Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3100-3120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2156αλκοολισμός[ἀλκοολισμός] αλ-κο-ο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): εξάρτηση από το αλκοόλ, που οφείλεται σε χρόνια υπερβολική κατανάλωση: αντιμετώπιση/οι κοινωνικές συνέπειες του ~ού. Πβ. αλκοολίκι. Βλ. κίρρωση, τρομώδες παραλήρημα, -ισμός. [< γαλλ. alcoolisme]
2157αλκοολόμετρο[ἀλκοολόμετρο] αλ-κο-ο-λό-με-τρο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) αλκόμετρο 1. ΤΕΧΝΟΛ. αραιόμετρο για τη μέτρηση των αλκοολικών βαθμών στα ποτά. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. οινοπνευματόμετρο 2. συσκευή ελέγχου της αναπνοής για τον προσδιορισμό της περιεκτικότητας αλκοόλ στο αίμα, συσκευή αλκοτέστ. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. alcoomètre, αγγλ. alcoholometer]
2158αλκοολούχος, ος/α, ο [ἀλκοολοῦχος] αλ-κο-ο-λού-χος επίθ. (επιστ.) 1. (για ποτό) που περιέχει αλκοόλ: ~ος/α: μπίρα. ~ο: αναψυκτικό. ΣΥΝ. οινοπνευματούχος, οινοπνευματώδης 2. που περιέχει αλκοόλη: ~ος/α: λοσιόν. ~ο: αντισηπτικό/διάλυμα. Βλ. -ούχος2. ● ΣΥΜΠΛ.: αλκοολούχα (ποτά): οινοπνευματώδη: κατανάλωση ~ων ~ών. Πβ. ξίδια. [< γερμ. alkoolhaltig]
2159αλκοτέστ[ἀλκοτέστ] αλ-κο-τέστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: έλεγχος με ειδική συσκευή, ο οποίος γίνεται συνήθ. από την Τροχαία για την ανίχνευση της ποσότητας αλκοόλ που έχει καταναλώσει οδηγός τροχοφόρου: διενέργεια ~ με εκπνοή σε αλκοολόμετρο ή με αιμοληψία. Με σταμάτησαν για ~.|| ~ σε χειριστές και κυβερνήτες σκαφών από το Λιμενικό Σώμα. [< γαλλ. alco(o)test, 1960]
2160αλκυλικός, ή, ό [ἀλκυλικός] αλ-κυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το αλκύλιο: ~ή: ομάδα. ~ές ενώσεις μολύβδου. [< γαλλ. alkyle, 1904]
2161αλκύλιο[ἀλκύλιο] αλ-κύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {αλκυλί-ου}: ΧΗΜ. μονοσθενής ρίζα που σχηματίζεται όταν ένα αλκάνιο χάνει ένα άτομο υδρογόνου. [< αγγλ. alkyl, γαλλ. alkyle, 1904]
2162αλκυλίωση[ἀλκυλίωση] αλ-κυ-λί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. χημική αντίδραση κατά την οποία ένα αλκύλιο εισάγεται ως υποκαταστάτης σε μια οργανική ένωση: ~ του DNA.|| (ειδικότ. κατά τη διύλιση πετρελαίου:) Προϊόν ~ης. Παραγωγή καυσίμων με ~. [< αγγλ. alkylation, 1900]
2163αλκυόνη & αλκυόνα[ἀλκυόνη] αλ-κυ-ό-νη ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. θαλασσοπούλι (επιστ. ονομασ. Alcedo atthis) που τρέφεται με ψάρια. ΣΥΝ. ψαροπούλι, ψαροφάγος [< αρχ. ἀλκυών]
