| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30549 | μεταβαπτίζω | με-τα-βα-πτί-ζω ρ. (μτβ.) {μεταβάπτι-σα, μεταβαπτί-σω, -στηκε, -στεί, -σμένος} (λόγ.-μτφ.-σπάν.): δίνω άλλο, νέο όνομα ή χαρακτηρισμό σε κάποιον ή κάτι: Ανάλογα με τα συμφέροντά τους ~ουν σε εχθρούς τούς άλλοτε συνεργάτες τους. ΣΥΝ. μετονομάζω [< μεσν. μεταβαπτίζω 'βαφτίζω ξανά σε άλλο δόγμα', γαλλ. rebaptiser] | |
| 30550 | μεταβάπτιση | με-τα-βά-πτι-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεταβαπτίζω. Πβ. μεταχαρακτηρισμός, μετονομασία. [< γαλλ. rebaptisation] | |
| 30551 | μετάβαση | με-τά-βα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (για πρόσ.) μετακίνηση, μεταφορά: αεροπορική/ακτοπλοϊκή/δωρεάν/οδική ~. Έξοδα/τόπος/τρόπος ~ης. Βλ. πηγαιμός.|| (για χρήστες του διαδικτύου) ~ στην αρχική σελίδα ενός μπλογκ. Βλ. επιστροφή. 2. (μτφ.) πέρασμα σε μια νέα κατάσταση ή χρονική περίοδο: ομαλή/ψηφιακή ~. Διαδικασία/πορεία ~ης (= μεταβατική). Η ~ από την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας/από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση. || Δίκαιη ενεργειακή μετάβαση. [< αρχ. μετάβασις, αγγλ. transition] | |
| 30552 | μεταβατικός | , ή, ό με-τα-βα-τι-κός επίθ.: που δεν είναι μόνιμος, οριστικός, που οδηγεί από μια κατάσταση σε άλλη: ~ός: πρόεδρος. ~ή: διάταξη/έδρα (π.χ. εφετείου)/λύση/ρύθμιση. ~ό: στάδιο/σύστημα/φαινόμενο (πβ. παροδικό). ~ά: μέτρα (= προσωρινά). Η αγορά βρίσκεται σε ~ή εποχή/περίοδο/φάση. Πβ. εφήμερος, πρόσκαιρος.|| (ΜΑΘ.) ~ή: ιδιότητα (π.χ., αν α=β και β=γ, τότε α=γ)/σχέση (βλ. σχέση ισοδυναμίας).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: λογαριασμός (: με τον οποίο μετατίθενται υποχρεώσεις ή απαιτήσεις μιας εταιρείας σε επόμενες χρήσεις). ~ή: τράπεζα. ● επίρρ.: μεταβατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μεταβατική κυβέρνηση: ΠΟΛΙΤ. προσωρινή κυβέρνηση που συγκροτείται με σκοπό τη διενέργεια εκλογών., μεταβατικό αντικείμενο: ΨΥΧΑΝ. αντικείμενο, συνήθ. παιχνίδι, στο οποίο προσκολλάται ένα παιδί, για να αντέξει το άγχος που του δημιουργείται, όταν απουσιάζει η μητέρα του. [< αγγλ. transitional object] , μεταβατικό ρήμα: ΓΡΑΜΜ. του οποίου η ενέργεια μεταβαίνει σε αντικείμενο: π.χ. βλέπω, γράφω. Πβ. δί-, μονό-πτωτος. ΑΝΤ. αμετάβατο ρήμα [< μτγν. μεταβατικός, γαλλ. transitoire] | |
| 30553 | μεταβατικότητα | με-τα-βα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μεταβατικού: η ~ μιας εποχής/περιόδου/(ΓΡΑΜΜ.) των ρημάτων. Βλ. -ότητα. | |
