| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32307 | μέσπιλο | μού-σμου-λο ουσ. (ουδ.): ο καρπός της μουσμουλιάς που έχει κίτρινο χρώμα, ωοειδές σχήμα, δερματώδη φλούδα, χυμώδη, υπόξινη σάρκα και περισσότερα από ένα κουκούτσια. ΣΥΝ. μέσπιλο [< μεσν. μούσπουλο] | |
| 30529 | μέσπιλο | μέ-σπι-λο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ΒΟΤ. μούσμουλο. [< αρχ. μέσπιλον] | |
| 30530 | Μεσσαλίνα | Μεσ-σα-λί-να ουσ. (θηλ.) (μετωνυμ.-μειωτ.): γυναίκα ελευθέρων ηθών, φιλόδοξη και αδίστακτη. [< ιταλ. messalina < λατ. Messalina, σύζυγος του αυτοκράτορα Κλαυδίου] | |
| 30531 | μεσσηνιακός | , ή, ό μεσ-ση-νι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Μεσσηνία ή/και τους Μεσσήνιους. | |
| 30532 | Μεσσήνιος, Μεσσήνια | Μεσ-σή-νι-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Μεσσηνία. | |
| 30533 | μεσσιανικός | , ή, ό μεσ-σι-α-νι-κός επίθ. & (σπάν.) μεσιανικός: που αναφέρεται στον μεσσιανισμό ή τον μεσσία: ~ό: κίνημα/μήνυμα/όραμα. ~ές: αντιλήψεις/ελπίδες/προσδοκίες/προφητείες. [< γαλλ. messianique] | |
| 30534 | μεσσιανισμός | μεσ-σι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) μεσιανισμός: η πίστη των Εβραίων στη μελλοντική έλευση του Μεσσία· (κατ' επέκτ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.) η αντίληψη που υποστηρίζει τον ερχομό ενός σωτήρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ενός έθνους ή όλης της ανθρωπότητας: (ΘΕΟΛ.) εβραϊκός/ιουδαϊκός ~. Βλ. σιωνισμός.|| (ΦΙΛΟΣ.) Πολιτικός/τεχνολογικός (: η πεποίθηση ότι η τεχνολογία μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα του ανθρώπου) ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. messianisme] | |
| 30535 | μεσσίας | μεσ-σί-ας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) μεσίας 1. ΘΕΟΛ. (με κεφαλ. Μ) ο Ιησούς Χριστός. 2. (μετωνυμ.) σωτήρας, λυτρωτής: Οι οπαδοί της ομάδας τον περιμένουν/υποδέχτηκαν σαν ~α.|| (αρνητ. συνυποδ.) Εμφανίστηκε ως ~. Ο τόπος δεν έχει ανάγκη από ~ες. [< μτγν. Μεσσίας] | |
| 30536 | μεστός | , ή, ό με-στός επίθ. 1. (λόγ.) που χαρακτηρίζεται από επάρκεια, πληρότητα: ~ός: ήχος. ~ή: γραφή (πβ. πυκνός)/ερμηνεία/σκέψη (= ολοκληρωμένη, ώριμη)/φωνή. ~ά: λόγια. Μέλι με πλούσιο άρωμα και ~ή (= γεμάτη) γεύση. ~ή περιεχομένου ομιλία. Κείμενο ~ό από νοήματα/(λόγ., + γεν.) νοημάτων. Βλ. κατάμεστος. 2. (προφ., συνήθ. για ποτό ή καρπό) που έχει γίνει, ωριμάσει: ~ό: κρασί/στάρι (= μεστωμένο). Πβ. γινωμένος. Βλ. άγουρος. [< αρχ. μεστός ‘γεμάτος, πλήρης’] | |
| 30537 | μεστότητα | με-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μεστού: Ξεχωρίζει για τη ~ του λόγου/των μουσικών συνθέσεών του. Μας συγκίνησε με τη ~ της σκέψης της. Πβ. πυκνότητα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. μεστότης ‘πληρότητα’] | |
| 30538 | μέστωμα | μέ-στω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ωρίμανση, ωρίμασμα: πνευματικό ~. Το ~ των καρπών. [< μτγν. μέστωμα ‘πληρότητα’] | |
