Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31260-31280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30585μεταγραμματισμόςμε-τα-γραμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΛΩΣΣ. μεταγραφή: ~ ξένων τοπωνυμίων με ελληνικούς χαρακτήρες. Διεθνή πρότυπα ~ού. Βλ. -ισμός, μετάφραση. [< μτγν. μεταγραμματισμός, γαλλ. translittération]
30586μεταγραφάσημε-τα-γρα-φά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που καταλύει τον πολυμερισμό αλυσίδας ριβονουκλεϊκoύ οξέος (RNA) χρησιμοποιώντας το δεσοξυριβονουκλεϊκό οξύ (DNA) ως καλούπι: ανάστροφη/αντίστροφη ~. Βλ. ρετροϊός. ΣΥΝ. τρανσκριπτάση [< αγγλ. transcriptase, 1963, γαλλ. ~, 1975]
30587μεταγραφέαςμε-τα-γρα-φέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που μεταγράφει δεδομένα: ψηφιακός ~. 2. πρόσωπο που κάνει μεταγραφή: ~ τραγουδιών (= διασκευαστής)/χειρογράφων. Ο ~ καταγράφει τις απαντήσεις του εξεταζομένου (: για άτομα με ειδικές ανάγκες). [< μεσν. μεταγραφεύς 'αντιγραφέας' 1: αγγλ. transcriber, 1931 2: γαλλ. transcripteur]
30588μεταγραφήμε-τα-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. ένταξη επαγγελματία αθλητή σε άλλο σωματείο ή κατ' επέκτ. μετακίνηση εργαζομένου σε διαφορετική εταιρεία ή σε άλλο χώρο από αυτόν στον οποίο ανήκε· συνεκδ. το ίδιο το πρόσωπο: διπλή/ηχηρή/νέα ~. ~-βόμβα. Οι ακριβότερες ~ές του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. ~ αεροδρομίου (: εντυπωσιακή, ξαφνική, σούπερ). Πρόσφατα πήρε ~ για ... Η ομάδα είναι πιθανόν να κάνει και άλλη ~/ολοκλήρωσε τις καλοκαιρινές της ~ές.|| ~ές παρουσιαστών.|| Μεγάλη/σπουδαία ~ (αποτελεί) ο Βραζιλιάνος άσος ... ΣΥΝ. μετεγγραφή (2) 2. ΓΛΩΣΣ. γραπτή απόδοση κειμένων, λέξεων σε διαφορετικό σύστημα γραφής ή αλφάβητο από αυτό στο οποίο είχαν γραφεί αρχικά: ~ ξένων κύριων ονομάτων με ελληνικούς χαρακτήρες. Λατινική ~ των Ελληνικών (= γκρίκλις). Συστήματα ~ής. Βλ. διεθνές φωνητικό αλφάβητο, πινγίν, μετάφραση, μεταχαρακτηρισμός. ΣΥΝ. μεταγραμματισμός 3. (εσφαλμ.) μετεγγραφή: ~ές φοιτητών. Πήρε ~ για άλλο πανεπιστήμιο. 4. ΝΟΜ. καταχώριση σε ειδικό βιβλίο υποθηκοφυλακείου συμβολαιογραφικής πράξης, συμβολαίου ή τίτλου που αφορά μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας της περιφέρειάς του: ~ ιδιοκτησιών. Πιστοποιητικό ~ής. Βλ. κτηματολόγιο. 5. ΒΙΟΛ. μεταβίβαση της γενετικής πληροφορίας από το DNA του πυρήνα στο αγγελιοφόρο RNA (mRNA): ~ γονιδίων. Βλ. μετάφραση, προαγωγέας. 6. ΜΟΥΣ. διασκευή. 7. ΤΕΧΝΟΛ. μεταφορά, αντιγραφή δεδομένων από ένα μέσο ή σύστημα αναπαραγωγής σε κάποιο άλλο. ● ΣΥΜΠΛ.: φωνητική μεταγραφή: ΓΛΩΣΣ. απόδοση γλωσσικού στοιχείου, λέξης με τα σύμβολα του διεθνούς φωνητικού αλφαβήτου. [< γαλλ. transcription phonétique] , αντίστροφη μεταγραφή βλ. αντίστροφος [< μτγν. μεταγραφή ‘αλλαγή γραφής, αντιγραφή, μετάφραση’, γαλλ. transcription]
