| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30947 | μεταγραφολογία | με-τεγ-γρα-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): μεταγραφολογία. | |
| 30591 | μεταγράφω | με-τα-γρά-φω ρ. (μτβ.) {μετέγρα-ψε, μεταγρά-ψει, -φ(τ)ηκε (λόγ. μετεγράφ-η, -ησαν), -φ(τ)εί, μεταγράφ-οντας, -όμενος, μετα(γε)γραμμένος} 1. μεταφέρω κυρ. λέξεις ή κείμενα σε άλλο αλφάβητο ή γενικότ. σύστημα γραφής από αυτό στο οποίο είχαν γραφεί αρχικά: Στα λατινικά το ελληνικό "αι" ~εται (ως) "ae". Έχει ~ψει στη δημοτική νομικά κείμενα. Πβ. αποδίδω, μεταφράζω. 2. ΝΟΜ. καταχωρώ σε ειδικό βιβλίο υποθηκοφυλακείου συμβολαιογραφική πράξη, συμβόλαιο ή τίτλο που αφορά μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας της περιφέρειάς του: Η διαθήκη δεν ~εται. Ακυρότητα δικαιοπραξίας που έχει ~φεί. Ιδιοκτησίες νόμιμα μετα(γε)γραμμένες. 3. ΒΙΟΛ. μεταβιβάζω τη γενετική πληροφορία από το DNA του πυρήνα στο αγγελιοφόρο RNA (mRNA): Η DNA πολυμεράση ~ει τα διάφορα γονίδια. Βλ. μεταφράζω. 4. ΜΟΥΣ. διασκευάζω: Το έργο ~ψε για κιθάρα/πιάνο ο συνθέτης ... Τραγούδια μετα(γε)γραμμένα για συμφωνική ορχήστρα. 5. ΤΕΧΝΟΛ. αντιγράφω δεδομένα από ένα μέσο ή σύστημα αναπαραγωγής σε κάποιο άλλο: Η ταινία γυρίστηκε σε φιλμ 16mm και ~φηκε σε φιλμ 35mm. ● Παθ.: μεταγράφομαι 1. (για επαγγελματίες αθλητές) εντάσσομαι στο δυναμικό άλλης ομάδας: Ο διεθνής αμυντικός άσος ~φ(τ)ηκε το καλοκαίρι του ... Εξέφρασε δημόσια την επιθυμία της να ~φεί στην ομάδα ... 2. (κατ' επέκτ., για εργαζόμενο) μετακινούμαι σε διαφορετική επιχείρηση ή σε άλλο χώρο από αυτόν στον οποίο ανήκα: Υψηλόβαθμο στέλεχος της εταιρείας ~εται στον όμιλο ... [< αρχ. μεταγράφω 'αντιγράφω', γαλλ. transcrire] | |
| 30592 | μετάγω | με-τά-γω ρ. (μτβ.) {μετήγαγε, (θα/να) μεταγάγει, μετήχθ-η, -ησαν, (θα/να) μεταχθ-εί, μεταγ-όμενος} (επίσ.): μεταφέρω κάποιον ή κάτι από ένα μέρος σε άλλο: (κυρ. για κρατούμενο) Οι δύο διαρρήκτες θα ~ούν το απόγευμα στον εισαγγελέα. Πβ. προσάγω.|| (ΤΗΛΕΠ.) Τα εισερχόμενα σήματα ~ονται στην κατάλληλη έξοδο. [< μτγν. μετάγω] | |
| 30593 | μεταγωγέας | με-τα-γω-γέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ. συσκευή που διοχετεύει δεδομένα, πληροφορίες σε περιφερειακές μονάδες, υπολογιστές ή γενικότ. θύρες εξόδου: ψηφιακός ~. ~ δεδομένων/εικόνων. Βλ. επιλογέας. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ.-ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή ή διάταξη που ενεργοποιεί ή απενεργοποιεί μια άλλη ή ένα κύκλωμα. Πβ. διακόπτης. ΣΥΝ. μεταγωγός [< μτγν. μεταγωγεύς 'οδηγός', αγγλ. switch] | |