| 30554 | μεταβιβάζω | με-τα-βι-βά-ζω ρ. (μτβ.) {μεταβίβα-σα, μεταβιβά-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, μεταβιβάζ-οντας, -όμενος, μεταβιβα-σμένος} 1. (λόγ.) μεταφέρω, μεταδίδω κάτι από ένα μέρος, σημείο σε άλλο: Οι ζωντανοί οργανισμοί ~ουν τα βιολογικά τους γνωρίσματα στους απογόνους τους. Μην ξεχάσεις να ~σεις (= διαβιβάσεις) τις ευχές/τους χαιρετισμούς μου στους δικούς σου. ~σε (= πάσαρε) την μπάλα στον συμπαίκτη του με θεαματική κεφαλιά. 2. ΝΟΜ. παραχωρώ σε κάποιον συνήθ. δικαίωμα ή περιουσιακό στοιχείο σύμφωνα με τις απαιτούμενες διαδικασίες: Το σωματείο, πριν διαλυθεί, ~σε την περιουσία του στον δήμο. Το 50% των μετοχών της εταιρείας ~στηκε. ~όμενη: άδεια (λειτουργίας καταστήματος). ~όμενο: ακίνητο. ~όμενες: αρμοδιότητες. ΣΥΝ. εκχωρώ (1) [< 1: αρχ. μεταβιβάζω 2: γαλλ. transférer] | |
| 30555 | μεταβίβαση | με-τα-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) μεταφορά, μετάδοση: ~ γνώσεων/μηνυμάτων/(ΑΘΛ.) της μπάλας (= πάσα)/πληροφοριών/της σκέψης (= τηλεπάθεια)/στοιχείων. Ηλεκτρονική ~ δεδομένων. Βλ. νευρο~. ΣΥΝ. διαβίβαση 2. ΝΟΜ. επίσημη παραχώρηση, συνήθ. δικαιώματος ή περιουσιακού στοιχείου σε κάποιον: ~ ακινήτου/δικαιώματος (υπογραφής)/εξουσίας/ευθύνης/ιδιοκτησίας/κυριότητας/μετοχών. Κληρονομική ~ άδειας αυτοκινήτου. Έξοδα/παράβολο/τέλη/φόρος ~ης. Πβ. κληροδοσία, παράδοση. ΣΥΝ. εκχώρηση (1) [< μεσν. μεταβίβασις, γαλλ. transmission, transfert] | |
| 30556 | μεταβιβάσιμος | , η, ο με-τα-βι-βά-σι-μος επίθ.: ΝΟΜ. που μπορεί να μεταβιβαστεί σε κάποιον: μη ~η άδεια (π.χ. χρήσης). ~ο δικαίωμα. Η εγγύηση είναι ~η ακόμα και όταν το σπίτι πωληθεί.|| (ως ουδ. ουσ. στον εν.) Το ~ο των μετοχών. ΑΝΤ. αμεταβίβαστος [< γαλλ. transférable] | |
| 30557 | μεταβιβαστής | με-τα-βι-βα-στής ουσ. (αρσ.): αυτός που μεταβιβάζει κάτι: (για πρόσ.) ~ γνώσεων/ιδεών. (ΝΟΜ.) ~ κληρονομιάς.|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ μηνύματος/σήματος. Πβ. μεταδότης.|| (ΒΙΟΧ.) Χημικοί ~ές. Πβ. νευροδιαβιβαστής. [< αγγλ. transmitter] | |
| 30558 | μεταβιβαστικός | , ή, ό με-τα-βι-βα-στι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που διενεργεί ή διευκολύνει τη μεταβίβαση: ~ή: πράξη. ~ό: συμβόλαιο. ~ά: δικαιώματα/τέλη. ● ΣΥΜΠΛ.: μεταβιβαστικές πληρωμές: ΟΙΚΟΝ. δημόσιες δαπάνες, όπως επιδοτήσεις, επιχορηγήσεις, επιδόματα κοινωνικής ασφάλισης. [< μεσν. μεταβιβαστικός] | |
| 30559 | μεταβιομηχανικός | , ή, ό με-τα-βι-ο-μη-χα-νι-κός επίθ.: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. -ΟΙΚΟΝ. που χαρακτηρίζεται από ευρεία ανάπτυξη της βιομηχανίας υπηρεσιών και πληροφοριών (και λιγότερο της βιομηχανίας παραγωγής αγαθών): ~ή: εποχή. ~ές: κοινωνίες. ΑΝΤ. προβιομηχανικός [< γαλλ. postindustriel, αγγλ. postindustrial, 1917] | |
