| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30484 | μεσοπέλαγο | με-σο-πέ-λα-γο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) μεσοπέλαγος (προφ.): η ανοιχτή θάλασσα: Το σκάφος έμεινε ακυβέρνητο στο ~.|| (ως επίθ.) ~οι: ύφαλοι. ~ες: ξέρες. [< μεσν. μεσοπέλαγος] | |
| 30485 | Μεσοπεντηκοστή | Με-σο-πε-ντη-κο-στή ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. δεσποτική εορτή που τελείται εικοσιπέντε μέρες μετά το Πάσχα: η Τετάρτη της ~ής (μετά την Κυριακή του Παραλύτου). [< μτγν. Μεσοπεντηκοστή] | |
| 30486 | μεσοπλανητικός | , ή, ό με-σο-πλα-νη-τι-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που βρίσκεται μεταξύ πλανητών: ~ός: χώρος. ~ή: ύλη (π.χ. μετεωροειδή, σκόνη). Πβ. διαπλανητικός. Βλ. μεσοαστρικός. [< αγγλ. interplanetary, γαλλ. interplanétaire] | |
| 30487 | μεσοπλεύριος | , ος/α, ο με-σο-πλεύ-ρι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ανάμεσα στα πλευρά: ~ος/α: αρτηρία/νευραλγία. ~ο: διάστημα. ~α: νεύρα. Έξω/έσω ~οι (αναπνευστικοί) μύες (βλ. διάφραγμα). [< μτγν. μεσοπλεύριος] | |
| 30488 | μεσοπνευμόνιος | , ος/α, ο με-σο-πνευ-μό-νι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται μεταξύ των πνευμόνων: ~ο: γάγγλιο/εμφύσημα. Η καρδιά βρίσκεται στον πρόσθιο ~ο χώρο. ● Ουσ.: μεσοπνευμόνιο (το): μεσοθωράκιο, μεσαύλιο. [< γαλλ. médiastinal] | |
| 30489 | μεσοπολεμικός | , ή, ό με-σο-πο-λε-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την περίοδο του Μεσοπολέμου: ~ή: πεζογραφία. ~ό: κτίριο. Βλ. μετα-, προ-πολεμικός. ● επίρρ.: μεσοπολεμικά | |
| 30490 | μεσοπόλεμος | με-σο-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.) (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Μ): (στην Ευρωπαϊκή Ιστορία) το χρονικό διάστημα μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων του 20ού αιώνα: ελληνικός ~ (1923-1940). Η αρχιτεκτονική/η εποχή/οι ποιητές/τα τραγούδια του ~ου. Βλ. μεταπόλεμος. [< γαλλ. entre-deux-guerres, περ. 1915] | |
| 30491 | μεσόπορτα | με-σό-πορ-τα ουσ. (θηλ.): εσωτερική πόρτα που συνδέει δύο δωμάτια. Βλ. εξώπορτα. | |
| 30492 | μεσοποταμιακός | , ή, ό με-σο-πο-τα-μι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αρχαία Μεσοποταμία ή/και τους Μεσοποτάμιους. ΣΥΝ. μεσοποτάμιος (1) [< μτγν. μεσοποταμιακός] | |
| 30493 | μεσοποτάμιος | , α, ο με-σο-πο-τά-μι-ος επίθ. (λόγ.) 1. μεσοποταμιακός. 2. (σπάν.) που βρίσκεται μεταξύ (δύο) ποταμών: ~α: περιοχή. [< μτγν. μεσοποτάμιος] | |
| 30494 | μεσοπρόθεσμος | , η, ο με-σο-πρό-θε-σμος επίθ.: που αναφέρεται, αποβλέπει ή λήγει σε χρονικό σημείο που τοποθετείται μεταξύ κοντινού και απώτερου μέλλοντος: ~ος: προγραμματισμός/σχεδιασμός. ~η: αξιολόγηση/λύση/στρατηγική. ~ο: μέλλον (βλ. άμεσο). ~οι: στόχοι. ~α: δάνεια/μέτρα. Η ~η τάση της αγοράς είναι ανοδική.|| (ως ουσ., ΟΙΚΟΝ.) Το ~ο (ενν. πρόγραμμα). Βλ. βραχυ-, μακρο-, μεσομακρο-πρόθεσμος. ● επίρρ.: μεσοπρόθεσμα & (λόγ.) μεσοπροθέσμως [< γαλλ. à moyen terme] | |
| 30495 | μεσόροφος | βλ. μεσώροφος | |