| 30594 | μεταγωγή | με-τα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) μεταφορά κρατουμένου με αστυνομική συνοδεία από ένα μέρος σε άλλο: Ο εισαγγελέας ζήτησε τη ~ του στην ψυχιατρική κλινική των φυλακών ... 2. μεταφορά δεδομένων, ηλεκτρικής ενέργειας, γενετικού υλικού: (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.-ΤΕΧΝΟΛ.) αυτόματη/οπτική ~. ~ κυκλώματος/μηνυμάτων/πακέτου. Δίκτυο/κέντρο ~ής. Πβ. διαβίβαση, δρομολόγηση. Βλ. δια~.|| (ΒΙΟΛ.) Ενδοκυττάρια ~ σήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: τμήμα μεταγωγών (κ. με κεφαλ. Τ, Μ): αστυνομική υπηρεσία όπου οδηγούνται προσωρινά οι κρατούμενοι, για να μεταφερθούν στη συνέχεια σε φυλακές ή δικαστήριο. [< μτγν. μεταγωγή ‘μεταφορά, μετατόπιση’, γαλλ. transfert, αγγλ. switching] | |
| 30595 | μεταγωγικός | , ή, ό με-τα-γω-γι-κός επίθ. 1. ΣΤΡΑΤ. που εκτελεί μεταφορές ή χρησιμοποιείται για αυτές: ~ό: αεροσκάφος/ελικόπτερο/πλοίο. Πβ. μεταφορικός. 2. (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.-ΤΕΧΝΟΛ.) που σχετίζεται με τη μεταγωγή: ~ός: διακόπτης. ~ή: μετάδοση πακέτων. ~ό: δίκτυο. Ρελέ με ~ή επαφή. ● Ουσ.: Μεταγωγικό (το): ΣΤΡΑΤ. οποιοδήποτε στρατιωτικό μεταφορικό μέσο. | |
| 30596 | μεταγώγιμος | , η, ο με-τα-γώ-γι-μος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. -ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ. που χρησιμοποιεί μεταγωγέα ή επιτυγχάνεται μέσω αυτού: ~η: σύνδεση. ~ο: δίκτυο. [< μεσν. μεταγώγιμος 'φορητός'] | |
| 30597 | μεταγωγός | με-τα-γω-γός ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ.-ΤΕΧΝΟΛ. μεταγωγέας. Πβ. διακόπτης. [< μτγν. μεταγωγός, αγγλ. switch] | |
| 30598 | μεταδεδομένα | με-τα-δε-δο-μέ-να ουσ. (ουδ.) (τα): ΠΛΗΡΟΦ. δομημένα δεδομένα που αναφέρονται σε άλλα δεδομένα: ~ αρχείων (π.χ. ημερομηνία δημιουργίας, ονομασία, μέγεθος, τύπος)/εγγράφων. [< αγγλ. metadata, 1983, γαλλ. métadonnée, 1997] | |
| 30599 | μεταδημοκρατία | με-τα-δη-μο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): η μετάβαση από τη δημοκρατία σε ένα παγκόσμιο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό καθεστώς που οδηγεί στην απαξίωση της πολιτικής και των ιδεολογιών. Βλ. αποδημοκρατικοποίηση. [< αγγλ. metademocracy, 2000, νεολογισμός του C. Crouch] | |
| 30600 | μεταδημότευση | με-τα-δη-μό-τευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): εγγραφή δημότη σε άλλο δήμο: ~ λόγω γάμου. Πιστοποιητικό γέννησης για ~. | |
| 30601 | μεταδημοτεύω | με-τα-δη-μο-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {μεταδημότευ-σα, μεταδημοτεύ-σω} (επίσ.): (για δημότη) εγγράφομαι σε άλλο δήμο. | |
