| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30563 | μεταβολή | με-τα-βο-λή ουσ. (θηλ.) {μεταβολών} 1. αλλαγή, μετατροπή: ανοδική/ημερήσια/ξαφνική/οριακή/ποιοτική/ποσοτική/πτωτική ~. Δημογραφικές/διοικητικές/κλιματικές/κοινωνικές/πολιτικές/φυσιολογικές ~ές. ~ ενός δείκτη/της θερμοκρασίας/του ποσοστού (συμμετοχής). ~ προς το καλύτερο/το χειρότερο. Δήλωση ~ής εργασιών/στοιχείων εργοδότη. ~ές στα δρομολόγια λόγω στάσης εργασίας. Πιστοποιητικό υπηρεσιακών ~ών (δημοσίων υπαλλήλων). Νέα/σοβαρή ~ του καιρού τις επόμενες μέρες. Η κρίση επέφερε σημαντικές ~ές στον χρηματιστηριακό κλάδο. Πβ. τροποποίηση. Βλ. αλλοίωση, συμ~.|| (ΜΑΘ.) Λογισμός ~ών. 2. ΣΤΡΑΤ. -ΓΥΜΝ. αλλαγή κατεύθυνσης, συνήθ. στρατιώτη ή γυμναζόμενου, με στροφή 180 μοιρών γύρω από τον εαυτό του· συνεκδ. το αντίστοιχο παράγγελμα: Μετά την άρση ή την υποστολή της σημαίας, οι στρατιώτες εκτελούν ~ κι επιστρέφουν στη θέση τους. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιστρεπτή μεταβολή βλ. αντιστρεπτός ● ΦΡ.: κάνω μεταβολή 1. (προφ.) φεύγω, αποχωρώ (ως ένδειξη φόβου, αποστροφής, αποδοκιμασίας): Κάνε ~ και πάρε δρόμο. Μόλις είδαν τους αστυνομικούς, έκαναν ~ κι εξαφανίστηκαν. 2. (μτφ.) αλλάζω άρδην απόψεις, συμπεριφορά: Έκανε ~, για να επανεκλεγεί. [< αρχ. μεταβολή] | |
| 30564 | μεταβολίζει | με-τα-βο-λί-ζει ρ. (μτβ.) {μεταβολί-σει}: ΦΥΣΙΟΛ. για ζωντανό οργανισμό που μετατρέπει π.χ. τις τροφές, το οξυγόνο σε ενέργεια: Το νερό βοηθά το σώμα να ~σει (= κάψει) το αποθηκευμένο λίπος. Τα φυτά κατά τη φωτοσύνθεση ~ουν το διοξείδιο του άνθρακα. [< γαλλ. métaboliser, αγγλ. metabolize] | |
| 30565 | μεταβολικός | , ή, ό με-τα-βο-λι-κός επίθ. ΒΙΟΧ.-ΙΑΤΡ.-ΦΥΣΙΟΛ.: που σχετίζεται με τον μεταβολισμό: ~ός: δείκτης/έλεγχος. ~ή: δραστηριότητα/νόσος (βλ. σακχαρώδης διαβήτης)/οδός (της γλυκόζης)/οξέωση. ~ό: προφίλ (ασθενούς). ~οί: παράγοντες. ~ές: διαταραχές (βλ. παχυσαρκία). ~ά: προϊόντα. ● ΣΥΜΠΛ.: βασικός μεταβολικός ρυθμός: ΦΥΣΙΟΛ. βασικός μεταβολισμός. [< αγγλ. basal metabolic rate (BMR), 1922] , μεταβολικό σύνδρομο: ΙΑΤΡ. συσσώρευση σε ασθενή διαφόρων παραγόντων κινδύνου, όπως υπέρταση, λίπος στην κοιλιά, αύξηση των λιπιδίων και της γλυκόζης του αίματος, που μπορούν να του προκαλέσουν καρδιαγγειακά νοσήματα και διαβήτη. [αγγλ. metabolic syndrome, 1991] [< μτγν. μεταβολικός ‘μεταβλητός’, γαλλ. métabolique, αγγλ. metabolic] | |
| 30566 | μεταβολισμός | με-τα-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.) ΒΙΟΧ.-ΦΥΣΙΟΛ.: το σύνολο των χημικών αντιδράσεων (διάσπαση-σύνθεση) που συντελούνται στους ιστούς των ζωντανών οργανισμών: ~ της γλυκόζης/των λιπιδίων/των πρωτεϊνών/των υδατανθράκων. Διαταραχή του ~ού. Έχω καλό ~ό. Βλ. -ισμός, καταβολισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: βασικός μεταβολισμός (συντομ. ΒΜ): ΦΥΣΙΟΛ. το ελάχιστο ποσό ενέργειας που απαιτείται για τη διατήρηση των βασικών λειτουργιών ενός οργανισμού σε κατάσταση ηρεμίας, όπως η αναπνοή και η κυκλοφορία του αίματος: Ο ~ ~ επηρεάζεται από τη μυϊκή μάζα, το φύλο και την ηλικία. ΣΥΝ. βασικός μεταβολικός ρυθμός [< αγγλ. basal metabolism, 1912] [< γαλλ. métabolisme, αγγλ. metabolism] | |