| 30496 | μέσος | , η, ο μέ-σος επίθ. 1. που βρίσκεται στη μέση ή παρεμβάλλεται μεταξύ δύο άκρων, τοπικών ή χρονικών: ~η: βαθμίδα (= ενδιάμεση, βλ. ανώτερη, βασική, κατώτερη). ~ο: επίπεδο (βλ. αρχάριο, προχωρημένο). Πύραυλος ~ου βεληνεκούς.|| (ΑΝΑΤ.) ~ος: εγκέφαλος (= μεσεγκέφαλος). ~η: φλέβα. ~ο: αυτί (βλ. έξω, έσω)/νεύρο. Πβ. κεντρικός, μεσιανός. Βλ. ακριανός, πρώτος, τελευταίος.|| (ΙΣΤ., συχνά με κεφαλ. Μ) ~η Νεολιθική Εποχή (περ. 5800-5300 π.Χ.) (βλ. πρώιμος, ύστερος). ΣΥΝ. μεσαίος (2) 2. (συνήθ. για μεγέθη, φαινόμενα) που αποτελεί τον μέσο όρο: ~ος: πληθωρισμός (βλ. μηδενικός)/ρυθμός (αύξησης/μεταβολής· βλ. αργός, γρήγορος). ~η: απόκλιση/απόσταση (π.χ. της Γης από τον Ήλιο, βλ. αστρονομική μονάδα)/θερμοκρασία (μιας περιοχής σε ορισμένη χρονική περίοδο· βλ. ελάχιστη, μέγιστη)/καθυστέρηση (πληρωμής)/στάθμη (της θάλασσας)/τάση/ταχύτητα (βλ. στιγμιαία). ~ο: μοριακό βάρος. ~ες μηνιαίες απολαβές. 3. (μτφ.) που εμφανίζει τα χαρακτηριστικά της πλειοψηφίας του συνόλου στο οποίο ανήκει· ειδικότ. που δεν ξεχωρίζει από το συνηθισμένο, δεν ξεπερνά τον μέσο όρο: ο ~ αναγνώστης/Έλληνας/Ευρωπαίος/καταναλωτής/πολίτης/τηλεθεατής. Πβ. κοινός, συνηθισμένος.|| Άνθρωποι/άτομα ~ου (: μετρίου) αναστήματος/~ης μόρφωσης. Επιχειρήσεις ~ου μεγέθους (= μεσαίες). 4. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από μέτρο, απουσία ακροτήτων: Υποστήριξε μια ~η (πβ. ουδέτερος) θέση. Τα βλέπει όλα άσπρο-μαύρο· γι' αυτόν δεν υπάρχει ~η (= ενδιάμεση) κατάσταση. ΑΝΤ. ακραίος, υπερβολικός. 5. ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με τη μέση διάθεση: ~ος: αόριστος/μέλλοντας. ~α: ρήματα. Βλ. μεσοπαθητικός. ● Ουσ.: μέσος (ο) 1. ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) παίκτης που συνήθ. αγωνίζεται στη μεσαία γραμμή της ομάδας του: αριστεροπόδαρος/διεθνής ~. Πβ. χαφ. Βλ. αμυντικός, επιθετικός, λίμπερο, μπακ, στόπερ. ΣΥΝ. κεντρώος 2. ΑΝΑΤ. το μεσαίο δάχτυλο του χεριού ή σπανιότ. του ποδιού. Βλ. παράμεσος. ΣΥΝ. μεσαίος 3. ΜΑΘ. {σπανιότ. στον πληθ. μέσοι} μέσος όρος: ο ~ του πληθυσμού. [< 1: αγγλ. midfielder, 1940 2: αρχ. μέσος] ● ΣΥΜΠΛ.: μέση διάθεση: ΓΡΑΜΜ. στην οποία ανήκουν ρήματα που δηλώνουν ότι το υποκείμενό τους ενεργεί και ταυτόχρονα δέχεται την ενέργεια αυτή (π.χ. ντύνομαι, πλένομαι, χτενίζομαι). Βλ. ενεργητική, ουδέτερη, παθητική διάθεση., Μέσοι Χρόνοι (οι): ΙΣΤ. ο Μεσαίωνας. Πβ. σκοτεινοί χρόνοι. Βλ. αρχαιότητα, νεότεροι χρόνοι. [< γαλλ. Moyen Âge] , μέσος όρος 1. ΜΑΘ. -ΣΤΑΤ. το αποτέλεσμα που εξάγεται από την πρόσθεση αριθμών ή τιμών και τη διαίρεση του αθροίσματός τους με τον αριθμό που αντιπροσωπεύει το πλήθος τους: αριθμητικός ~ ~. ~ ~ βαθμολογίας/ετήσιων αποδοχών/ηλικίας/θερμοκρασίας/κόστους (συντήρησης)/πτυχίου. Ο ~ ~ ζωής. Δείκτης νοημοσύνης κάτω του ~ου ~ου (: του μετρίου)/πάνω από το ~ο ~ο. Βγάζω/βρίσκω/υπολογίζω τον ~ο ~ο. Πβ. μέση τιμή. 2. ΦΙΛΟΣ. (στη λογική) όρος συλλογισμού που περιέχεται και στις δύο προτάσεις του. [< 1: γαλλ. moyenne 2: γαλλ. moyen terme] , δευτεροβάθμια/μέση εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση, κινητός