2164αλκυονίδες[ἀλκυονίδες] αλ-κυ-ο-νί-δες ουσ. (θηλ.) (οι): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αλκυονίδες (μέρες): αίθριες ημέρες με ασθενείς ανέμους και σχετικά καλές θερμοκρασίες στην καρδιά του χειμώνα, συνήθ. το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου: ηλιόλουστες ~ ~.|| (μτφ.) ~ ~ έφερε η αλλαγή προέδρου στο κόμμα. Πβ. μικρό καλοκαιράκι. [< μτγν. ἀλκυονίδες]
2165αλλά[ἀλλά] αλ-λά σύνδ. 1. για δήλωση αντίθεσης σε λέξη ή ευρύτερο τμήμα λόγου που προηγείται: Καλό, ~ λίγο. (εμφατ.) Σκληρή, ~ εποικοδομητική κριτική. Δεν έχω ξαναπάει, ~ βρήκα τον δρόμο. Θέλω να φάω, ~ δεν μπορώ. Νόμιζε πως θα πηγαίναμε μαζί· ~ εγώ πήγα μόνος. Σε κούρασα, ~ τι να κάνω; Δεν τον χαιρέτησα, ~ και τι να του έλεγα (η αντίθεση προς κάτι που εννοείται: αν τον χαιρετούσα); (προφ.) Να πάμε για μπάνιο; -Ναι, ~ δεν έχουμε αυτοκίνητο. (για μη εκφρασμένη αντίρρηση:) Ωραία όλα αυτά, ~ ... Θέλω να το κάνω, ~ ... Πβ. μα, όμως, ωστόσο. 2. στο σχήμα "δεν ..., αλλά ούτε ..." για αντιθετική σύνδεση δύο αρνητικών μελών: Δεν είναι ούτε όμορφος, ~ ούτε και άσχημος. 3. (εμφατ.) για εισαγωγή επιπλέον πληροφορίας: Είναι έξυπνη, ~ και/κυρίως εργατική. 4. σε σύνολο ομοειδών όρων για επίταση του νοήματος του τελευταίου όρου (συνήθ. στο σχήμα "όχι μόνο ... αλλά (ούτε/και) ..."): Εξελίχθηκε όχι μόνο πνευματικά, ~ και ψυχικά. Δεν αναφέρθηκε μόνο στα οικονομικά, ~ και στα εθνικά ζητήματα της χώρας. Όχι μόνο δεν υλοποιήθηκε το έργο, ~ ούτε καν ξεκίνησε. 5. στο σχήμα "ναι μεν ... αλλά (δεν) ...", για να εισαχθεί ο δεύτερος όρος (με συμπληρωματική ή δευτερεύουσα λειτουργία) από δύο γεγονότα, καταστάσεις: Ναι μεν συμφωνεί, ~ υπό όρους. 6. στη φράση "..., αλλά και να ..." (ύστερα από αρνητ. πρόταση) για εισαγωγή παραχωρητικής πρότασης: Δεν το είδα, ~ και να (: κι αν ακόμη) το έβλεπα, πάλι δεν θα καταλάβαινα. 7. για έκφραση απορίας, ενδοιασμού, αμφιβολίας: Θέλω να έρθω, ~ πώς; 8. για εισαγωγή της προϋπόθεσης που πρέπει να ισχύσει, για να συμβεί αυτό που αναφέρθηκε αμέσως πριν: αξιολόγηση, ~ υπό όρους. Θα πάμε, ~ (μόνο) αφού τελειώσω. 9. (προφ.) για αιτιολόγηση της αδυναμίας εκπλήρωσης αυτού που αναφέρθηκε προηγουμένως (συχνά με ερώτηση ή ερωτηματικό τόνο): Τον αγαπάω, ~ έλα που δεν με θέλει! Αν με πλήρωνε τουλάχιστον! ~ πού τέτοια τύχη ... 10. (προφ.) για έκφραση προτροπής, προσταγής ή για διακοπή της συζήτησης (συνήθ. με προστακτική ή υποτακτική): ~ ας μην αργούμε! ~ πάψε να ... ~ ας τ' αφήσουμε αυτά! ~ τι τα θες; 11. σε επιφωνηματική χρήση (με το "τι" και επανάληψη της λέξης στην οποία αναφέρεται ο ομιλητής): Έφτιαξε ένα φαγητό, ~ τι φαγητό (: υπέροχο, νοστιμότατο)! 12. (προφ.-εμφατ.) ως καταφατική απάντηση: -Δεν θα έρθεις; -~ (= φυσικά); Πβ. αμέ, και το ρωτάς; 13. (συνήθ. ως ουσ.) αντίρρηση, εμπόδιο, επιφύλαξη: Άσε τα ~ κι έλα! Υπάρχει και ένα ~. Δεν έχει ~. ● ΦΡ.: ένας, αλλά λέων! βλ. λέων, ναι μεν, αλλά βλ. ναι [< αρχ. ἀλλά]