| 30567 | μεταβολίτες | με-τα-βο-λί-τες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. μεταβολίτης}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. οργανικές ουσίες που συμμετέχουν στον μεταβολισμό ή είναι προϊόντα του: δευτερογενείς/ενεργοί/πρωτογενείς/τοξικοί ~. Ο ~ης της καφεΐνης/τεστοστερόνης. Βλ. αντιμεταβολίτης. [< αγγλ. metabolite, γαλλ. métabolite, 1904] | |
| 30568 | μεταβυζαντινός | , ή, ό με-τα-βυ-ζα-ντι-νός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με τη μεταβυζαντινή περίοδο: ~ή: αγιογραφία/εικόνα/τέχνη. Βλ. πρωτο-, υστερο-βυζαντινός. ● ΣΥΜΠΛ.: μεταβυζαντινή περίοδος/εποχή: η περίοδος μετά το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δηλ. μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453 μ.Χ.) ως το 1821. | |
| 30569 | μεταγαγγλιακός | , ή, ό με-τα-γαγ-γλι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται μετά από ένα γάγγλιο: ~οί: νευρώνες. ~ές: ίνες. Βλ. προγαγγλιακός. [< αγγλ. postganglionic] | |
| 30570 | μεταγάγει | βλ. μετάγω | |
| 30571 | μεταγγίζω | με-ταγ-γί-ζω ρ. (μτβ.) {μετάγγι-σα, μεταγγί-σω, -στηκε, -στεί, μεταγγιζ-όμενος, μεταγγι-σμένος, μεταγγίζ-οντας} 1. ΙΑΤΡ. χορηγώ ενδοφλεβίως αίμα (ή συστατικά του, π.χ. πλάσμα) σε άτομο που το έχει ανάγκη. 2. (μτφ.) μεταδίδω: ~ει τις γνώσεις και τις εμπειρίες του. ΣΥΝ. μετακενώνω, μεταλαμπαδεύω (1), μεταφυτεύω (2) 3. (λόγ.) διοχετεύω υγρό από ένα δοχείο σε άλλο. [< 3: μτγν. μεταγγίζω, 1: γαλλ. tranfuser] | |
| 30572 | μετάγγιση | με-τάγ-γι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. & (επίσ.) μετάγγιση αίματος: ενδοφλέβια χορήγηση αίματος ή συστατικών του σε ένα άτομο για θεραπευτικούς σκοπούς: αυτόλογη ~ (= αυτο~). Του έγινε ~. Η μόλυνση προήλθε από ~. Βλ. αιμοδοσία. 2. (μτφ.) μετάδοση: ~ ιδεών. ΣΥΝ. μετακένωση, μεταλαμπάδευση (1), μεταφύτευση (2) 3. (λόγ.) μεταφορά υγρού από ένα δοχείο σε άλλο: αντλία ~ης (π.χ. κρασιού, για την απομάκρυνση των στερών υπολειμμάτων/πετρελαίου). [< γαλλ. transfusion] | |
| 30574 | μεταγεννητικός | , ή, ό με-τα-γεν-νη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συμβαίνει μετά τη γέννηση και αφορά κυρ. το νεογνό: ~ός: έλεγχος (βρεφών). ~ή: ανάπτυξη (εγκεφάλου)/κατάθλιψη (= επιλόχεια)/φροντίδα. Βλ. περι-, προ-γεννητικός. ΑΝΤ. προγεννητικός [< αγγλ. postnatal, γαλλ. ~, 1970] | |
| 30575 | μεταγευματικός | , ή, ό με-τα-γευ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συμβαίνει μετά το γεύμα: ~ός: βήχας. ~ή: υπεργλυκαιμία/υπνηλία/υπόταση. ~ό: σάκχαρο. ΑΝΤ. προγευματικός [< αγγλ. postprandial, γαλλ. ~, 1952] | |
| 30576 | μεταγλώσσα | [μεταγλῶσσα] με-τα-γλώσ-σα ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. γλώσσα ανωτέρου επιπέδου με την οποία περιγράφεται η φυσική γλώσσα και κατ' επέκτ. ένα γνωστικό αντικείμενο: επιστημονική ~ (= ορολογία). Ποιητική ~. [< αγγλ. metalanguage, 1936, γαλλ. métalangage, 1946, metalangue, 1958] | |
