Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [31260-31280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30569μεταγαγγλιακός, ή, ό με-τα-γαγ-γλι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται μετά από ένα γάγγλιο: ~οί: νευρώνες. ~ές: ίνες. Βλ. προγαγγλιακός. [< αγγλ. postganglionic]
30570μεταγάγειβλ. μετάγω
30571μεταγγίζωμε-ταγ-γί-ζω ρ. (μτβ.) {μετάγγι-σα, μεταγγί-σω, -στηκε, -στεί, μεταγγιζ-όμενος, μεταγγι-σμένος, μεταγγίζ-οντας} 1. ΙΑΤΡ. χορηγώ ενδοφλεβίως αίμα (ή συστατικά του, π.χ. πλάσμα) σε άτομο που το έχει ανάγκη. 2. (μτφ.) μεταδίδω: ~ει τις γνώσεις και τις εμπειρίες του. ΣΥΝ. μετακενώνω, μεταλαμπαδεύω (1), μεταφυτεύω (2) 3. (λόγ.) διοχετεύω υγρό από ένα δοχείο σε άλλο. [< 3: μτγν. μεταγγίζω, 1: γαλλ. tranfuser]
30572μετάγγισημε-τάγ-γι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. & (επίσ.) μετάγγιση αίματος: ενδοφλέβια χορήγηση αίματος ή συστατικών του σε ένα άτομο για θεραπευτικούς σκοπούς: αυτόλογη ~ (= αυτο~). Του έγινε ~. Η μόλυνση προήλθε από ~. Βλ. αιμοδοσία. 2. (μτφ.) μετάδοση: ~ ιδεών. ΣΥΝ. μετακένωση, μεταλαμπάδευση (1), μεταφύτευση (2) 3. (λόγ.) μεταφορά υγρού από ένα δοχείο σε άλλο: αντλία ~ης (π.χ. κρασιού, για την απομάκρυνση των στερών υπολειμμάτων/πετρελαίου). [< γαλλ. transfusion]
30574μεταγεννητικός, ή, ό με-τα-γεν-νη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συμβαίνει μετά τη γέννηση και αφορά κυρ. το νεογνό: ~ός: έλεγχος (βρεφών). ~ή: ανάπτυξη (εγκεφάλου)/κατάθλιψη (= επιλόχεια)/φροντίδα. Βλ. περι-, προ-γεννητικός. ΑΝΤ. προγεννητικός [< αγγλ. postnatal, γαλλ. ~, 1970]
30575μεταγευματικός, ή, ό με-τα-γευ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συμβαίνει μετά το γεύμα: ~ός: βήχας. ~ή: υπεργλυκαιμία/υπνηλία/υπόταση. ~ό: σάκχαρο. ΑΝΤ. προγευματικός [< αγγλ. postprandial, γαλλ. ~, 1952]
30576μεταγλώσσα[μεταγλῶσσα] με-τα-γλώσ-σα ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. γλώσσα ανωτέρου επιπέδου με την οποία περιγράφεται η φυσική γλώσσα και κατ' επέκτ. ένα γνωστικό αντικείμενο: επιστημονική ~ (= ορολογία). Ποιητική ~. [< αγγλ. metalanguage, 1936, γαλλ. métalangage, 1946, metalangue, 1958]
30577μεταγλωσσικός, ή, ό με-τα-γλωσ-σι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη μεταγλώσσα: ~ή: επίγνωση/ικανότητα/λειτουργία/χρήση (της γλώσσας). [< αγγλ. metalinguistic, 1941, γαλλ. métalinguistique, 1963]
30578μεταγλωττίζωμε-τα-γλωτ-τί-ζω ρ. (μτβ.) {μεταγλώττι-σε, μεταγλωττί-σει, -στηκε (σπάν.-λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, συνήθ. -σμένος, μεταγλωττίζ-οντας} 1. ΚΙΝΗΜ. -ΤΗΛΕΟΡ. κάνω μεταγλώττιση: ~σμένη (τηλεοπτική) σειρά/(κινηματογραφική) ταινία. Πβ. ντουμπλάρω. Βλ. υποτιτλίζω. 2. μεταφέρω ένα κείμενο σε διαφορετική μορφή από τη γλώσσα στην οποία είναι γραμμένο (ιδ. για τα Νέα Ελληνικά, από την καθαρεύουσα στη δημοτική): Το καταστατικό ~στηκε στη δημοτική. 3. ΠΛΗΡΟΦ. μετατρέπω ένα πρόγραμμα γλώσσας προγραμματισμού σε γλώσσα μηχανής: ~σμένη εφαρμογή. [< μεσν. μεταγλωττίζω 'μεταφράζω' 3: αγγλ. compile, 1952]