μέσος (όρος) βλ. κινητός, Μέση Ανατολή βλ. ανατολή, μέση ηλικία βλ. ηλικία, μέση τιμή βλ. τιμή, μέσο κόστος βλ. κόστος, μέσος ανάλογος (δύο αριθμών) βλ. ανάλογος ● ΦΡ.: κατά μέσο(ν) όρο: σύμφωνα με υπολογισμό του μέσου όρου, ανάμεσα στο λιγότερο ή μικρότερο και το περισσότερο ή μεγαλύτερο: αυξήσεις 30% ~ ~ στις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων., μέση οδός/λύση: που δεν διακρίνεται από ακρότητες, που χαρακτηρίζεται από μέτρο: Βρέθηκε η ~ λύση. Δεν υπάρχει ~ ~. Εδώ δεν χωράνε ~ες λύσεις. ΣΥΝ. χρυσή τομή (1), εν μέση οδώ βλ. οδός [< αρχ. μέσος, γαλλ. moyen 5: μτγν. ~] | |
| 30497 | μεσοσκοπικός | , ή, ό με-σο-σκο-πι-κός επίθ. (επιστ.): που το μέγεθός του περιγράφεται με κλίμακα μεταξύ μικροσκοπικής και μακροσκοπικής: ~ά: σωματίδια.|| Μελέτη υλικών σε ~ό επίπεδο. [< γαλλ. mésoscopique, αγγλ. mesoscopic, 1957] | |
| 30498 | μεσοσπονδύλιος | , α, ο με-σο-σπον-δύ-λι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται μεταξύ δύο σπονδύλων: ~ο: διάστημα. ~ες: αρθρώσεις. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεσοσπονδύλιος δίσκος : καθένας από τους σκληρούς ελαστικούς δίσκους που παρεμβάλλονται μεταξύ των οστών της σπονδυλικής στήλης, διευκολύνοντας την κίνηση του σώματος και απορροφώντας τους κραδασμούς: κήλη ~ου ~ου (πβ. δισκοπάθεια, βλ. ισχι-, οσφυ-αλγία). [< γαλλ. intervertébral] | |
| 30499 | μεσοσταθμικός | , ή, ό με-σο-σταθ-μι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που υπολογίζεται ή προκύπτει από τον μέσο όρο: ~ός: αριθµός µετοχών/συντελεστής (καθαρού κέρδους). ~ή: αύξηση/μείωση/τιμή. ~ό: επιτόκιο. ● επίρρ.: μεσοσταθμικά [< πβ. αγγλ. weighted average] | |
| 30500 | μεσόστεος | , α, ο με-σό-στε-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται μεταξύ δύο οστών ή δύο μερών του ίδιου οστού: ~ο: νεύρο. Παλαμιαίοι/ραχιαίοι ~οι μύες. [< γαλλ. interosseux] | |
| 30501 | μεσοστρατίς | με-σο-στρα-τίς επίρρ. & μεσόστρατα & (σπάν.) μισοστρατίς (λαϊκό-λογοτ.) 1. στα μισά του δρόμου, της απόστασης: ~ μάς έπιασε η καταιγίδα. 2. (μτφ.) (κυρ. στον τ. μεσοστρατίς) στα μισά της προσπάθειας: Το σχέδιο έμεινε ~ (= στη μέση). Βλ. -ίς. [< μεσν. μεσοστρατίς] | |
| 30502 | μεσόσφαιρα | με-σό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΦ. στρώμα της γήινης ατμόσφαιρας μεταξύ στρατόσφαιρας και θερμόσφαιρας, σε ύψος εξήντα ως εκατό χιλιομέτρων περίπου. Βλ. μεσόπαυση, εξώ-, τροπό-σφαιρα. 2. ΓΕΩΛ. στρώμα του εσωτερικού φλοιού της Γης που βρίσκεται κάτω από την ασθενόσφαιρα. Βλ. λιθόσφαιρα. [< αγγλ. mesosphere, 1950, γαλλ. mésosphère, περ. 1960] | |
| 30503 | μεσότητα | με-σό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΣ. (στην αριστοτελική ηθική) η ιδιότητα αυτού που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο άκρα: η αρετή ως ~ μεταξύ υπερβολής και έλλειψης. Πβ. μέση οδός/λύση, μέτρο. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ακρότητα 2. ΙΑΤΡ. μέσο: Ο πόνος εντοπίζεται στη ~ του ώμου. [< αρχ. μεσότης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