2166αλλαγή[ἀλλαγή] αλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση κατά την οποία τροποποιείται κάτι, παίρνει διαφορετική μορφή: αισθητή/γλωσσική/ριζική/τεχνολογική ~. ~ δεδομένων/εποχής/ηγεσίας/καιρού/(διεύθυνσης) κατοικίας/παραστάσεων/(σχολικού) περιβάλλοντος/πορείας/στοιχείων/συμπεριφοράς/σχεδίων/ταχύτητας/του χρόνου (στις 12 τα μεσάνυχτα κάθε 1η Ιανουαρίου)/χρώματος/ώρας. Παρατηρείται ~ στην εμφάνιση/λειτουργία/στον τρόπο σκέψης. Έχω ανάγκη από μια ~ (στη ζωή μου). Πνέει άνεμος ~ής. Απότομες/γενετικές/έντονες/κοσμογονικές/ορμονικές ~ές. ~ές προς το καλύτερο/χειρότερο. Παρατηρώ ~ές πάνω σου. Επιφέρω/κάνω ~ές. Μου αρέσουν οι ~ές. ~ή που εμφανίζεται/επέρχεται/προκαλείται. Δεν υπάρχουν περιθώρια ~ών. Πβ. μετα-βολή, -μόρφωση, -σχηματισμός, -τροπή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραμματοσειράς/γραμμής/παραγράφου. Αποθήκευση ~ών.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ές φάσης. Βλ. εξ~, παρ~. 2. αντικατάσταση: ~ βάρδιας/λάμπας/μπαταρίας/νερού/προσωπικού/χώματος (σε γλάστρα). ~ στα λάδια/λάστιχα (οχήματος). Σύστημα ~ής ταχυτήτων (στο αυτοκίνητο). Βλ. άλλαγμα.|| ~ ρούχων/συσκευής (: επιστροφή προϊόντος στο κατάστημα από το οποίο αγοράστηκε με σκοπό την αντικατάστασή του από άλλο ή την επιστροφή των χρημάτων). Έχω δικαίωμα/δυνατότητα ~ής.|| (ΑΘΛ.) ~ές παικτών. Ο προπονητής τον έκανε ~ στο ημίχρονο (: τον αντικατέστησε).|| (ΙΑΤΡ.) Κάνω ~ (: καθαρισμό, για πληγή, τραύμα). 3. ανταλλαγή: ~ συναλλάγματος (σε τράπεζα, ανταλλακτήριο). Πβ. συν~.αλλαγές (οι): ανακατατάξεις, μεταρρυθμίσεις: βελτιωτικές/διαρθρωτικές/διοικητικές/δομικές/εκπαιδευτικές/κοινωνικές/οργανωτικές/πολιτικές/ραγδαίες/σαρωτικές/τεκτονικές ~. ~ της νομοθεσίας. ~ στο δίκτυο/στην επιχείρηση/σε οργανισμούς. Τάσσομαι κατά/υπέρ των ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλαγή φρουράς 1. (μτφ.) αντικατάσταση προσώπου που κατέχει μια (υψηλόβαθμη) θέση από άλλο: ~ ~ στην ηγεσία (του κόμματος)/στην Προεδρία/στο Υπουργείο. Πβ. αλλαγή σκυτάλης. 2. ΣΤΡΑΤ. η εναλλαγή σε τακτά χρονικά διαστήματα ένοπλων στρατιωτών, στους οποίους έχει ανατεθεί η φρούρηση ορισμένων χώρων ή και προσώπων: (επίσημη) ~ ~ (μπροστά) στο Προεδρικό Μέγαρο/στον Άγνωστο Στρατιώτη., αλλαγή φύλου: μεταβολή (με εγχείρηση ή ορμονοθεραπεία) των φυσικών χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν το φύλο ενός ατόμου με σκοπό τη μορφολογική τους ταύτιση με αυτά του αντίθετου φύλου. Βλ. τρανσέξουαλ. [< αγγλ. sex change, 1946] , αλλαγή παραδείγματος βλ. παράδειγμα, αλλαγή πλεύσης/πορείας