| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30524 | μεσοχείμωνο | με-σο-χεί-μω-νο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): τα μέσα του χειμώνα. ΣΥΝ. καταχείμωνο ΑΝΤ. κατακαλόκαιρο, μεσοκαλόκαιρο [< μεσν. μεσοχείμωνον] | |
| 30525 | μεσοχρονίς | με-σο-χρο-νίς επίρρ. (λαϊκό): στη μέση της χρονιάς. Βλ. -ίς. | |
| 30526 | μεσοχώρι | με-σο-χώ-ρι ουσ. (ουδ.) & μισοχώρι (λαϊκό): κεντρική πλατεία χωριού. | |
| 30527 | μεσοωκεάνιος | , α, ο με-σο-ω-κε-ά-νι-ος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεσοωκεάνια ράχη: ΓΕΩΛ. υπερυψωμένο τμήμα του θαλάσσιου πυθμένα, μήκους εκατοντάδων χιλιομέτρων, που αποτελεί το όριο μεταξύ δύο λιθοσφαιρικών πλακών της Γης που αποκλίνουν μεταξύ τους: η ~ ~ του Ατλαντικού. [< αγγλ. mid-ocean ridge, 1961] | |
| 30528 | μεσπιλέα | με-σπι-λέ-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΒΟΤ. μουσμουλιά: ~ η γερμανική/η ιαπωνική. [< μτγν. μεσπιλέα] | |
| 32307 | μέσπιλο | μού-σμου-λο ουσ. (ουδ.): ο καρπός της μουσμουλιάς που έχει κίτρινο χρώμα, ωοειδές σχήμα, δερματώδη φλούδα, χυμώδη, υπόξινη σάρκα και περισσότερα από ένα κουκούτσια. ΣΥΝ. μέσπιλο [< μεσν. μούσπουλο] | |
| 30529 | μέσπιλο | μέ-σπι-λο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ΒΟΤ. μούσμουλο. [< αρχ. μέσπιλον] | |
| 30530 | Μεσσαλίνα | Μεσ-σα-λί-να ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ.-μειωτ.): γυναίκα ελευθέρων ηθών, φιλόδοξη και αδίστακτη. [< ιταλ. messalina < λατ. Messalina, σύζυγος του αυτοκράτορα Κλαυδίου] | |
| 30531 | μεσσηνιακός | , ή, ό μεσ-ση-νι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Μεσσηνία ή/και τους Μεσσήνιους. | |
| 30532 | Μεσσήνιος, Μεσσήνια | Μεσ-σή-νι-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Μεσσηνία. | |
| 30533 | μεσσιανικός | , ή, ό μεσ-σι-α-νι-κός επίθ. & (σπάν.) μεσιανικός: που αναφέρεται στον μεσσιανισμό ή τον μεσσία: ~ό: κίνημα/μήνυμα/όραμα. ~ές: αντιλήψεις/ελπίδες/προσδοκίες/προφητείες. [< γαλλ. messianique] | |
| 30534 | μεσσιανισμός | μεσ-σι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) μεσιανισμός: η πίστη των Εβραίων στη μελλοντική έλευση του Μεσσία· (κατ' επέκτ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.) η αντίληψη που υποστηρίζει τον ερχομό ενός σωτήρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ενός έθνους ή όλης της ανθρωπότητας: (ΘΕΟΛ.) εβραϊκός/ιουδαϊκός ~. Βλ. σιωνισμός.|| (ΦΙΛΟΣ.) Πολιτικός/τεχνολογικός (: η πεποίθηση ότι η τεχνολογία μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα του ανθρώπου) ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. messianisme] | |
| 30535 | μεσσίας | μεσ-σί-ας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) μεσίας 1. ΘΕΟΛ. (με κεφαλ. Μ) ο Ιησούς Χριστός. 2. (μετωνυμ.) σωτήρας, λυτρωτής: Οι οπαδοί της ομάδας τον περιμένουν/υποδέχτηκαν σαν ~α.|| (αρνητ. συνυποδ.) Εμφανίστηκε ως ~. Ο τόπος δεν έχει ανάγκη από ~ες. [< μτγν. Μεσσίας] | |
