Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3100-3120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2146αλκένια[ἀλκένια] αλ-κέ-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {αλκενίων, σπάν. στον εν. αλκένιο}: ΧΗΜ. ακόρεστοι αλειφατικοί υδρογονάνθρακες με έναν τουλάχιστον διπλό δεσμό, ολεφίνες. [< αγγλ. alkene, γαλλ. alcène, πριν από το 1960]
2147αλκή[ἀλκή] αλ-κή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ρώμη, δύναμη: σωματική ~. Πβ. ευρωστία, στιβαρότητα, σφρίγος.|| (μτφ.) Πνευματική/ψυχική ~. [< αρχ. ἀλκή]
2148άλκιμος, η, ο [ἄλκιμος] άλ-κι-μος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που έχει δύναμη, ρωμαλέος: ~ος: νέος. ~ο: σώμα. Πβ. δυνατός, εύρωστος, στιβαρός. ΑΝΤ. αδύναμος (1), ασθενικός (1), καχεκτικός [< αρχ. ἄλκιμος]
2149αλκίνια[ἀλκίνια] αλ-κί-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {αλκινίων, σπάν. στον εν. αλκίνιο} & (σπάν.) αλκύνια: ΧΗΜ. ακόρεστοι αλειφατικοί υδρογονάνθρακες με τριπλό δεσμό (CnH2n−2). Βλ. αλκαδιένια. [< αγγλ. alkyne]
2150αλκολίκιβλ. αλκοολίκι
2151αλκολικόςβλ. αλκοολικός
2152αλκοόλ[ἀλκοόλ] αλ-κο-όλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. κάθε οινοπνευματώδες ποτό: κατανάλωση/κατάχρηση ~. Εξάρτηση από το ~. Εθισμένος στο ~. Οδηγούσε υπό την επήρεια ~. 2. οινόπνευμα: υψηλή/χαμηλή περιεκτικότητα σε ~. Κοκτέιλ/μπίρα χωρίς ~ (= μη αλκοολούχα).|| Λοσιόν χωρίς ~. ΣΥΝ. αιθανόλη (1), αιθυλική αλκοόλη [< γαλλ. alcool]
2153αλκοόλη[ἀλκοόλη] αλ-κο-ό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. οργανική ένωση στην οποία ένα άτομο υδρογόνου του υδρογονάνθρακα έχει αντικατασταθεί με υδροξύλιο: αλειφατικές/ανώτερες/ισομερείς/κυκλικές/μονοσθενείς ~ες. Πρωτο-/δευτερο-/τριτο-ταγείς ~ες. Βλ. πολυαλκοόλες, -όλη. ● ΣΥΜΠΛ.: αιθυλική αλκοόλη βλ. αιθυλικός, βενζυλική αλκοόλη βλ. βενζυλικός, μεθυλική αλκοόλη βλ. μεθυλικός, προπυλική αλκοόλη βλ. προπυλικός [< γαλλ. alcool]
2154αλκοολίκι[ἀλκοολίκι] αλ-κο-ο-λί-κι ουσ. (ουδ.) & αλκολίκι (προφ.) 1. αλκοολισμός. 2. (μτφ.) μανία, πάθος για κάτι: μεγάλο ~ η μικρή οθόνη. Έχει ~ με τη δουλειά του. Πβ. έξη, μανία, πώρωση. Βλ. -ίκι.