βλ. πλεύση, αλλαγή σκυτάλης βλ. σκυτάλη, αλλαγή τοπίου βλ. τοπίο, δεκανέας αλλαγής βλ. δεκανέας, κλιματική αλλαγή βλ. κλιματικός ● ΦΡ.: (έτσι,) για αλλαγή (προφ.): για να αλλάξω εικόνες, παραστάσεις, για να βιώσω κάτι διαφορετικό: Φέτος, ~ ~, θα πάμε αλλού διακοπές., μπήκε αλλαγή (προφ., για παίκτη): αντικατέστησε συναθλητή του κατά τη διάρκεια αγώνα: ~ ~ στη θέση του ... [< αρχ. ἀλλαγή, γαλλ. changement, αγγλ. change]
2167άλλαγμα[ἄλλαγμα] άλ-λαγ-μα ουσ. (ουδ.): (προφ.) αλλαγή, αντικατάσταση: ~ λάμπας/ρουλεμάν/ρούχων. ~ πετσετών και σεντονιών. Τα λάστιχα έχουν φθαρεί και θέλουν ~.|| Το μωρό θέλει ~ (: καινούργια πάνα). [< μτγν. ἄλλαγμα ‘αποζημίωση, τιμή’]
2168αλλαγμένος, η, ο [ἀλλαγμένος] αλ-λαγ-μέ-νος επίθ.: που έχει αλλάξει ή αλλαχτεί: ~α: αρχεία/δεδομένα/στοιχεία (= αλλοιωμένα). Η φωνή σου ακούγεται ~η. Επέστρεψε από το εξωτερικό ~η. Πβ. αγνώριστος, αλλιώτικος, διαφορετικός, παραλλαγμένος. ΑΝΤ. αμετάβλητος, απαράλλαχτος, ίδιος.|| ~η: κλειδαριά. Πρόσφατα ~ο μπουζί/~α λάδια.|| Το μωρό είναι ~ο (= καθαρό, με καινούργια πάνα), έτοιμο για ύπνο. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. αλλάζω]
2169αλλάζω[ἀλλάζω] αλ-λά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άλλα-ζε, άλλα-ξε, αλλά-χτηκε κ. -χθηκε, -γμένος, αλλάζ-οντας} 1. καθιστώ κάτι διαφορετικό σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση, μεταβάλλομαι: ~ άποψη/γνώμη/ιδέα/τους όρους της διαθήκης/το περιεχόμενο (ΣΥΝ. τροποποιώ, πβ. παρ~)/ρυθμούς/συμπεριφορά/το σύστημα/τις τιμές/τρόπο ζωής/χρώμα μαλλιών. Αυτό το κούρεμα σε ~ει (: σε κάνει άλλον άνθρωπο). Μην ~ξεις τίποτα! Η εμπειρία αυτή/ο χρόνος με ~ξε. Η μπάλα/το πλοίο ~ξε πορεία. Το αρχικό κείμενο ~χτηκε (= αλλοιώθηκε, μεταβλήθηκε).|| ~ει η διαδικασία/η διάθεση/ο κανονισμός/το κλίμα/η νοοτροπία. Ο κόσμος δεν ~ει από τη μια στιγμή στην άλλη. ~ουν τα δεδομένα/οι προτιμήσεις/τα σχέδια. ~ αισθητά/απότομα/αυτόματα/γρήγορα/δραματικά/δραστικά/ριζικά. Ο καιρός από αύριο θα ~ξει. Η διατροφή μας/η ζωή σήμερα έχει ~ξει. Δεν έχεις ~ξει καθόλου (ως φιλοφρόνηση σε γνωστά πρόσωπα που συναντά κανείς ύστερα από πολλά χρόνια)! Τι θα ~ζε αν ... Δεν έχει ~ξει τίποτα. Πολλά έχουν ~ξει από τότε. Και τι θα ~ξει; Πβ. διαφοροποιώ, μετα-μορφώνω, -σχηματίζω, -τρέπω, τροποποιώ. 2. αντικαθιστώ, αντικαθίσταμαι από κάτι άλλο: ~ αριθμό (τηλεφώνου)/αυτοκίνητο (: αγοράζω άλλο)/γραμματοσειρά/(για φίδι ή έντομο) δέρμα/διαβατήριο/διεύθυνση (= μετακομίζω)/δρομολόγιο/τους επιδέσμους (σε πληγή)/έπιπλα/θέση/κανάλι (πβ. ζάπινγκ)/λάδια (σε αυτοκίνητο)/λάμπα (: την καμένη με καινούργια)/λάστιχα/όνομα/πίστη (= θρησκεία, πβ. αλλαξοπιστώ)/σεντόνια/σταθμό (συνήθ. στο ραδιόφωνο)/σχολείο/το τραπεζομάντιλο (= βάζω καθαρό)/τρένο (= επιβιβάζομαι σε άλλο)/υπηκοότητα. ~ξε ταχύτητα. Έχει ~ξει τρία σπίτια και δύο δουλειές. Η εταιρεία ~ξε ιδιοκτήτες.