30589μεταγραφικός, ή, ό με-τα-γρα-φι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη μεταγραφή συνήθ. επαγγελματία αθλητή: ~ός: πυρετός/στόχος. ~ή: βόμβα μεγατόνων/ενίσχυση/λίστα/περίοδος. ~ό: απόκτημα/παζάρι/σαφάρι/χτύπημα. ~ές: κινήσεις. ~ά: νέα/πλάνα/σενάρια. ΣΥΝ. μετεγγραφικός 2. ΒΙΟΛ. που ρυθμίζει τη μεταγραφή του DNA θετικά ή αρνητικά: ~οί παράγοντες (π.χ. πρωτεΐνες, βλ. υποκινητής). ● Ουσ.: μεταγραφικά (τα): ενν. θέματα. νέες εξελίξεις στα ~. [< μεσν. μεταγραφικός]
30590μεταγραφολογίαμε-τα-γρα-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): διαρκής και συνεχής συζήτηση για τις μεταγραφές επαγγελματιών αθλητών. Βλ. -λογία, προπονητολογία. ΣΥΝ. μετεγγραφολογία
30947μεταγραφολογία

με-τεγ-γρα-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): μεταγραφολογία.

30591μεταγράφωμε-τα-γρά-φω ρ. (μτβ.) {μετέγρα-ψε, μεταγρά-ψει, -φ(τ)ηκε (λόγ. μετεγράφ-η, -ησαν), -φ(τ)εί, μεταγράφ-οντας, -όμενος, μετα(γε)γραμμένος} 1. μεταφέρω κυρ. λέξεις ή κείμενα σε άλλο αλφάβητο ή γενικότ. σύστημα γραφής από αυτό στο οποίο είχαν γραφεί αρχικά: Στα λατινικά το ελληνικό "αι" ~εται (ως) "ae". Έχει ~ψει στη δημοτική νομικά κείμενα. Πβ. αποδίδω, μεταφράζω. 2. ΝΟΜ. καταχωρώ σε ειδικό βιβλίο υποθηκοφυλακείου συμβολαιογραφική πράξη, συμβόλαιο ή τίτλο που αφορά μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας της περιφέρειάς του: Η διαθήκη δεν ~εται. Ακυρότητα δικαιοπραξίας που έχει ~φεί. Ιδιοκτησίες νόμιμα μετα(γε)γραμμένες. 3. ΒΙΟΛ. μεταβιβάζω τη γενετική πληροφορία από το DNA του πυρήνα στο αγγελιοφόρο RNA (mRNA): Η DNA πολυμεράση ~ει τα διάφορα γονίδια. Βλ. μεταφράζω. 4. ΜΟΥΣ. διασκευάζω: Το έργο ~ψε για κιθάρα/πιάνο ο συνθέτης ... Τραγούδια μετα(γε)γραμμένα για συμφωνική ορχήστρα. 5. ΤΕΧΝΟΛ. αντιγράφω δεδομένα από ένα μέσο ή σύστημα αναπαραγωγής σε κάποιο άλλο: Η ταινία γυρίστηκε σε φιλμ 16mm και ~φηκε σε φιλμ 35mm. ● Παθ.: μεταγράφομαι 1. (για επαγγελματίες αθλητές) εντάσσομαι στο δυναμικό άλλης ομάδας: Ο διεθνής αμυντικός άσος ~φ(τ)ηκε το καλοκαίρι του ... Εξέφρασε δημόσια την επιθυμία της να ~φεί στην ομάδα ... 2. (κατ' επέκτ., για εργαζόμενο) μετακινούμαι σε διαφορετική επιχείρηση ή σε άλλο χώρο από αυτόν στον οποίο ανήκα: Υψηλόβαθμο στέλεχος της εταιρείας ~εται στον όμιλο ... [< αρχ. μεταγράφω 'αντιγράφω', γαλλ. transcrire]
30592μετάγωμε-τά-γω ρ. (μτβ.) {μετήγαγε, (θα/να) μεταγάγει, μετήχθ-η, -ησαν, (θα/να) μεταχθ-εί, μεταγ-όμενος} (επίσ.): μεταφέρω κάποιον ή κάτι από ένα μέρος σε άλλο: (κυρ. για κρατούμενο) Οι δύο διαρρήκτες θα ~ούν το απόγευμα στον εισαγγελέα. Πβ. προσάγω.|| (ΤΗΛΕΠ.) Τα εισερχόμενα σήματα ~ονται στην κατάλληλη έξοδο. [< μτγν. μετάγω]
