| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30543 | μετά & μετ' & μεθ' | πρόθ. {μετ' (μπροστά από α-, ε-), μεθ' (μπροστά από λέξη που παλιότερα δασυνόταν)} δηλώνει 1. (+ αιτ.) ακολουθία, χρονική ή τοπική, ή μτφ. ιεραρχία: οι Έλληνες ζωγράφοι ~ την Άλωση. Κυβέρνησε αμέσως ~ τον ... (: ακολουθεί όνομα πολιτικού, ενν. ~ τον θάνατό του ή την αποχώρησή του από το σχετικό αξίωμα).|| ~ το φανάρι, στρίψτε δεξιά. ΣΥΝ. κατόπιν (1) ΑΝΤ. πριν (1) 2. (μτφ.) (+ αιτ.) σχέση αιτίας-αποτελέσματος ή συνέπεια ή εναντίωση (στην τελευταία περίπτωση μπορεί να προτάσσεται εμφατικά ο σύνδεσμος "και", ενώ συχνά υπάρχει στην πρόταση το "ακόμη"): ~ (= έπειτα, ύστερα) τα όσα έκανε, περιμένεις και να τη συγχωρήσω;|| (Και) ~ τόση δίαιτα συνεχίζει να μη χάνει κιλά (πβ. παρά). 3. (λόγ.) (+ γεν.) τον τρόπο με τον οποίο συμβαίνει ή γίνεται κάτι, (μαζί) με: άδεια μετ' αποδοχών. Εργάζεται ~ ζήλου. Μίλησε ~ παρρησίας. Αυλαία ~ μουσικής (= με μουσική υπόκρουση) στο φεστιβάλ κινηματογράφου. ΑΝΤ. άνευ (1) 4. (λόγ.) (+ γεν.) συνοδεία: Στην εκδήλωση παρευρέθηκε ~ της συζύγου του.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Μεθ' ημών/υμών (= μαζί μας/σας) ο Θεός! ● ΦΡ.: μετά πολλών επαίνων/μετ' επαίνων (λόγ.): με (πολλούς) επαίνους: Αποφοίτησε ~ ~ από την Ιατρική Σχολή.|| (ειρων.) Η πρόταση/το σχέδιο απορρίφθηκε ~ ~. Πβ. μετά βαΐων και κλάδων., (μόλις και) μετά βίας βλ. βία, με βεβαιότητα βλ. βεβαιότητα, με τιμή/μετά τιμής βλ. τιμή, μετ' εμποδίων βλ. εμπόδιο, μετά (πολλών/μυρίων) κόπων και βασάνων βλ. κόπος, μετά βαΐων και κλάδων βλ. βάγια, μετά βδελυγμίας βλ. βδελυγμία, μετά θάνατο(ν) βλ. θάνατος, μετά λόγου γνώσεως βλ. λόγος, μετά μανίας βλ. μανία, μετά μεσημβρία(ν) βλ. μεσημβρία, μετά σπουδής/εν σπουδή βλ. σπουδή, μετά συγχωρήσεως βλ. συγχώρηση, μετά ταύτα βλ. ταύτα, μετά φανών και λαμπάδων βλ. φανός, μετά φόβου Θεού βλ. φόβος, μετά χαράς βλ. χαρά, μετά/ύστερα/έπειτα από ώριμη σκέψη βλ. σκέψη, ξύλο μετά μουσικής βλ. ξύλο, ο ένας μετά τον άλλο βλ. ένας, μία/μια, ένα [< αρχ. μετά] | |
| 30546 | μετά που | με-τά που (χρον. σύνδ.) δηλώνει 1. (το σύγχρονο) την ώρα που, ενώ: Μιλήσαμε και ~ ~ έφευγε την είδα δακρυσμένη. 2. (σπάν.) (το προτερόχρονο) αφού, αφότου: Μου τηλεφώνησε λίγες μέρες ~ έστειλα το γράμμα. | |
| 30544 | μετα- & μετ-/μεθ- & μετά-/μέτ-/μέθ- | α' συνθετικό λέξεων∙ δηλώνει 1. μετακίνηση σε άλλο σημείο: μετα-βαίνω/~κομίζω/~φέρω. Μετ-εγκατάσταση.|| (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Μετα-δημότευση. Μετά-ταξη.|| (ΙΑΤΡ.) Μετά-σταση. 2. (μτφ.) μεταβολή κατάστασης: μετα-σχηματισμός/~τροπή. Μετά-πτωση. Μετ-αλλαγή/~εξέλιξη. 3. χρονική ακολουθία: μετα-μεσονύκτιος.|| Mετα-πτυχιακό(ς). Μετ-εκλογικός. Μετ-εκπαίδευση.|| Μετα-χρονολόγηση. Μετα-βιομηχανικός/~κλασικός/~πολεμικός. ΑΝΤ. προ-.|| (ΦΙΛΟΣ.) Μετα-φυσική.|| (μτφ.) Μετα-νιώνω. 4. επανάληψη ενέργειας: μετα-πουλώ (πβ. ξανα-). Μετ-επιβίβαση.|| Mετ-εξεταστέος. 5. το ανάμεσα, το μεταξύ: μετ-αίχμιο. Μεθ-όριος.|| (ΑΝΑΤ.) Μετα-κάρπιο (βλ. μεσο-). (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Μετα-κιόνιο. 6. συμμετοχή: μετ-έχω. 7. ΓΛΩΣΣ. συνήθ. λεξικό στοιχείο που παράγεται από μέρος του λόγου: μετα-ρηματικός. Μετ-ονοματικός. | |