| 30560 | μεταβλητή | με-τα-βλη-τή ουσ. (θηλ.) {μεταβλητών} 1. ΜΑΘ. -ΣΤΑΤΙΣΤ. σύμβολο ή όρος που μπορεί να πάρει διάφορες τιμές από ένα προκαθορισμένο βασικό σύνολο: δεσμευμένη/διακριτή/ελεύθερη/σταθερή/συνεχής/τυχαία ~. Οι ~ές μια εξίσωσης. Βλ. σταθερά. 2. ΠΛΗΡΟΦ. κάθε σύμβολο, χαρακτήρας ή ακολουθία χαρακτήρων που αναφέρεται σε τιμή αποθηκευμένη στον υπολογιστή: δήλωση/εμβέλεια/όνομα/τύπος μιας ~ής. Βλ. μνήμη. ● ΣΥΜΠΛ.: ανεξάρτητη μεταβλητή βλ. ανεξάρτητος, εξαρτημένη μεταβλητή βλ. εξαρτημένος [< γαλλ.-αγγλ. variable] | |
| 30561 | μεταβλητός | , ή, ό με-τα-βλη-τός επίθ. (λόγ.): που είναι δυνατό να μεταβληθεί, να αλλάξει: ~ός: συντελεστής. ~ή: θερμοκρασία/ταχύτητα. ~ό: επιτόκιο/κόστος/μέγεθος/ύψος (καθίσματος). ~οί: παράγοντες. ~ές: συνθήκες (= μεταβαλλόμενες). Οι άνεμοι θα είναι ~οί, 2 με 4 μποφόρ/θα πνέουν αρχικά από ~ές διευθύνσεις.|| (ως ουδ. ουσ. στον εν.) Το ~ό του χρόνου. Βλ. πολυ~. ΣΥΝ. ευμετάβλητος ΑΝΤ. αμετάβλητος, σταθερός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: μεταβλητός αστέρας βλ. αστέρας [< μτγν. μεταβλητός, γαλλ.-αγγλ. variable] | |
| 30562 | μεταβλητότητα | με-τα-βλη-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μεταβλητού: (ΟΙΚΟΝ.) αυξημένη/έντονη ~ στις διεθνείς αγορές (πβ. αστάθεια, διακύμανση, ρευστότητα). Ιστορική ~ της τιμής μιας μετοχής (πβ. αυξομείωση). Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αμεταβλητότητα ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση (της) διακύμανσης/διασποράς/μεταβλητότητας βλ. ανάλυση [< γαλλ. variabilité] | |
| 30563 | μεταβολή | με-τα-βο-λή ουσ. (θηλ.) {μεταβολών} 1. αλλαγή, μετατροπή: ανοδική/ημερήσια/ξαφνική/οριακή/ποιοτική/ποσοτική/πτωτική ~. Δημογραφικές/διοικητικές/κλιματικές/κοινωνικές/πολιτικές/φυσιολογικές ~ές. ~ ενός δείκτη/της θερμοκρασίας/του ποσοστού (συμμετοχής). ~ προς το καλύτερο/το χειρότερο. Δήλωση ~ής εργασιών/στοιχείων εργοδότη. ~ές στα δρομολόγια λόγω στάσης εργασίας. Πιστοποιητικό υπηρεσιακών ~ών (δημοσίων υπαλλήλων). Νέα/σοβαρή ~ του καιρού τις επόμενες μέρες. Η κρίση επέφερε σημαντικές ~ές στον χρηματιστηριακό κλάδο. Πβ. τροποποίηση. Βλ. αλλοίωση, συμ~.|| (ΜΑΘ.) Λογισμός ~ών. 2. ΣΤΡΑΤ. -ΓΥΜΝ. αλλαγή κατεύθυνσης, συνήθ. στρατιώτη ή γυμναζόμενου, με στροφή 180 μοιρών γύρω από τον εαυτό του· συνεκδ. το αντίστοιχο παράγγελμα: Μετά την άρση ή την υποστολή της σημαίας, οι στρατιώτες εκτελούν ~ κι επιστρέφουν στη θέση τους. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιστρεπτή μεταβολή βλ. αντιστρεπτός ● ΦΡ.: κάνω μεταβολή 1. (προφ.) φεύγω, αποχωρώ (ως ένδειξη φόβου, αποστροφής, αποδοκιμασίας): Κάνε ~ και πάρε δρόμο. Μόλις είδαν τους αστυνομικούς, έκαναν ~ κι εξαφανίστηκαν. 2. (μτφ.) αλλάζω άρδην απόψεις, συμπεριφορά: Έκανε ~, για να επανεκλεγεί. [< αρχ. μεταβολή] | |