30579μεταγλώττισημε-τα-γλώτ-τι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΚΙΝΗΜ. -ΤΗΛΕΟΡ. μετάφραση των διαλόγων ενός ξένου, τηλεοπτικού ή κινηματογραφικού, έργου στη γλώσσα μιας χώρας, με τη βοήθεια ηθοποιών που προσαρμόζουν και εκφωνούν τους αρχικούς διαλόγους στη δική τους γλώσσα: Στην ελληνική ~ της σειράς/ταινίας συμμετείχαν οι εξής ... Πβ. ντουμπλάρισμα. Βλ. υποτιτλισμός. 2. μεταφορά ενός κειμένου από μια γλωσσική μορφή σε μία άλλη: ~ της Καινής Διαθήκης/κειμένων της καθαρεύουσας στη δημοτική. Πβ. απόδοση, μεταφορά, μετάφραση. 3. ΠΛΗΡΟΦ. μετατροπή ενός προγράμματος γλώσσας προγραμματισμού σε γλώσσα μηχανής. [< μεσν. μεταγλώττισις 'μετάφραση' 3: αγγλ. compilation, 1960]
30581μεταγλωττιστήςμε-τα-γλωτ-τι-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα που μεταφράζει ως ενότητα άλλο πρόγραμμα από υψηλού επιπέδου γλώσσα σε γλώσσα μηχανής. Βλ. διερμηνευτής, μεταφραστής, ψευδοεντολή. 2. (σπάν.) πρόσωπο που κάνει μεταγλωττίσεις (π.χ. κειμένων, τηλεοπτικών σειρών, κινηματογραφικών ταινιών). Πβ. μεταφραστής. [< 1: αγγλ. compiler, 1953 2: μεσν. μεταγλωττιστής]
30582μεταγνώσημε-τα-γνώ-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. -ΠΑΙΔΑΓ. διαδικασία μέσω της οποίας το άτομο συνειδητοποιεί και ρυθμίζει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και μαθαίνει: καλλιέργεια της ~ης στο σχολείο. [< αγγλ. metacognition, 1972]
30583μεταγνωστικός, ή, ό με-τα-γνω-στι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. -ΠΑΙΔΑΓ. που σχετίζεται με τη μεταγνώση: ~ός: έλεγχος (της κατανόησης). ~οί: στόχοι (της διδασκαλίας). Ανάπτυξη/καλλιέργεια των ~ών δεξιοτήτων/ικανοτήτων (στο σχολείο). [< αγγλ. metacognitive]
30584μεταγραμματίζωμε-τα-γραμ-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {μεταγραμμάτι-σε, μεταγραμματί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος}: μεταγράφω λέξη με χαρακτήρες άλλου αλφαβήτου: Ξενόγλωσσοι όροι ~ονται στα Ελληνικά (π.χ. λέιζερ). Βλ. μεταφράζω. [< μεσν. μεταγραμματίζω]
30585μεταγραμματισμόςμε-τα-γραμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΛΩΣΣ. μεταγραφή: ~ ξένων τοπωνυμίων με ελληνικούς χαρακτήρες. Διεθνή πρότυπα ~ού. Βλ. -ισμός, μετάφραση. [< μτγν. μεταγραμματισμός, γαλλ. translittération]
30586μεταγραφάσημε-τα-γρα-φά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που καταλύει τον πολυμερισμό αλυσίδας ριβονουκλεϊκoύ οξέος (RNA) χρησιμοποιώντας το δεσοξυριβονουκλεϊκό οξύ (DNA) ως καλούπι: ανάστροφη/αντίστροφη ~. Βλ. ρετροϊός. ΣΥΝ. τρανσκριπτάση [< αγγλ. transcriptase, 1963, γαλλ. ~, 1975]
