Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31180-31200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30504μεσότιτλοςμε-σό-τιτ-λος ουσ. (αρσ.): τίτλος ανάμεσα στις παραγράφους ενός κειμένου. Βλ. υπέρτιτλος.μεσότιτλοι (οι): (στον βουβό κινηματογράφο) γραπτό κείμενο που αποδίδει τον εννοούμενο διάλογο μεταξύ των ηθοποιών ή δηλώνει την πλοκή. Βλ. υπότιτλοι. [< αγγλ. intertitles, 1939, γαλλ. intertitre, 1955]
30505μεσοτοιχίαμε-σο-τοι-χί-α ουσ. (θηλ.): κοινός, ενδιαμέσος τοίχος μεταξύ δύο οικοδομών, κτισμάτων ή διαμερισμάτων: Η διπλανή πολυκατοικία είναι ~ με τη δική μας. ΣΥΝ. μεσότοιχος (2)
30506μεσότοιχοςμε-σό-τοι-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -οίχου} 1. εσωτερικός κοινός τοίχος δύο δωματίων ή γενικότ. χώρων: μόνωση ~ου. Μ' έναν ~ο χώρισαν το γκαράζ στα δύο. 2. μεσοτοιχία. [< μτγν. μεσότοιχος]
30507μεσοτροφικός, ή, ό με-σο-τρο-φι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. (για υδάτινο οικοσύστημα) που έχει μέση περιεκτικότητα διαλυμένων θρεπτικών συστατικών: ~ή: λίμνη. ~ά: ύδατα. Βλ. ευ-, ολιγο-τροφικός. [< αγγλ. mesotrophic, 1940, γαλλ. mésotrophique]
30508μεσούντος[μεσοῦντος] με-σού-ντος, θηλ. μεσούσης (λόγ.): (+ γεν.) στο μέσο ενός χρονικού διαστήματος, μιας κατάστασης, μιας διαδικασίας, ενός γεγονότος: μεσούντος του αγώνα ... Μεσούσης της δίκης/προεκλογικής περιόδου ... [< γεν. της μτχ. ενεστ. του ρ. μεσώ ‘είμαι στο μέσο(ν), μεσουρανώ’]
30509μεσούραναμε-σού-ρα-να ουσ. (ουδ.) (τα) (συνήθ. λογοτ.): το μέσο του ουρανού και (κυρ. κατ' επέκτ.) πολύ μεγάλο ύψος: Οι ζητωκραυγές/φλόγες έφταναν στα ~ (: ψηλά στον ουρανό).|| (ως επίρρ.) Το φεγγάρι είναι ~ (= μεσουρανεί). Πβ. μεσουρανίς.
30510μεσουράνημαμε-σου-ρά-νη-μα ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) απόγειο, αποκορύφωμα: Παρέμεινε ο ίδιος ακόμα και στο ~ της δόξας του. ΣΥΝ. ζενίθ (1), κολοφώνας (1) 2. ΑΣΤΡΟΛ. η μοίρα του ζωδιακού αστερισμού που βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της ελλειπτικής καμπύλης τη στιγμή της γέννησης κάποιου. Βλ. ωροσκόπος. 3. ΑΣΤΡΟΝ. (κυριολ.) θέση ουράνιου σώματος στο μέσο του ουρανού: το ~ του Ήλιου. [< 2, 3: μτγν. μεσουράνημα]
30511μεσουράνησημε-σου-ρά-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. καθεμία από τις δύο θέσεις από τις οποίες διέρχεται ουράνιο σώμα κατά την ημερήσια κίνησή του στον ουράνιο μεσημβρινό του τόπου ενός παρατηρητή: άνω/κάτω ~ του Ήλιου. [< μτγν. μεσουράνησις, γαλλ. culmination]
30512μεσουρανίςμε-σου-ρα-νίς επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): στο μέσο του ουρανού και κυρ. κατ' επέκτ. πολύ ψηλά. Βλ. -ίς.