| 30564 | μεταβολίζει | με-τα-βο-λί-ζει ρ. (μτβ.) {μεταβολί-σει}: ΦΥΣΙΟΛ. για ζωντανό οργανισμό που μετατρέπει π.χ. τις τροφές, το οξυγόνο σε ενέργεια: Το νερό βοηθά το σώμα να ~σει (= κάψει) το αποθηκευμένο λίπος. Τα φυτά κατά τη φωτοσύνθεση ~ουν το διοξείδιο του άνθρακα. [< γαλλ. métaboliser, αγγλ. metabolize] | |
| 30565 | μεταβολικός | , ή, ό με-τα-βο-λι-κός επίθ. ΒΙΟΧ.-ΙΑΤΡ.-ΦΥΣΙΟΛ.: που σχετίζεται με τον μεταβολισμό: ~ός: δείκτης/έλεγχος. ~ή: δραστηριότητα/νόσος (βλ. σακχαρώδης διαβήτης)/οδός (της γλυκόζης)/οξέωση. ~ό: προφίλ (ασθενούς). ~οί: παράγοντες. ~ές: διαταραχές (βλ. παχυσαρκία). ~ά: προϊόντα. ● ΣΥΜΠΛ.: βασικός μεταβολικός ρυθμός: ΦΥΣΙΟΛ. βασικός μεταβολισμός. [< αγγλ. basal metabolic rate (BMR), 1922] , μεταβολικό σύνδρομο: ΙΑΤΡ. συσσώρευση σε ασθενή διαφόρων παραγόντων κινδύνου, όπως υπέρταση, λίπος στην κοιλιά, αύξηση των λιπιδίων και της γλυκόζης του αίματος, που μπορούν να του προκαλέσουν καρδιαγγειακά νοσήματα και διαβήτη. [αγγλ. metabolic syndrome, 1991] [< μτγν. μεταβολικός ‘μεταβλητός’, γαλλ. métabolique, αγγλ. metabolic] | |
| 30566 | μεταβολισμός | με-τα-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.) ΒΙΟΧ.-ΦΥΣΙΟΛ.: το σύνολο των χημικών αντιδράσεων (διάσπαση-σύνθεση) που συντελούνται στους ιστούς των ζωντανών οργανισμών: ~ της γλυκόζης/των λιπιδίων/των πρωτεϊνών/των υδατανθράκων. Διαταραχή του ~ού. Έχω καλό ~ό. Βλ. -ισμός, καταβολισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: βασικός μεταβολισμός (συντομ. ΒΜ): ΦΥΣΙΟΛ. το ελάχιστο ποσό ενέργειας που απαιτείται για τη διατήρηση των βασικών λειτουργιών ενός οργανισμού σε κατάσταση ηρεμίας, όπως η αναπνοή και η κυκλοφορία του αίματος: Ο ~ ~ επηρεάζεται από τη μυϊκή μάζα, το φύλο και την ηλικία. ΣΥΝ. βασικός μεταβολικός ρυθμός [< αγγλ. basal metabolism, 1912] [< γαλλ. métabolisme, αγγλ. metabolism] | |
| 30567 | μεταβολίτες | με-τα-βο-λί-τες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. μεταβολίτης}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. οργανικές ουσίες που συμμετέχουν στον μεταβολισμό ή είναι προϊόντα του: δευτερογενείς/ενεργοί/πρωτογενείς/τοξικοί ~. Ο ~ης της καφεΐνης/τεστοστερόνης. Βλ. αντιμεταβολίτης. [< αγγλ. metabolite, γαλλ. métabolite, 1904] | |
| 30568 | μεταβυζαντινός | , ή, ό με-τα-βυ-ζα-ντι-νός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με τη μεταβυζαντινή περίοδο: ~ή: αγιογραφία/εικόνα/τέχνη. Βλ. πρωτο-, υστερο-βυζαντινός. ● ΣΥΜΠΛ.: μεταβυζαντινή περίοδος/εποχή: η περίοδος μετά το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δηλ. μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453 μ.Χ.) ως το 1821. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