| 30545 | μεταανάλυση | με-τα-α-νά-λυ-ση ουσ. (θηλ.) & μετα-ανάλυση & μετανάλυση: συστηματική ανάλυση και μελέτη, κυρ. με χρήση στατιστικών μεθόδων, διαφόρων ερευνών που πραγματεύονται το ίδιο θέμα: ~ τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών. Μοντέλα ~ης. [< αγγλ. metatanalysis, 1914] | |
| 30547 | μεταβαίνω | με-τα-βαί-νω ρ. (αμτβ.) {μετέβ-ηκα (λόγ. μετέβ-η, -ησαν), μεταβ-ώ, μεταβαίν-οντας} (+σε) (επίσ.) 1. πηγαίνω: Αποφάσισε να ~εί στο εξωτερικό για σπουδές. Ο υπουργός ~η αμέσως στον τόπο του δυστυχήματος. ΑΝΤ. επιστρέφω (1) 2. (μτφ.) μεταβιβάζομαι, μεταφέρομαι: (στο διαδίκτυο) Με κλικ στον τίτλο ο χρήστης ~ει στο πλήρες κείμενο του άρθρου.|| (ΓΡΑΜΜ.) Η ενέργεια (του ρήματος) ~ει σε δύο αντικείμενα (βλ. δίπτωτος). [< αρχ. μεταβαίνω] | |
| 30548 | μεταβάλλω | με-τα-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. μετέβαλλα, αόρ. μετέβαλα, μεταβάλει, μεταβλή-θηκε (λόγ. μετεβλή-θη, -θησαν, μτχ. μεταβλη-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, μεταβάλλ-οντας, -όμενος, (λόγ.) μεταβεβλημένος}: αλλάζω: Η εταιρεία έχει το δικαίωμα να μεταβάλει (= τροποποιήσει) τους όρους του διαγωνισμού. Το κλίμα ~εται συνεχώς. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή ~θηκε τον περασμένο μήνα κατά ...%. Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι εκκλησίες της περιοχής ~θηκαν (= μετατράπηκαν) σε νοσοκομεία. Ικανότητα προσαρμογής σε ~όμενες συνθήκες. Πβ. μετα-πλάθω, -σκευάζω, -σχηματίζω. [< αρχ. μεταβάλλω] | |
| 30549 | μεταβαπτίζω | με-τα-βα-πτί-ζω ρ. (μτβ.) {μεταβάπτι-σα, μεταβαπτί-σω, -στηκε, -στεί, -σμένος} (λόγ.-μτφ.-σπάν.): δίνω άλλο, νέο όνομα ή χαρακτηρισμό σε κάποιον ή κάτι: Ανάλογα με τα συμφέροντά τους ~ουν σε εχθρούς τούς άλλοτε συνεργάτες τους. ΣΥΝ. μετονομάζω [< μεσν. μεταβαπτίζω 'βαφτίζω ξανά σε άλλο δόγμα', γαλλ. rebaptiser] | |
| 30550 | μεταβάπτιση | με-τα-βά-πτι-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεταβαπτίζω. Πβ. μεταχαρακτηρισμός, μετονομασία. [< γαλλ. rebaptisation] | |
| 30551 | μετάβαση | με-τά-βα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (για πρόσ.) μετακίνηση, μεταφορά: αεροπορική/ακτοπλοϊκή/δωρεάν/οδική ~. Έξοδα/τόπος/τρόπος ~ης. Βλ. πηγαιμός.|| (για χρήστες του διαδικτύου) ~ στην αρχική σελίδα ενός μπλογκ. Βλ. επιστροφή. 2. (μτφ.) πέρασμα σε μια νέα κατάσταση ή χρονική περίοδο: ομαλή/ψηφιακή ~. Διαδικασία/πορεία ~ης (= μεταβατική). Η ~ από την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας/από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση. || Δίκαιη ενεργειακή μετάβαση. [< αρχ. μετάβασις, αγγλ. transition] | |
