜΠΛ.: ο ήλιος του μεσονυκτίου : ΑΣΤΡΟΝ. φαινόμενο κατά το οποίο ο ήλιος είναι ορατός τα μεσάνυχτα σε περιοχές του αρκτικού ή ανταρκτικού κύκλου κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Βλ. λευκές νύχτες. [< αρχ. μεσονύκτιον] | |
| 30475 | μεσονύκτιος | , ος/α, ο με-σο-νύ-κτι-ος επίθ.: που γίνεται τα μεσάνυχτα: ~α: Θεία Λειτουργία. Βλ. μεταμεσονύχτιος. [< μεσν. μεσονύκτιος] | |
| 30476 | μεσονύχτι | με-σο-νύ-χτι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): μεσάνυχτα. ΣΥΝ. μεσονύκτιο [< μεσν. μεσονύχτιον] | |
| 30477 | μεσονυχτίς | με-σο-νυ-χτίς επίρρ. (λαϊκό): γύρω στα μεσάνυχτα. Βλ. -ίς. | |
| 30478 | μεσοολυμπιάδα | βλ. μεσολυμπιάδα | |
| 30479 | μεσοπαγετώδης | , ης, ες με-σο-πα-γε-τώ-δης επίθ. (επιστ.): (για χρονικό διάστημα) που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε δύο παγετώδεις εποχές ή (για κάτι) που έχει διαμορφωθεί κατά τη διάρκειά του: ~ης: περίοδος.|| ~ες: κλίμα. Βλ. παγετώδης. | |
| 30480 | μεσοπαθητικός | , ή, ό με-σο-πα-θη-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που δηλώνει μέση και παθητική διάθεση: ~ά: ρήματα (π.χ. κρύβομαι). Βλ. ενεργητ-, παθητ-ικός. [< γαλλ. médio-passif] | |
| 30481 | μεσοπάτωμα | με-σο-πά-τω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ενδιάμεσος όροφος μεταξύ ισογείου και πρώτου ορόφου. ΣΥΝ. ημιώροφος, μεσώροφος (1) [< ιταλ. mezzanino ή γερμ. Zwischengeschoss] | |
| 30482 | μεσόπαυση | με-σό-παυ-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. το πιο κρύο τμήμα της γήινης ατμόσφαιρας, μεταξύ μεσόσφαιρας και θερμόσφαιρας. Βλ. τροπόπαυση. [< αγγλ. mesopause, 1950 < meso(sphere) + pause, γαλλ. mésopause] | |
| 30483 | μεσοπέλαγα | με-σο-πέ-λα-γα επίρρ. (προφ.): στη μέση του πελάγους: Το πλοίο παρέμεινε επί δύο μέρες ακινητοποιημένο ~. [< μεσν. μεσοπέλαγα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