| 30602 | μεταδιδακτορικός | , ή, ό με-τα-δι-δα-κτο-ρι-κός επίθ.: σχετικός με την περίοδο που ακολουθεί τη λήψη διδακτορικού: ~ός: ερευνητής/συνεργάτης/υπότροφος. ~ή: έρευνα. ~οί: φοιτητές. ~ά: προγράμματα. Υποτροφίες για ~ές σπουδές. Βλ. μετα-λυκειακός, -πτυχιακός. ΑΝΤ. προδιδακτορικός ● Ουσ.: μεταδιδακτορικό (το) (προφ.): ερευνητική θέση για διδάκτορα, που δίνει τη δυνατότητα στον κάτοχό της να συμμετέχει σε ερευνητικά προγράμματα ή/και να δημοσιεύει επιστημονικές εργασίες επί πληρωμή. [< αγγλ. postdoctoral, 1929, γαλλ. ~, περ. 1985, αγγλ. postdoc, ουσ. 1964, επίθ. 1972] | |
| 30603 | μεταδίδω | με-τα-δί-δω ρ. (μτβ.) {μετέδω-σα, μεταδώ-σω, μεταδό-θηκε, μεταδο-θεί, μεταδίδ-οντας, -όμενος} ΣΥΝ. διαδίδω 1. ενεργώ, έτσι ώστε κάτι να αποτελέσει χαρακτηριστικό και άλλων προσώπων, να εξαπλωθεί σε μεγάλο συνήθ. αριθμό ανθρώπων ή να επεκταθεί και αλλού: Ο πατέρας του τού ~σε την αγάπη για τη μουσική (πβ. εμφυσώ, ενσταλάζω). Το κέφι ~θηκε γρήγορα σ' όλη την παρέα. Οι λέξεις δεν μπορούν να ~σουν τη συγκίνησή μας. Πβ. μεταβιβάζω.|| (ΙΑΤΡ., για ιούς, νοσήματα) Η ελονοσία δεν ~εται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Πώς ~εται η ηπατίτιδα Β; Πβ. κολλώ, μολύνω.|| Η φωτιά ~θηκε ταχύτατα στο διπλανό κτίριο.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Ο μηχανισμός ~ει την κίνηση με ιμάντα.|| (ΦΥΣ.) Ο ήχος δεν ~εται στο κενό. 2. {συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} (για γεγονότα, ειδήσεις, πληροφορίες) καθιστώ ευρέως γνωστό: Η κρατική τηλεόραση ~σε ότι την ευθύνη της επίθεσης ανέλαβε η οργάνωση ... ΣΥΝ. ανακοινώνω, γνωστοποιώ, κοινοποιώ ● μεταδίδει: (για ηλεκτρονικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης) εκπέμπει (οπτικο)ακουστικό σήμα: Τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων ~σαν αποσπάσματα της συνέντευξης του πρωθυπουργού.|| (συνηθέστ. μεσοπαθ.) Ο αγώνας/η συναυλία τελικά δεν θα ~θεί ζωντανά. Πβ. παίζει. ● ΣΥΜΠΛ.: σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα βλ. σεξουαλικός [< μεσν. μεταδίδω, αγγλ. transmit, γαλλ. transmettre] | |
| 30604 | μεταδικτατορικός | , ή, ό με-τα-δι-κτα-το-ρι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται στην περίοδο ύστερα από μια δικτατορία (κυρ., για την Ελλάδα, τη δικτατορία των Συνταγματαρχών): ~ή: κυβέρνηση. ΑΝΤ. προδικτατορικός | |
| 30605 | μεταδομισμός | με-τα-δο-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΟΤ.-ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφικό ρεύμα και ερμηνευτική θεωρία ή μέθοδος που προάγει, καθ' υπέρβαση του δομισμού, μια υποκειμενικού τύπου ερμηνεία των γεγονότων. Βλ. αποδόμηση, διακειμενικότητα, -ισμός, στρουκτουραλισμός. ΣΥΝ. μεταστρουκτουραλισμός [< αγγλ. post–structuralism, 1975] | |