30593μεταγωγέαςμε-τα-γω-γέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ. συσκευή που διοχετεύει δεδομένα, πληροφορίες σε περιφερειακές μονάδες, υπολογιστές ή γενικότ. θύρες εξόδου: ψηφιακός ~. ~ δεδομένων/εικόνων. Βλ. επιλογέας. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ.-ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή ή διάταξη που ενεργοποιεί ή απενεργοποιεί μια άλλη ή ένα κύκλωμα. Πβ. διακόπτης. ΣΥΝ. μεταγωγός [< μτγν. μεταγωγεύς 'οδηγός', αγγλ. switch]
30594μεταγωγήμε-τα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) μεταφορά κρατουμένου με αστυνομική συνοδεία από ένα μέρος σε άλλο: Ο εισαγγελέας ζήτησε τη ~ του στην ψυχιατρική κλινική των φυλακών ... 2. μεταφορά δεδομένων, ηλεκτρικής ενέργειας, γενετικού υλικού: (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.-ΤΕΧΝΟΛ.) αυτόματη/οπτική ~. ~ κυκλώματος/μηνυμάτων/πακέτου. Δίκτυο/κέντρο ~ής. Πβ. διαβίβαση, δρομολόγηση. Βλ. δια~.|| (ΒΙΟΛ.) Ενδοκυττάρια ~ σήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: τμήμα μεταγωγών (κ. με κεφαλ. Τ, Μ): αστυνομική υπηρεσία όπου οδηγούνται προσωρινά οι κρατούμενοι, για να μεταφερθούν στη συνέχεια σε φυλακές ή δικαστήριο. [< μτγν. μεταγωγή ‘μεταφορά, μετατόπιση’, γαλλ. transfert, αγγλ. switching]
30595μεταγωγικός, ή, ό με-τα-γω-γι-κός επίθ. 1. ΣΤΡΑΤ. που εκτελεί μεταφορές ή χρησιμοποιείται για αυτές: ~ό: αεροσκάφος/ελικόπτερο/πλοίο. Πβ. μεταφορικός. 2. (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.-ΤΕΧΝΟΛ.) που σχετίζεται με τη μεταγωγή: ~ός: διακόπτης. ~ή: μετάδοση πακέτων. ~ό: δίκτυο. Ρελέ με ~ή επαφή. ● Ουσ.: Μεταγωγικό (το): ΣΤΡΑΤ. οποιοδήποτε στρατιωτικό μεταφορικό μέσο.
30596μεταγώγιμος, η, ο με-τα-γώ-γι-μος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. -ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ. που χρησιμοποιεί μεταγωγέα ή επιτυγχάνεται μέσω αυτού: ~η: σύνδεση. ~ο: δίκτυο. [< μεσν. μεταγώγιμος 'φορητός']
30597μεταγωγόςμε-τα-γω-γός ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ.-ΤΕΧΝΟΛ. μεταγωγέας. Πβ. διακόπτης. [< μτγν. μεταγωγός, αγγλ. switch]
30598μεταδεδομέναμε-τα-δε-δο-μέ-να ουσ. (ουδ.) (τα): ΠΛΗΡΟΦ. δομημένα δεδομένα που αναφέρονται σε άλλα δεδομένα: ~ αρχείων (π.χ. ημερομηνία δημιουργίας, ονομασία, μέγεθος, τύπος)/εγγράφων. [< αγγλ. metadata, 1983, γαλλ. métadonnée, 1997]
30599μεταδημοκρατίαμε-τα-δη-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): η μετάβαση από τη δημοκρατία σε ένα παγκόσμιο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό καθεστώς που οδηγεί στην απαξίωση της πολιτικής και των ιδεολογιών. Βλ. αποδημοκρατικοποίηση. [< αγγλ. metademocracy, 2000, νεολογισμός του C. Crouch]
30600μεταδημότευσημε-τα-δη-μό-τευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): εγγραφή δημότη σε άλλο δήμο: ~ λόγω γάμου. Πιστοποιητικό γέννησης για ~.