| 30577 | μεταγλωσσικός | , ή, ό με-τα-γλωσ-σι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη μεταγλώσσα: ~ή: επίγνωση/ικανότητα/λειτουργία/χρήση (της γλώσσας). [< αγγλ. metalinguistic, 1941, γαλλ. métalinguistique, 1963] | |
| 30578 | μεταγλωττίζω | με-τα-γλωτ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {μεταγλώττι-σε, μεταγλωττί-σει, -στηκε (σπάν.-λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, συνήθ. -σμένος, μεταγλωττίζ-οντας} 1. ΚΙΝΗΜ. -ΤΗΛΕΟΡ. κάνω μεταγλώττιση: ~σμένη (τηλεοπτική) σειρά/(κινηματογραφική) ταινία. Πβ. ντουμπλάρω. Βλ. υποτιτλίζω. 2. μεταφέρω ένα κείμενο σε διαφορετική μορφή από τη γλώσσα στην οποία είναι γραμμένο (ιδ. για τα Νέα Ελληνικά, από την καθαρεύουσα στη δημοτική): Το καταστατικό ~στηκε στη δημοτική. 3. ΠΛΗΡΟΦ. μετατρέπω ένα πρόγραμμα γλώσσας προγραμματισμού σε γλώσσα μηχανής: ~σμένη εφαρμογή. [< μεσν. μεταγλωττίζω 'μεταφράζω' 3: αγγλ. compile, 1952] | |
| 30579 | μεταγλώττιση | με-τα-γλώτ-τι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΚΙΝΗΜ. -ΤΗΛΕΟΡ. μετάφραση των διαλόγων ενός ξένου, τηλεοπτικού ή κινηματογραφικού, έργου στη γλώσσα μιας χώρας, με τη βοήθεια ηθοποιών που προσαρμόζουν και εκφωνούν τους αρχικούς διαλόγους στη δική τους γλώσσα: Στην ελληνική ~ της σειράς/ταινίας συμμετείχαν οι εξής ... Πβ. ντουμπλάρισμα. Βλ. υποτιτλισμός. 2. μεταφορά ενός κειμένου από μια γλωσσική μορφή σε μία άλλη: ~ της Καινής Διαθήκης/κειμένων της καθαρεύουσας στη δημοτική. Πβ. απόδοση, μεταφορά, μετάφραση. 3. ΠΛΗΡΟΦ. μετατροπή ενός προγράμματος γλώσσας προγραμματισμού σε γλώσσα μηχανής. [< μεσν. μεταγλώττισις 'μετάφραση' 3: αγγλ. compilation, 1960] | |
| 30581 | μεταγλωττιστής | με-τα-γλωτ-τι-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα που μεταφράζει ως ενότητα άλλο πρόγραμμα από υψηλού επιπέδου γλώσσα σε γλώσσα μηχανής. Βλ. διερμηνευτής, μεταφραστής, ψευδοεντολή. 2. (σπάν.) πρόσωπο που κάνει μεταγλωττίσεις (π.χ. κειμένων, τηλεοπτικών σειρών, κινηματογραφικών ταινιών). Πβ. μεταφραστής. [< 1: αγγλ. compiler, 1953 2: μεσν. μεταγλωττιστής] | |
| 30582 | μεταγνώση | με-τα-γνώ-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. -ΠΑΙΔΑΓ. διαδικασία μέσω της οποίας το άτομο συνειδητοποιεί και ρυθμίζει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και μαθαίνει: καλλιέργεια της ~ης στο σχολείο. [< αγγλ. metacognition, 1972] | |
| 30583 | μεταγνωστικός | , ή, ό με-τα-γνω-στι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. -ΠΑΙΔΑΓ. που σχετίζεται με τη μεταγνώση: ~ός: έλεγχος (της κατανόησης). ~οί: στόχοι (της διδασκαλίας). Ανάπτυξη/καλλιέργεια των ~ών δεξιοτήτων/ικανοτήτων (στο σχολείο). [< αγγλ. metacognitive] | |
| 30584 | μεταγραμματίζω | με-τα-γραμ-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {μεταγραμμάτι-σε, μεταγραμματί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος}: μεταγράφω λέξη με χαρακτήρες άλλου αλφαβήτου: Ξενόγλωσσοι όροι ~ονται στα Ελληνικά (π.χ. λέιζερ). Βλ. μεταφράζω. [< μεσν. μεταγραμματίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