2155αλκοολικός, ή, ό [ἀλκοολικός] αλ-κο-ο-λι-κός επίθ. & (προφ.) αλκολικός: που σχετίζεται με ή περιέχει αλκοόλ: ~ός: βαθμός (= οινοπνευματικός)/τίτλος (κρασιού).|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: ηπατοπάθεια/ηπατίτιδα/τοξίκωση (= μέθη). ~ό: σύνδρομο.|| (καταχρ.) ~ό: διάλυμα (= αλκοολούχο). Βλ. αντι~. ● Ουσ.: αλκοολικός, αλκοολική (ο/η) {κ. (λαϊκό) θηλ. αλκοολικιά} 1. πρόσωπο που πάσχει από αλκοολισμό. Πβ. μπεκρής, πότης. Βλ. νηφάλιος.|| (ως επίθ.) ~ός: πατέρας. 2. (μτφ.) πρόσωπο που διακατέχεται από πάθος ή εμμονή για κάτι: ~ με τη δουλειά (πβ. εργασιομανής)/μπάλα. [< 1: γαλλ. alcoolique 2: αγγλ. -aholic, 1965] ● ΣΥΜΠΛ.: αλκοολική ζύμωση βλ. ζύμωση [< γαλλ. alcoolique]
2156αλκοολισμός[ἀλκοολισμός] αλ-κο-ο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): εξάρτηση από το αλκοόλ, που οφείλεται σε χρόνια υπερβολική κατανάλωση: αντιμετώπιση/οι κοινωνικές συνέπειες του ~ού. Πβ. αλκοολίκι. Βλ. κίρρωση, τρομώδες παραλήρημα, -ισμός. [< γαλλ. alcoolisme]
2157αλκοολόμετρο[ἀλκοολόμετρο] αλ-κο-ο-λό-με-τρο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) αλκόμετρο 1. ΤΕΧΝΟΛ. αραιόμετρο για τη μέτρηση των αλκοολικών βαθμών στα ποτά. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. οινοπνευματόμετρο 2. συσκευή ελέγχου της αναπνοής για τον προσδιορισμό της περιεκτικότητας αλκοόλ στο αίμα, συσκευή αλκοτέστ. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. alcoomètre, αγγλ. alcoholometer]
2158αλκοολούχος, ος/α, ο [ἀλκοολοῦχος] αλ-κο-ο-λού-χος επίθ. (επιστ.) 1. (για ποτό) που περιέχει αλκοόλ: ~ος/α: μπίρα. ~ο: αναψυκτικό. ΣΥΝ. οινοπνευματούχος, οινοπνευματώδης 2. που περιέχει αλκοόλη: ~ος/α: λοσιόν. ~ο: αντισηπτικό/διάλυμα. Βλ. -ούχος2. ● ΣΥΜΠΛ.: αλκοολούχα (ποτά): οινοπνευματώδη: κατανάλωση ~ων ~ών. Πβ. ξίδια. [< γερμ. alkoolhaltig]
2159αλκοτέστ[ἀλκοτέστ] αλ-κο-τέστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: έλεγχος με ειδική συσκευή, ο οποίος γίνεται συνήθ. από την Τροχαία για την ανίχνευση της ποσότητας αλκοόλ που έχει καταναλώσει οδηγός τροχοφόρου: διενέργεια ~ με εκπνοή σε αλκοολόμετρο ή με αιμοληψία. Με σταμάτησαν για ~.|| ~ σε χειριστές και κυβερνήτες σκαφών από το Λιμενικό Σώμα. [< γαλλ. alco(o)test, 1960]
2160αλκυλικός, ή, ό [ἀλκυλικός] αλ-κυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το αλκύλιο: ~ή: ομάδα. ~ές ενώσεις μολύβδου. [< γαλλ. alkyle, 1904]
2161αλκύλιο[ἀλκύλιο] αλ-κύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {αλκυλί-ου}: ΧΗΜ. μονοσθενής ρίζα που σχηματίζεται όταν ένα αλκάνιο χάνει ένα άτομο υδρογόνου. [< αγγλ. alkyl, γαλλ. alkyle, 1904]
2162αλκυλίωση[ἀλκυλίωση] αλ-κυ-λί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. χημική αντίδραση κατά την οποία ένα αλκύλιο εισάγεται ως υποκαταστάτης σε μια οργανική ένωση: ~ του DNA.|| (ειδικότ. κατά τη διύλιση πετρελαίου:) Προϊόν ~ης. Παραγωγή καυσίμων με ~. [< αγγλ. alkylation, 1900]
2163αλκυόνη & αλκυόνα[ἀλκυόνη] αλ-κυ-ό-νη ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. θαλασσοπούλι (επιστ. ονομασ. Alcedo atthis) που τρέφεται με ψάρια. ΣΥΝ. ψαροπούλι, ψαροφάγος [< αρχ. ἀλκυών]