| 30606 | μεταδομιστής | με-τα-δο-μι-στής ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΟΤ.-ΦΙΛΟΣ. θεωρητικός του μεταδομισμού. [< αγγλ. post-structuralist, 1975] | |
| 30607 | μεταδομιστικός | , ή, ό με-τα-δο-μι-στι-κός επίθ.: ΛΟΓΟΤ.-ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τον μεταδομισμό. Βλ. αποδομητικός. [< αγγλ. post-structuralist, 1967] | |
| 30608 | μετάδοση | με-τά-δο-ση ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. διάδοση 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεταδίδω: ~ γνώσεων/εμπειριών. Πβ. μεταβίβαση. (ΦΥΣ.) ~ της θερμότητας (= μεταφορά, βλ. αγωγιμότητα)/του ήχου.|| (ΒΙΟΛ.) Ενδοκυττάρια ~ ενός μηνύματος/σήματος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.) ~ πληροφοριών (ΑΝΤ. λήψη). Ασύρματη ~ φωνής. Δίκτυο/τεχνικές ~ης δεδομένων.|| (ΤΕΧΝΟΛ., για αυτοκίνητα) Αυτόματη ~ της κίνησης σε όλους τους τροχούς (βλ. αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων). 2. ΙΑΤΡ. μεταφορά παθογόνου παράγοντα σε ευάλωτο ζωντανό οργανισμό: αερογενής/άμεση/έμμεση/δευτερογενής/εξ επαφής/μέσω αέρος ή σταγονιδίων/πρωτογενής ~. Κάθετη ~ της ηπατίτιδας Β (: από τη μητέρα στο νεογνό). Αποφυγή/πρόληψη της ~ης του ιού της γρίπης ... ΣΥΝ. εξάπλωση.|| 3. (κυρ. για ηλεκτρονικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης) εκπομπή (οπτικο)ακουστικού σήματος· δημόσια προβολή, γνωστοποίηση: απευθείας/δορυφορική/ζωντανή/μαγνητοσκοπημένη/παγκόσμια/ραδιοφωνική/τηλεοπτική (= τηλε~) ~ ενός αγώνα/μιας ομιλίας. Ψηφιακή ~ αναλογικών προγραμμάτων σταθμών. Αθλητικές ~όσεις. Πιλοτική ~ διαλέξεων/των εκλογικών αποτελεσμάτων. Μονάδα/συνεργείο εξωτερικών ~όσεων. Ακούστε το τραγούδι σε αποκλειστική/πρώτη ~. Το κανάλι εξασφάλισε τα δικαιώματα ~ης της φόρμουλα 1. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματη μετάδοση: ΤΕΧΝΟΛ. όργανο αυτοκινήτου το οποίο, τοποθετημένο ανάμεσα στον κινητήρα και τους τροχούς, επιλέγει την απαιτούμενη μείωση ταχύτητας κατά τη μετάδοση της κίνησης, χωρίς παρέμβαση του οδηγού, χάρη κυρίως σε έναν μετατροπέα ροπής που συμπληρώνεται από κιβώτιο οδοντωτών τροχών., ασύγχρονη μετάδοση βλ. ασύγχρονος [< μτγν. μετάδοσις ‘το να δίνει κάποιος ένα μέρος, μόλυνση’, αγγλ.-γαλλ. transmission] | |
| 30609 | μεταδόσιμος | , η, ο με-τα-δό-σι-μος επίθ. (λόγ.) 1. (για νόσημα) μεταδοτικός. ΣΥΝ. κολλητικός (2), μολυσματικός 2. που μπορεί ή/και επιτρέπεται να μεταδοθεί: ~η: είδηση/εμπειρία. [< 1: μτγν. μεταδόσιμος 2: γαλλ. transmissible] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