30587μεταγραφέαςμε-τα-γρα-φέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που μεταγράφει δεδομένα: ψηφιακός ~. 2. πρόσωπο που κάνει μεταγραφή: ~ τραγουδιών (= διασκευαστής)/χειρογράφων. Ο ~ καταγράφει τις απαντήσεις του εξεταζομένου (: για άτομα με ειδικές ανάγκες). [< μεσν. μεταγραφεύς 'αντιγραφέας' 1: αγγλ. transcriber, 1931 2: γαλλ. transcripteur]
30588μεταγραφήμε-τα-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. ένταξη επαγγελματία αθλητή σε άλλο σωματείο ή κατ' επέκτ. μετακίνηση εργαζομένου σε διαφορετική εταιρεία ή σε άλλο χώρο από αυτόν στον οποίο ανήκε· συνεκδ. το ίδιο το πρόσωπο: διπλή/ηχηρή/νέα ~. ~-βόμβα. Οι ακριβότερες ~ές του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. ~ αεροδρομίου (: εντυπωσιακή, ξαφνική, σούπερ). Πρόσφατα πήρε ~ για ... Η ομάδα είναι πιθανόν να κάνει και άλλη ~/ολοκλήρωσε τις καλοκαιρινές της ~ές.|| ~ές παρουσιαστών.|| Μεγάλη/σπουδαία ~ (αποτελεί) ο Βραζιλιάνος άσος ... ΣΥΝ. μετεγγραφή (2) 2. ΓΛΩΣΣ. γραπτή απόδοση κειμένων, λέξεων σε διαφορετικό σύστημα γραφής ή αλφάβητο από αυτό στο οποίο είχαν γραφεί αρχικά: ~ ξένων κύριων ονομάτων με ελληνικούς χαρακτήρες. Λατινική ~ των Ελληνικών (= γκρίκλις). Συστήματα ~ής. Βλ. διεθνές φωνητικό αλφάβητο, πινγίν, μετάφραση, μεταχαρακτηρισμός. ΣΥΝ. μεταγραμματισμός 3. (εσφαλμ.) μετεγγραφή: ~ές φοιτητών. Πήρε ~ για άλλο πανεπιστήμιο. 4. ΝΟΜ. καταχώριση σε ειδικό βιβλίο υποθηκοφυλακείου συμβολαιογραφικής πράξης, συμβολαίου ή τίτλου που αφορά μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας της περιφέρειάς του: ~ ιδιοκτησιών. Πιστοποιητικό ~ής. Βλ. κτηματολόγιο. 5. ΒΙΟΛ. μεταβίβαση της γενετικής πληροφορίας από το DNA του πυρήνα στο αγγελιοφόρο RNA (mRNA): ~ γονιδίων. Βλ. μετάφραση, προαγωγέας. 6. ΜΟΥΣ. διασκευή. 7. ΤΕΧΝΟΛ. μεταφορά, αντιγραφή δεδομένων από ένα μέσο ή σύστημα αναπαραγωγής σε κάποιο άλλο. ● ΣΥΜΠΛ.: φωνητική μεταγραφή: ΓΛΩΣΣ. απόδοση γλωσσικού στοιχείου, λέξης με τα σύμβολα του διεθνούς φωνητικού αλφαβήτου. [< γαλλ. transcription phonétique] , αντίστροφη μεταγραφή βλ. αντίστροφος [< μτγν. μεταγραφή ‘αλλαγή γραφής, αντιγραφή, μετάφραση’, γαλλ. transcription]
30589μεταγραφικός, ή, ό με-τα-γρα-φι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη μεταγραφή συνήθ. επαγγελματία αθλητή: ~ός: πυρετός/στόχος. ~ή: βόμβα μεγατόνων/ενίσχυση/λίστα/περίοδος. ~ό: απόκτημα/παζάρι/σαφάρι/χτύπημα. ~ές: κινήσεις. ~ά: νέα/πλάνα/σενάρια. ΣΥΝ. μετεγγραφικός 2. ΒΙΟΛ. που ρυθμίζει τη μεταγραφή του DNA θετικά ή αρνητικά: ~οί παράγοντες (π.χ. πρωτεΐνες, βλ. υποκινητής). ● Ουσ.: μεταγραφικά (τα): ενν. θέματα. νέες εξελίξεις στα ~. [< μεσν. μεταγραφικός]
30590μεταγραφολογίαμε-τα-γρα-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): διαρκής και συνεχής συζήτηση για τις μεταγραφές επαγγελματιών αθλητών. Βλ. -λογία, προπονητολογία. ΣΥΝ. μετεγγραφολογία

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.