|| Αν δεν σου αρέσει, μπορείς να το ~ξεις (: να επιστρέψεις το προϊόν στο κατάστημα και να πάρεις κάτι άλλο στην ίδια τουλάχιστον τιμή).|| ~ξε η ώρα/ο υπουργός/το ωράριο από θερινό σε χειμερινό/ο χρόνος. Τα σχολικά βιβλία θα ~ξουν. 3. ανταλλάσσω: Θες ν’ ~ξουμε θέσεις/τηλέφωνα;|| (προφ.) Μπορείτε να μου ~ξετε ένα χαρτονόμισμα των εκατό ευρώ (: να μου κάνετε ψιλά, να μου το χαλάσετε); Θα ~ξω χρήματα στην τράπεζα (: για συνάλλαγμα). ~ξαν πλαστά δολάρια σε/με ευρώ. 4. βάζω διαφορετικά ή καθαρά ρούχα ή βοηθώ κάποιον να το κάνει: Περίμενε ν’ ~ξω (φόρεμα) και φύγαμε!|| Ο μπαμπάς ~ει το μωρό (: τις λερωμένες πάνες). Ο ασθενής πρέπει να ~χτεί. ● ΦΡ.: αλλάζει πρόσωπο: μεταβάλλεται η δομή, η μορφή του: Η πόλη ~ ~ και εκσυγχρονίζεται. Η ιστοσελίδα ~ξε ~ μετά τον ανασχεδιασμό της., αλλάζει τα λόγια του (αρνητ. συνυποδ.): τροποποιεί, αναιρεί τα όσα είπε, λέει άλλα: Γιατί, άραγε, τώρα ~ ~; Υπόσχεται πράγματα και μετά τα αλλάζει (: δηλώνει το ακριβώς αντίθετο)., αλλάζει τους άντρες/τις γυναίκες σαν (τα) πουκάμισα: συνάπτει πολύ συχνά εφήμερες ερωτικές σχέσεις., αλλάζει χέρια: περνά σε άλλον ιδιοκτήτη, αποκτά νέο: Η εταιρεία ~ ~. [< αγγλ. change hands] , αλλάζουν οι καιροί: οι καταστάσεις μεταβάλλονται (συχνά προς το αντίθετο): Βρε πώς ~ ~! Εσύ δεν την ήθελες και τώρα τρέχεις από πίσω της;, αλλάζω δρόμο {συνήθ. στον αόρ.} 1. & αλλάζω πεζοδρόμιο: τροποποιώ την πορεία μου, για να αποφύγω κάποιον: Μόλις με είδε, ~ξε ~. 2. (μτφ.) ακολουθώ διαφορετική κατεύθυνση: Όταν είδαν τα σκούρα, ~ξαν ~., αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα (μτφ.): αλλάζω τρόπο σκέψης ή συμπεριφορά, κάνω στροφή στη ζωή μου: Από τη στιγμή που έπιασα δουλειά, η ζωή μου ~ξε πορεία/ρότα. Πρέπει να ~ξεις σελίδα/ζωή και να τον ξεχάσεις., αλλάζω παραστάσεις/(τον) αέρα (μου): ξεφεύγω από τη ρουτίνα: Πρέπει να φύγω από εδώ, ν' ~ξω ~. Πήγαινε μια βόλτα να ξεσκάσεις και ν' ~ξεις ~., αλλάζω τροπάρι(ο)/βιολί/σκοπό/χαβά (λαϊκό): αλλάζω στάση, συμπεριφορά: Δεν ~ει τροπάρι. Για ~ξε ~, φτάνει πια αυτή η γκρίνια!, αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση: αλλάζω θέμα από αμηχανία, για να βγω από τη δύσκολη θέση: ~σε ~ έξυπνα/τεχνηέντως και δεν απάντησε σ' αυτό που τον ρώτησα., αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες: μεταβάλλω τη γνώμη, τη νοοτροπία ή την ιδεολογία κάποιου, τον μεταπείθω: Πήρε την απόφασή του· ό,τι και να κάνεις, δεν του ~εις μυαλά. Αγύριστο κεφάλι, δύσκολα του ~εις ιδέες., άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε/και