| 30536 | μεστός | , ή, ό με-στός επίθ. 1. (λόγ.) που χαρακτηρίζεται από επάρκεια, πληρότητα: ~ός: ήχος. ~ή: γραφή (πβ. πυκνός)/ερμηνεία/σκέψη (= ολοκληρωμένη, ώριμη)/φωνή. ~ά: λόγια. Μέλι με πλούσιο άρωμα και ~ή (= γεμάτη) γεύση. ~ή περιεχομένου ομιλία. Κείμενο ~ό από νοήματα/(λόγ., + γεν.) νοημάτων. Βλ. κατάμεστος. 2. (προφ., συνήθ. για ποτό ή καρπό) που έχει γίνει, ωριμάσει: ~ό: κρασί/στάρι (= μεστωμένο). Πβ. γινωμένος. Βλ. άγουρος. [< αρχ. μεστός ‘γεμάτος, πλήρης’] | |
| 30537 | μεστότητα | με-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μεστού: Ξεχωρίζει για τη ~ του λόγου/των μουσικών συνθέσεών του. Μας συγκίνησε με τη ~ της σκέψης της. Πβ. πυκνότητα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. μεστότης ‘πληρότητα’] | |
| 30538 | μέστωμα | μέ-στω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ωρίμανση, ωρίμασμα: πνευματικό ~. Το ~ των καρπών. [< μτγν. μέστωμα ‘πληρότητα’] | |
| 30539 | μεστώνω | με-στώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μέστω-σε, μεστώ-σει, -μένος} (προφ.) 1. ωριμάζω: (για πρόσ.) ~σε, έγινε άντρας!|| (για καρπούς) ~σαν τα σιτηρά/σταφύλια (πβ. δένω). Άσε το κρασί να ~σει λίγο ακόμη!|| ~σε η σκέψη. 2. καθιστώ κάποιον ώριμο: Ο πόνος ~ει τον άνθρωπο. [< αρχ. μεστῶ ‘γεμίζω, είμαι πλήρης’] | |
| 30540 | μέσω | [μέσῳ] μέ-σω πρόθ. (+ γεν.) (λόγ.) ΣΥΝ. διαμέσου 1. (για δήλωση τρόπου, μέσου ή οργάνου) με, με τη μεσολάβηση: αγορές ~ διαδικτύου (= ηλεκτρονικές). Οικονομική ανάπτυξη ~ του τουρισμού. Αναμετάδοση προγράμματος ~ δορυφόρου. Βρεθήκαμε ~ ενός κοινού μας γνωστού. 2. (για δήλωση τόπου διέλευσης ή χρόνου) μέσα από: πτήση για Νέα Υόρκη ~ Λονδίνου.|| Ο ποντιακός ελληνισμός ~ των αιώνων. [< αρχ. μέσῳ, γερμ. mittels, durch] | |
| 30541 | μεσώροφος | με-σώ-ρο-φος ουσ. (αρσ.) & μεσόροφος 1. ημιώροφος. Πβ. μεσοπάτωμα. Βλ. δι-, μον-, πολυ-ώροφος. 2. ο μεσαίος όροφος κτιρίου, οικίας. [< γαλλ. entresol] | |
| 30542 | μετά | με-τά επίρρ. 1. (για δήλωση χρονικής ακολουθίας) σε μελλοντική, σε ύστερη φάση: Πού θα πάμε ~;|| (ως ουσ. με άρθρο) Ζήσε το παρόν και ξέχνα το ~ (= αύριο, μέλλον, βλ. τώρα, χθες).|| (ως επίθ.) Το ~ (= μετέπειτα) διάστημα.|| (εμπρόθετα, (+ από) + αιτ.) Συνεχίζει να απασχολεί την ανθρωπότητα ακόμη και ~ (από) τον θάνατό της. ΣΥΝ. έπειτα (1), κατόπιν (2), ύστερα (1) ΑΝΤ. πριν (3) 2. (με τοπική σημασία) πιο πέρα: Λίγο πιο ~ θα δεις το μαγαζί στο δεξί σου χέρι. 3. προσδιορίζει αυτό που έρχεται ή είναι δεύτερο σε μια ιεραρχία: Για μένα πρώτα φταίνε οι γονείς και ~ τα παιδιά. ● ΦΡ.: και μετά σου λένε/σου λέει ... & και μετά σου λέει ο άλλος ... (προφ.): εκφράζει την αμφισβήτηση του ομιλητή για αυτό που ακολουθεί: ~ ~ η ζωή είναι εύκολη! [< αρχ. μετά] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