| 30552 | μεταβατικός | , ή, ό με-τα-βα-τι-κός επίθ.: που δεν είναι μόνιμος, οριστικός, που οδηγεί από μια κατάσταση σε άλλη: ~ός: πρόεδρος. ~ή: διάταξη/έδρα (π.χ. εφετείου)/λύση/ρύθμιση. ~ό: στάδιο/σύστημα/φαινόμενο (πβ. παροδικό). ~ά: μέτρα (= προσωρινά). Η αγορά βρίσκεται σε ~ή εποχή/περίοδο/φάση. Πβ. εφήμερος, πρόσκαιρος.|| (ΜΑΘ.) ~ή: ιδιότητα (π.χ., αν α=β και β=γ, τότε α=γ)/σχέση (βλ. σχέση ισοδυναμίας).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: λογαριασμός (: με τον οποίο μετατίθενται υποχρεώσεις ή απαιτήσεις μιας εταιρείας σε επόμενες χρήσεις). ~ή: τράπεζα. ● επίρρ.: μεταβατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μεταβατική κυβέρνηση: ΠΟΛΙΤ. προσωρινή κυβέρνηση που συγκροτείται με σκοπό τη διενέργεια εκλογών., μεταβατικό αντικείμενο: ΨΥΧΑΝ. αντικείμενο, συνήθ. παιχνίδι, στο οποίο προσκολλάται ένα παιδί, για να αντέξει το άγχος που του δημιουργείται, όταν απουσιάζει η μητέρα του. [< αγγλ. transitional object] , μεταβατικό ρήμα: ΓΡΑΜΜ. του οποίου η ενέργεια μεταβαίνει σε αντικείμενο: π.χ. βλέπω, γράφω. Πβ. δί-, μονό-πτωτος. ΑΝΤ. αμετάβατο ρήμα [< μτγν. μεταβατικός, γαλλ. transitoire] | |
| 30553 | μεταβατικότητα | με-τα-βα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μεταβατικού: η ~ μιας εποχής/περιόδου/(ΓΡΑΜΜ.) των ρημάτων. Βλ. -ότητα. | |
| 30554 | μεταβιβάζω | με-τα-βι-βά-ζω ρ. (μτβ.) {μεταβίβα-σα, μεταβιβά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, μεταβιβάζ-οντας, -όμενος, μεταβιβα-σμένος} 1. (λόγ.) μεταφέρω, μεταδίδω κάτι από ένα μέρος, σημείο σε άλλο: Οι ζωντανοί οργανισμοί ~ουν τα βιολογικά τους γνωρίσματα στους απογόνους τους. Μην ξεχάσεις να ~σεις (= διαβιβάσεις) τις ευχές/τους χαιρετισμούς μου στους δικούς σου. ~σε (= πάσαρε) την μπάλα στον συμπαίκτη του με θεαματική κεφαλιά. 2. ΝΟΜ. παραχωρώ σε κάποιον συνήθ. δικαίωμα ή περιουσιακό στοιχείο σύμφωνα με τις απαιτούμενες διαδικασίες: Το σωματείο, πριν διαλυθεί, ~σε την περιουσία του στον δήμο. Το 50% των μετοχών της εταιρείας ~στηκε. ~όμενη: άδεια (λειτουργίας καταστήματος). ~όμενο: ακίνητο. ~όμενες: αρμοδιότητες. ΣΥΝ. εκχωρώ (1) [< 1: αρχ. μεταβιβάζω 2: γαλλ. transférer] | |
| 30555 | μεταβίβαση | με-τα-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) μεταφορά, μετάδοση: ~ γνώσεων/μηνυμάτων/(ΑΘΛ.) της μπάλας (= πάσα)/πληροφοριών/της σκέψης (= τηλεπάθεια)/στοιχείων. Ηλεκτρονική ~ δεδομένων. Βλ. νευρο~. ΣΥΝ. διαβίβαση 2. ΝΟΜ. επίσημη παραχώρηση, συνήθ. δικαιώματος ή περιουσιακού στοιχείου σε κάποιον: ~ ακινήτου/δικαιώματος (υπογραφής)/εξουσίας/ευθύνης/ιδιοκτησίας/κυριότητας/μετοχών. Κληρονομική ~ άδειας αυτοκινήτου. Έξοδα/παράβολο/τέλη/φόρος ~ης. Πβ. κληροδοσία, παράδοση. ΣΥΝ. εκχώρηση (1) [< μεσν. μεταβίβασις, γαλλ. transmission, transfert] | |