φόρεσε τα ρούχα (του) αλλιώς (παροιμ.): για επιφανειακή και όχι ουσιαστική μεταβολή. Πβ. όχι Γιάννης, Γιαννάκης., άλλαξε χρώμα/δέκα/χίλια χρώματα (μτφ.): αισθάνθηκε έντονη αμηχανία, θυμό, ζήλια (άσπρισε, κοκκίνισε, κιτρίνισε, πρασίνισε, χλόμιασε): Μόλις του ζήτησα να βγούμε, ~ξε ~., δεν τον/την/το αλλάζω με τίποτα: για κάποιον ή κάτι αναντικατάστατο, πολύτιμο, πολύ χρήσιμο: Την αγάπη του κόσμου δεν την ~ ~., το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα: για επανατοποθέτηση σε ένα θέμα: Θέλεις κι εσύ μερίδιο; Ε, τότε ~ ~. Αν το φτιάξεις μόνος σου, ~ ~., αλλάζει/γυρίζει το γούρι βλ. γούρι, άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες(/δαχτυλίδια) βλ. βέρα, δεν αλλάζω ούτε (κατά) ένα γιώτα/ένα κόμμα/μια οξεία βλ. γιώτα, μου άλλαξε τα φώτα βλ. φως, μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία βλ. αδόξαστος, ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε (/άλλαξε) το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του βλ. λύκος, ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει βλ. ομάδα [< μεσν. αλλάζω, αγγλ. change, γαλλ. changer, γερμ. ändern]
2170αλλαντίαση[ἀλλαντίαση] αλ-λα-ντί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βαριάς μορφής τροφική δηλητηρίαση, ενίοτε θανατηφόρα, οφειλόμενη στην τοξίνη που παράγει το βακτήριο κλωστηρίδιο της αλλαντίασης, το οποίο υπάρχει σε ανεπαρκώς συντηρημένες τροφές, κυρ. αλλαντικά. Βλ. -ίαση. ΣΥΝ. βοτουλισμός [< αγγλ. allantiasis]
2171αλλαντικό[ἀλλαντικό] αλ-λα-ντι-κό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κάθε προϊόν από κιμά ή κομμάτια κρέατος, επεξεργασμένο κυρ. με καρύκευση, κάπνισμα και προσθήκη συντηρητικών ουσιών: καπνιστά ~ά. ~ά αέρος. Βλ. ζαμπόν, λουκάνικο, μορταδέλα, πάριζα, σαλάμι. [< αρχ. ἀλλᾶς ‘λουκάνικο’]
2172αλλαντοβιομηχανία[ἀλλαντοβιομηχανία] αλ-λα-ντο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία αλλαντικών: εργοστάσιο ~ας. Βλ. -βιομηχανία.
2173αλλαντοΐνη[ἀλλαντοΐνη] αλ-λα-ντο-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. προϊόν του ουρικού οξέος στα θηλαστικά, εκτός από τον άνθρωπο, με χρήση στη φαρμακευτική και την παρασκευή καλλυντικών: Η ~ επουλώνει και καταπραΰνει την επιδερμίδα. Βλ. ελαστίνη, κολλαγόνο. [< αγγλ. allantoin, γαλλ. allantoïne]
2174αλλαντοποιείο[ἀλλαντοποιεῖο] αλ-λα-ντο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.): μονάδα παραγωγής αλλαντικών. Βλ. -ποιείο.
2175αλλαντοποιία[ἀλλαντοποιία] αλ-λα-ντο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): παρασκευή αλλαντικών και κατ' επέκτ. αλλαντοποιείο. Βλ. -ποιία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.