30513μεσουρανώ[μεσουρανῶ] με-σου-ρα-νώ ρ. (αμτβ.) {μεσουράν-ησε, -ήσει, -ώντας}: {συνηθέστ. σε παρελθοντικό χρόνο} (μτφ.) βρίσκομαι στο απόγειο (της ανάπτυξης, της δόξας, της επιτυχίας): Εδώ και πέντε χρόνια ~εί στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Πρόκειται για έναν θρύλο που ~ησε τη δεκαετία του '60. Την εποχή/κατά την περίοδο που ~ούσε ... ΣΥΝ. θριαμβεύω (1) ΑΝΤ. παρακμάζω ● μεσουρανεί: ΑΣΤΡΟΝ. (για ουράνιο σώμα) είναι στο μέσο του ουρανού, στον ουράνιο μεσημβρινό του τόπου ενός παρατηρητή: Όταν ο Ήλιος ~, η θερμοκρασία αυξάνεται. ● ΦΡ.: ανατέλλει/μεσουρανεί, δύει/σβήνει το άστρο κάποιου βλ. άστρο [< αρχ. μεσουρανῶ]
30514μεσούσηςβλ. μεσούντος
30515μεσόφασημε-σό-φα-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. ενδιάμεση φάση μεταξύ δύο κυτταρικών διαιρέσεων. Βλ. μείωση, μίτωση, ανά-, μετά-, πρό-, τελό-φαση.
30516μεσόφιλος, η, ο με-σό-φι-λος επίθ. & μεσοφιλικός: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. (για μικροοργανισμό) που αναπτύσσεται καλύτερα σε θερμοκρασίες μεταξύ 20 και 55 βαθμών Κελσίου: ~α: βακτήρια. Ολική ~η χλωρίδα. Βλ. θερμό-, ψυχρό-φιλος. [< αγγλ. mesophile, 1928, mesophilic]
30517μεσοφόριμε-σο-φό-ρι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκότ.) μισοφόρι (κυρ. παλαιότ.): γυναικείο εσώρουχο που φοριέται κάτω από το φόρεμα ή τη φούστα. Πβ. κομπινεζόν. Βλ. κρινολίνο. ΣΥΝ. μεσοφούστανο [< μεσν. μεσοφόρι(ο)ν]
30518μεσοφούστανομε-σο-φού-στα-νο ουσ. (ουδ.): ΛΑΟΓΡ. μεσοφόρι.
30519μεσόφρυδομε-σό-φρυ-δο ουσ. (ουδ.) & μεσόφρυο: ΑΝΑΤ. το τμήμα του μετώπου ανάμεσα στα δύο φρύδια, ακριβώς πάνω από τη μύτη: ρυτίδες (έκφρασης) στο ~. [< μτγν. μεσόφρυον]
30520μεσόφυλλομε-σό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. εσωτερικό τμήμα του φύλλου, μεταξύ άνω και κάτω επιδερμίδας, τα κύτταρα του οποίου συμμετέχουν στη φωτοσύνθεση.
30521μεσοφωνηεντικός, ή, ό με-σο-φω-νη-ε-ντι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. (στη φωνητική) που βρίσκεται μεταξύ δύο φωνηέντων: αποβολή ~ού συμφώνου. [< γαλλ. intervocalique]
30522μεσόφωνοςμε-σό-φω-νος ουσ. (θηλ.) {-ου (λόγ.) -ώνου}: ΜΟΥΣ. λυρική τραγουδίστρια που η φωνή της εκτείνεται ανάμεσα σε αυτή της υψιφώνου (σοπράνο) και της βαθυφώνου (κοντράλτο). Βλ. -φωνος. ΣΥΝ. μέτζο σοπράνο [< ιταλ. mezzosoprano]
30523μεσοχείμωναμε-σο-χεί-μω-να επίρρ. (λαϊκό): στο μέσο του χειμώνα: Βγήκε με το κοντομάνικο ~. ΣΥΝ. καταχείμωνα ΑΝΤ. κατακαλόκαιρα, μεσοκαλόκαιρα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.