| 30556 | μεταβιβάσιμος | , η, ο με-τα-βι-βά-σι-μος επίθ.: ΝΟΜ. που μπορεί να μεταβιβαστεί σε κάποιον: μη ~η άδεια (π.χ. χρήσης). ~ο δικαίωμα. Η εγγύηση είναι ~η ακόμα και όταν το σπίτι πωληθεί.|| (ως ουδ. ουσ. στον εν.) Το ~ο των μετοχών. ΑΝΤ. αμεταβίβαστος [< γαλλ. transférable] | |
| 30557 | μεταβιβαστής | με-τα-βι-βα-στής ουσ. (αρσ.): αυτός που μεταβιβάζει κάτι: (για πρόσ.) ~ γνώσεων/ιδεών. (ΝΟΜ.) ~ κληρονομιάς.|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ μηνύματος/σήματος. Πβ. μεταδότης.|| (ΒΙΟΧ.) Χημικοί ~ές. Πβ. νευροδιαβιβαστής. [< αγγλ. transmitter] | |
| 30558 | μεταβιβαστικός | , ή, ό με-τα-βι-βα-στι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που διενεργεί ή διευκολύνει τη μεταβίβαση: ~ή: πράξη. ~ό: συμβόλαιο. ~ά: δικαιώματα/τέλη. ● ΣΥΜΠΛ.: μεταβιβαστικές πληρωμές: ΟΙΚΟΝ. δημόσιες δαπάνες, όπως επιδοτήσεις, επιχορηγήσεις, επιδόματα κοινωνικής ασφάλισης. [< μεσν. μεταβιβαστικός] | |
| 30559 | μεταβιομηχανικός | , ή, ό με-τα-βι-ο-μη-χα-νι-κός επίθ.: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. -ΟΙΚΟΝ. που χαρακτηρίζεται από ευρεία ανάπτυξη της βιομηχανίας υπηρεσιών και πληροφοριών (και λιγότερο της βιομηχανίας παραγωγής αγαθών): ~ή: εποχή. ~ές: κοινωνίες. ΑΝΤ. προβιομηχανικός [< γαλλ. postindustriel, αγγλ. postindustrial, 1917] | |
| 30560 | μεταβλητή | με-τα-βλη-τή ουσ. (θηλ.) {μεταβλητών} 1. ΜΑΘ. -ΣΤΑΤΙΣΤ. σύμβολο ή όρος που μπορεί να πάρει διάφορες τιμές από ένα προκαθορισμένο βασικό σύνολο: δεσμευμένη/διακριτή/ελεύθερη/σταθερή/συνεχής/τυχαία ~. Οι ~ές μια εξίσωσης. Βλ. σταθερά. 2. ΠΛΗΡΟΦ. κάθε σύμβολο, χαρακτήρας ή ακολουθία χαρακτήρων που αναφέρεται σε τιμή αποθηκευμένη στον υπολογιστή: δήλωση/εμβέλεια/όνομα/τύπος μιας ~ής. Βλ. μνήμη. ● ΣΥΜΠΛ.: ανεξάρτητη μεταβλητή βλ. ανεξάρτητος, εξαρτημένη μεταβλητή βλ. εξαρτημένος [< γαλλ.-αγγλ. variable] | |
| 30561 | μεταβλητός | , ή, ό με-τα-βλη-τός επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατό να μεταβληθεί, να αλλάξει: ~ός: συντελεστής. ~ή: θερμοκρασία/ταχύτητα. ~ό: επιτόκιο/κόστος/μέγεθος/ύψος (καθίσματος). ~οί: παράγοντες. ~ές: συνθήκες (= μεταβαλλόμενες). Οι άνεμοι θα είναι ~οί, 2 με 4 μποφόρ/θα πνέουν αρχικά από ~ές διευθύνσεις.|| (ως ουδ. ουσ. στον εν.) Το ~ό του χρόνου. Βλ. πολυ~. ΣΥΝ. ευμετάβλητος ΑΝΤ. αμετάβλητος, σταθερός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: μεταβλητός αστέρας βλ. αστέρας [< μτγν. μεταβλητός, γαλλ.-αγγλ. variable] | |
| 30562 | μεταβλητότητα | με-τα-βλη-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μεταβλητού: (ΟΙΚΟΝ.) αυξημένη/έντονη ~ στις διεθνείς αγορές (πβ. αστάθεια, διακύμανση, ρευστότητα). Ιστορική ~ της τιμής μιας μετοχής (πβ. αυξομείωση). Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αμεταβλητότητα ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση (της) διακύμανσης/διασποράς/μεταβλητότητας βλ. ανάλυση [< γαλλ. variabilité] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