30601μεταδημοτεύωμε-τα-δη-μο-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {μεταδημότευ-σα, μεταδημοτεύ-σω} (επίσ.): (για δημότη) εγγράφομαι σε άλλο δήμο.
30602μεταδιδακτορικός, ή, ό με-τα-δι-δα-κτο-ρι-κός επίθ.: σχετικός με την περίοδο που ακολουθεί τη λήψη διδακτορικού: ~ός: ερευνητής/συνεργάτης/υπότροφος. ~ή: έρευνα. ~οί: φοιτητές. ~ά: προγράμματα. Υποτροφίες για ~ές σπουδές. Βλ. μετα-λυκειακός, -πτυχιακός. ΑΝΤ. προδιδακτορικός ● Ουσ.: μεταδιδακτορικό (το) (προφ.): ερευνητική θέση για διδάκτορα, που δίνει τη δυνατότητα στον κάτοχό της να συμμετέχει σε ερευνητικά προγράμματα ή/και να δημοσιεύει επιστημονικές εργασίες επί πληρωμή. [< αγγλ. postdoctoral, 1929, γαλλ. ~, περ. 1985, αγγλ. postdoc, ουσ. 1964, επίθ. 1972]
30603μεταδίδωμε-τα-δί-δω ρ. (μτβ.) {μετέδω-σα, μεταδώ-σω, μεταδό-θηκε, μεταδο-θεί, μεταδίδ-οντας, -όμενος} ΣΥΝ. διαδίδω 1. ενεργώ, έτσι ώστε κάτι να αποτελέσει χαρακτηριστικό και άλλων προσώπων, να εξαπλωθεί σε μεγάλο συνήθ. αριθμό ανθρώπων ή να επεκταθεί και αλλού: Ο πατέρας του τού ~σε την αγάπη για τη μουσική (πβ. εμφυσώ, ενσταλάζω). Το κέφι ~θηκε γρήγορα σ' όλη την παρέα. Οι λέξεις δεν μπορούν να ~σουν τη συγκίνησή μας. Πβ. μεταβιβάζω.|| (ΙΑΤΡ., για ιούς, νοσήματα) Η ελονοσία δεν ~εται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Πώς ~εται η ηπατίτιδα Β; Πβ. κολλώ, μολύνω.|| Η φωτιά ~θηκε ταχύτατα στο διπλανό κτίριο.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Ο μηχανισμός ~ει την κίνηση με ιμάντα.|| (ΦΥΣ.) Ο ήχος δεν ~εται στο κενό. 2. {συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} (για γεγονότα, ειδήσεις, πληροφορίες) καθιστώ ευρέως γνωστό: Η κρατική τηλεόραση ~σε ότι την ευθύνη της επίθεσης ανέλαβε η οργάνωση ... ΣΥΝ. ανακοινώνω, γνωστοποιώ, κοινοποιώ ● μεταδίδει: (για ηλεκτρονικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης) εκπέμπει (οπτικο)ακουστικό σήμα: Τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων ~σαν αποσπάσματα της συνέντευξης του πρωθυπουργού.|| (συνηθέστ. μεσοπαθ.) Ο αγώνας/η συναυλία τελικά δεν θα ~θεί ζωντανά. Πβ. παίζει. ● ΣΥΜΠΛ.: σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα βλ. σεξουαλικός [< μεσν. μεταδίδω, αγγλ. transmit, γαλλ. transmettre]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.