| 30539 | μεστώνω | με-στώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μέστω-σε, μεστώ-σει, -μένος} (προφ.) 1. ωριμάζω: (για πρόσ.) ~σε, έγινε άντρας!|| (για καρπούς) ~σαν τα σιτηρά/σταφύλια (πβ. δένω). Άσε το κρασί να ~σει λίγο ακόμη!|| ~σε η σκέψη. 2. καθιστώ κάποιον ώριμο: Ο πόνος ~ει τον άνθρωπο. [< αρχ. μεστῶ ‘γεμίζω, είμαι πλήρης’] | |
| 30540 | μέσω | [μέσῳ] μέ-σω πρόθ. (+ γεν.) (λόγ.) ΣΥΝ. διαμέσου 1. (για δήλωση τρόπου, μέσου ή οργάνου) με, με τη μεσολάβηση: αγορές ~ διαδικτύου (= ηλεκτρονικές). Οικονομική ανάπτυξη ~ του τουρισμού. Αναμετάδοση προγράμματος ~ δορυφόρου. Βρεθήκαμε ~ ενός κοινού μας γνωστού. 2. (για δήλωση τόπου διέλευσης ή χρόνου) μέσα από: πτήση για Νέα Υόρκη ~ Λονδίνου.|| Ο ποντιακός ελληνισμός ~ των αιώνων. [< αρχ. μέσῳ, γερμ. mittels, durch] | |
| 30541 | μεσώροφος | με-σώ-ρο-φος ουσ. (αρσ.) & μεσόροφος 1. ημιώροφος. Πβ. μεσοπάτωμα. Βλ. δι-, μον-, πολυ-ώροφος. 2. ο μεσαίος όροφος κτιρίου, οικίας. [< γαλλ. entresol] | |
| 30542 | μετά | με-τά επίρρ. 1. (για δήλωση χρονικής ακολουθίας) σε μελλοντική, σε ύστερη φάση: Πού θα πάμε ~;|| (ως ουσ. με άρθρο) Ζήσε το παρόν και ξέχνα το ~ (= αύριο, μέλλον, βλ. τώρα, χθες).|| (ως επίθ.) Το ~ (= μετέπειτα) διάστημα.|| (εμπρόθετα, (+ από) + αιτ.) Συνεχίζει να απασχολεί την ανθρωπότητα ακόμη και ~ (από) τον θάνατό της. ΣΥΝ. έπειτα (1), κατόπιν (2), ύστερα (1) ΑΝΤ. πριν (3) 2. (με τοπική σημασία) πιο πέρα: Λίγο πιο ~ θα δεις το μαγαζί στο δεξί σου χέρι. 3. προσδιορίζει αυτό που έρχεται ή είναι δεύτερο σε μια ιεραρχία: Για μένα πρώτα φταίνε οι γονείς και ~ τα παιδιά. ● ΦΡ.: και μετά σου λένε/σου λέει ... & και μετά σου λέει ο άλλος ... (προφ.): εκφράζει την αμφισβήτηση του ομιλητή για αυτό που ακολουθεί: ~ ~ η ζωή είναι εύκολη! [< αρχ. μετά] | |
| 30543 | μετά & μετ' & μεθ' | πρόθ. {μετ' (μπροστά από α-, ε-), μεθ' (μπροστά από λέξη που παλιότερα δασυνόταν)} δηλώνει 1. (+ αιτ.) ακολουθία, χρονική ή τοπική, ή μτφ. ιεραρχία: οι Έλληνες ζωγράφοι ~ την Άλωση. Κυβέρνησε αμέσως ~ τον ... (: ακολουθεί όνομα πολιτικού, ενν. ~ τον θάνατό του ή την αποχώρησή του από το σχετικό αξίωμα).|| ~ το φανάρι, στρίψτε δεξιά. ΣΥΝ. κατόπιν (1) ΑΝΤ. πριν (1) 2. (μτφ.) (+ αιτ.) σχέση αιτίας-αποτελέσματος ή συνέπεια ή εναντίωση (στην τελευταία περίπτωση μπορεί να προτάσσεται εμφατικά ο σύνδεσμος "και", ενώ συχνά υπάρχει στην πρόταση το "ακόμη"): ~ (= έπειτα, ύστερα) τα όσα έκανε, περιμένεις και να τη συγχωρήσω;|| (Και) ~ τόση δίαιτα συνεχίζει να μη χάνει κιλά (πβ. παρά). 3. (λόγ.) (+ γεν.) τον τρόπο με τον οποίο συμβαίνει ή γίνεται κάτι, (μαζί) με: άδεια μετ' αποδοχών. Εργάζεται ~ ζήλου. Μίλησε ~ παρρησίας. Αυλαία ~ μουσικής (= με μουσική υπόκρουση) στο φεστιβάλ κινηματογράφου. ΑΝΤ. άνευ (1) 4. (λόγ.) (+ γεν.) συνοδεία: Στην εκδήλωση παρευρέθηκε ~ της συζύγου του.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Μεθ' ημών/υμών (= μαζί μας/σας) ο Θεός! ● ΦΡ.: μετά πολλών επαίνων/μετ' επαίνων (λόγ.): με (πολλούς) επαίνους: Αποφοίτησε ~ ~ από την Ιατρική Σχολή.