2164αλκυονίδες[ἀλκυονίδες] αλ-κυ-ο-νί-δες ουσ. (θηλ.) (οι): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αλκυονίδες (μέρες): αίθριες ημέρες με ασθενείς ανέμους και σχετικά καλές θερμοκρασίες στην καρδιά του χειμώνα, συνήθ. το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου: ηλιόλουστες ~ ~.|| (μτφ.) ~ ~ έφερε η αλλαγή προέδρου στο κόμμα. Πβ. μικρό καλοκαιράκι. [< μτγν. ἀλκυονίδες]
2165αλλά[ἀλλά] αλ-λά σύνδ. 1. για δήλωση αντίθεσης σε λέξη ή ευρύτερο τμήμα λόγου που προηγείται: Καλό, ~ λίγο. (εμφατ.) Σκληρή, ~ εποικοδομητική κριτική. Δεν έχω ξαναπάει, ~ βρήκα τον δρόμο. Θέλω να φάω, ~ δεν μπορώ. Νόμιζε πως θα πηγαίναμε μαζί· ~ εγώ πήγα μόνος. Σε κούρασα, ~ τι να κάνω; Δεν τον χαιρέτησα, ~ και τι να του έλεγα (η αντίθεση προς κάτι που εννοείται: αν τον χαιρετούσα); (προφ.) Να πάμε για μπάνιο; -Ναι, ~ δεν έχουμε αυτοκίνητο. (για μη εκφρασμένη αντίρρηση:) Ωραία όλα αυτά, ~ ... Θέλω να το κάνω, ~ ... Πβ. μα, όμως, ωστόσο. 2. στο σχήμα "δεν ..., αλλά ούτε ..." για αντιθετική σύνδεση δύο αρνητικών μελών: Δεν είναι ούτε όμορφος, ~ ούτε και άσχημος. 3. (εμφατ.) για εισαγωγή επιπλέον πληροφορίας: Είναι έξυπνη, ~ και/κυρίως εργατική. 4. σε σύνολο ομοειδών όρων για επίταση του νοήματος του τελευταίου όρου (συνήθ. στο σχήμα "όχι μόνο ... αλλά (ούτε/και) ..."): Εξελίχθηκε όχι μόνο πνευματικά, ~ και ψυχικά. Δεν αναφέρθηκε μόνο στα οικονομικά, ~ και στα εθνικά ζητήματα της χώρας. Όχι μόνο δεν υλοποιήθηκε το έργο, ~ ούτε καν ξεκίνησε. 5. στο σχήμα "ναι μεν ... αλλά (δεν) ...", για να εισαχθεί ο δεύτερος όρος (με συμπληρωματική ή δευτερεύουσα λειτουργία) από δύο γεγονότα, καταστάσεις: Ναι μεν συμφωνεί, ~ υπό όρους. 6. στη φράση "..., αλλά και να ..." (ύστερα από αρνητ. πρόταση) για εισαγωγή παραχωρητικής πρότασης: Δεν το είδα, ~ και να (: κι αν ακόμη) το έβλεπα, πάλι δεν θα καταλάβαινα. 7. για έκφραση απορίας, ενδοιασμού, αμφιβολίας: Θέλω να έρθω, ~ πώς; 8. για εισαγωγή της προϋπόθεσης που πρέπει να ισχύσει, για να συμβεί αυτό που αναφέρθηκε αμέσως πριν: αξιολόγηση, ~ υπό όρους. Θα πάμε, ~ (μόνο) αφού τελειώσω. 9. (προφ.) για αιτιολόγηση της αδυναμίας εκπλήρωσης αυτού που αναφέρθηκε προηγουμένως (συχνά με ερώτηση ή ερωτηματικό τόνο): Τον αγαπάω, ~ έλα που δεν με θέλει! Αν με πλήρωνε τουλάχιστον! ~ πού τέτοια τύχη ... 10. (προφ.) για έκφραση προτροπής, προσταγής ή για διακοπή της συζήτησης (συνήθ. με προστακτική ή υποτακτική): ~ ας μην αργούμε! ~ πάψε να ... ~ ας τ' αφήσουμε αυτά! ~ τι τα θες; 11. σε επιφωνηματική χρήση (με το "τι" και επανάληψη της λέξης στην οποία αναφέρεται ο ομιλητής): Έφτιαξε ένα φαγητό, ~ τι φαγητό (: υπέροχο, νοστιμότατο)! 12. (προφ.-εμφατ.) ως καταφατική απάντηση: -Δεν θα έρθεις; -~ (= φυσικά); Πβ. αμέ, και το ρωτάς; 13. (συνήθ. ως ουσ.) αντίρρηση, εμπόδιο, επιφύλαξη: Άσε τα ~ κι έλα! Υπάρχει και ένα ~. Δεν έχει ~. ● ΦΡ.: ένας, αλλά λέων! βλ. λέων, ναι μεν, αλλά βλ. ναι [< αρχ. ἀλλά]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.