|| (ειρων.) Η πρόταση/το σχέδιο απορρίφθηκε ~ ~. Πβ. μετά βαΐων και κλάδων., (μόλις και) μετά βίας βλ. βία, με βεβαιότητα βλ. βεβαιότητα, με τιμή/μετά τιμής βλ. τιμή, μετ' εμποδίων βλ. εμπόδιο, μετά (πολλών/μυρίων) κόπων και βασάνων βλ. κόπος, μετά βαΐων και κλάδων βλ. βάγια, μετά βδελυγμίας βλ. βδελυγμία, μετά θάνατο(ν) βλ. θάνατος, μετά λόγου γνώσεως βλ. λόγος, μετά μανίας βλ. μανία, μετά μεσημβρία(ν) βλ. μεσημβρία, μετά σπουδής/εν σπουδή βλ. σπουδή, μετά συγχωρήσεως βλ. συγχώρηση, μετά ταύτα βλ. ταύτα, μετά φανών και λαμπάδων βλ. φανός, μετά φόβου Θεού βλ. φόβος, μετά χαράς βλ. χαρά, μετά/ύστερα/έπειτα από ώριμη σκέψη βλ. σκέψη, ξύλο μετά μουσικής βλ. ξύλο, ο ένας μετά τον άλλο βλ. ένας, μία/μια, ένα [< αρχ. μετά] | |
| 30546 | μετά που | με-τά που (χρον. σύνδ.) δηλώνει 1. (το σύγχρονο) την ώρα που, ενώ: Μιλήσαμε και ~ ~ έφευγε την είδα δακρυσμένη. 2. (σπάν.) (το προτερόχρονο) αφού, αφότου: Μου τηλεφώνησε λίγες μέρες ~ έστειλα το γράμμα. | |
| 30544 | μετα- & μετ-/μεθ- & μετά-/μέτ-/μέθ- | α' συνθετικό λέξεων∙ δηλώνει 1. μετακίνηση σε άλλο σημείο: μετα-βαίνω/~κομίζω/~φέρω. Μετ-εγκατάσταση.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Μετα-δημότευση. Μετά-ταξη.|| (ΙΑΤΡ.) Μετά-σταση. 2. (μτφ.) μεταβολή κατάστασης: μετα-σχηματισμός/~τροπή. Μετά-πτωση. Μετ-αλλαγή/~εξέλιξη. 3. χρονική ακολουθία: μετα-μεσονύκτιος.|| Mετα-πτυχιακό(ς). Μετ-εκλογικός. Μετ-εκπαίδευση.|| Μετα-χρονολόγηση. Μετα-βιομηχανικός/~κλασικός/~πολεμικός. ΑΝΤ. προ-.|| (ΦΙΛΟΣ.) Μετα-φυσική.|| (μτφ.) Μετα-νιώνω. 4. επανάληψη ενέργειας: μετα-πουλώ (πβ. ξανα-). Μετ-επιβίβαση.|| Mετ-εξεταστέος. 5. το ανάμεσα, το μεταξύ: μετ-αίχμιο. Μεθ-όριος.|| (ΑΝΑΤ.) Μετα-κάρπιο (βλ. μεσο-). (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Μετα-κιόνιο. 6. συμμετοχή: μετ-έχω. 7. ΓΛΩΣΣ. συνήθ. λεξικό στοιχείο που παράγεται από μέρος του λόγου: μετα-ρηματικός. Μετ-ονοματικός. | |
| 30547 | μεταβαίνω | με-τα-βαί-νω ρ. (αμτβ.) {μετέβ-ηκα (λόγ. μετέβ-η, -ησαν), μεταβ-ώ, μεταβαίν-οντας} (+σε) (επίσ.) 1. πηγαίνω: Αποφάσισε να ~εί στο εξωτερικό για σπουδές. Ο υπουργός ~η αμέσως στον τόπο του δυστυχήματος. ΑΝΤ. επιστρέφω (1) 2. (μτφ.) μεταβιβάζομαι, μεταφέρομαι: (στο διαδίκτυο) Με κλικ στον τίτλο ο χρήστης ~ει στο πλήρες κείμενο του άρθρου.|| (ΓΡΑΜΜ.) Η ενέργεια (του ρήματος) ~ει σε δύο αντικείμενα (βλ. δίπτωτος). [< αρχ. μεταβαίνω] | |
| 30548 | μεταβάλλω | με-τα-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. μετέβαλλα, αόρ. μετέβαλα, μεταβάλει, μεταβλή-θηκε (λόγ. μετεβλή-θη, -θησαν, μτχ. μεταβλη-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, μεταβάλλ-οντας, -όμενος, (λόγ.) μεταβεβλημένος}: αλλάζω: Η εταιρεία έχει το δικαίωμα να μεταβάλει (= τροποποιήσει) τους όρους του διαγωνισμού. Το κλίμα ~εται συνεχώς. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή ~θηκε τον περασμένο μήνα κατά ...%. Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι εκκλησίες της περιοχής ~θηκαν (= μετατράπηκαν) σε νοσοκομεία. Ικανότητα προσαρμογής σε ~όμενες συνθήκες. Πβ. μετα-πλάθω, -σκευάζω, -σχηματίζω. [< αρχ. μεταβάλλω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