| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30604 | μεταδικτατορικός | , ή, ό με-τα-δι-κτα-το-ρι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται στην περίοδο ύστερα από μια δικτατορία (κυρ., για την Ελλάδα, τη δικτατορία των Συνταγματαρχών): ~ή: κυβέρνηση. ΑΝΤ. προδικτατορικός | |
| 30605 | μεταδομισμός | με-τα-δο-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΟΤ.-ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφικό ρεύμα και ερμηνευτική θεωρία ή μέθοδος που προάγει, καθ' υπέρβαση του δομισμού, μια υποκειμενικού τύπου ερμηνεία των γεγονότων. Βλ. αποδόμηση, διακειμενικότητα, -ισμός, στρουκτουραλισμός. ΣΥΝ. μεταστρουκτουραλισμός [< αγγλ. post–structuralism, 1975] | |
| 30606 | μεταδομιστής | με-τα-δο-μι-στής ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΟΤ.-ΦΙΛΟΣ. θεωρητικός του μεταδομισμού. [< αγγλ. post-structuralist, 1975] | |
| 30607 | μεταδομιστικός | , ή, ό με-τα-δο-μι-στι-κός επίθ.: ΛΟΓΟΤ.-ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τον μεταδομισμό. Βλ. αποδομητικός. [< αγγλ. post-structuralist, 1967] | |
| 30608 | μετάδοση | με-τά-δο-ση ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. διάδοση 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μεταδίδω: ~ γνώσεων/εμπειριών. Πβ. μεταβίβαση. (ΦΥΣ.) ~ της θερμότητας (= μεταφορά, βλ. αγωγιμότητα)/του ήχου.|| (ΒΙΟΛ.) Ενδοκυττάρια ~ ενός μηνύματος/σήματος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.) ~ πληροφοριών (ΑΝΤ. λήψη). Ασύρματη ~ φωνής. Δίκτυο/τεχνικές ~ης δεδομένων.|| (ΤΕΧΝΟΛ., για αυτοκίνητα) Αυτόματη ~ της κίνησης σε όλους τους τροχούς (βλ. αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων). 2. ΙΑΤΡ. μεταφορά παθογόνου παράγοντα σε ευάλωτο ζωντανό οργανισμό: αερογενής/άμεση/έμμεση/δευτερογενής/εξ επαφής/μέσω αέρος ή σταγονιδίων/πρωτογενής ~. Κάθετη ~ της ηπατίτιδας Β (: από τη μητέρα στο νεογνό). Αποφυγή/πρόληψη της ~ης του ιού της γρίπης ... ΣΥΝ. εξάπλωση.|| 3. (κυρ. για ηλεκτρονικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης) εκπομπή (οπτικο)ακουστικού σήματος· δημόσια προβολή, γνωστοποίηση: απευθείας/δορυφορική/ζωντανή/μαγνητοσκοπημένη/παγκόσμια/ραδιοφωνική/τηλεοπτική (= τηλε~) ~ ενός αγώνα/μιας ομιλίας. Ψηφιακή ~ αναλογικών προγραμμάτων σταθμών. Αθλητικές ~όσεις. Πιλοτική ~ διαλέξεων/των εκλογικών αποτελεσμάτων. Μονάδα/συνεργείο εξωτερικών ~όσεων. Ακούστε το τραγούδι σε αποκλειστική/πρώτη ~. Το κανάλι εξασφάλισε τα δικαιώματα ~ης της φόρμουλα 1. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματη μετάδοση: ΤΕΧΝΟΛ. όργανο αυτοκινήτου το οποίο, τοποθετημένο ανάμεσα στον κινητήρα και τους τροχούς, επιλέγει την απαιτούμενη μείωση ταχύτητας κατά τη μετάδοση της κίνησης, χωρίς παρέμβαση του οδηγού, χάρη κυρίως σε έναν μετατροπέα ροπής που συμπληρώνεται από κιβώτιο οδοντωτών τροχών., ασύγχρονη μετάδοση βλ. ασύγχρονος [< μτγν. μετάδοσις ‘το να δίνει κάποιος ένα μέρος, μόλυνση’, αγγλ.-γαλλ. transmission] | |
| 30609 | μεταδόσιμος | , η, ο με-τα-δό-σι-μος επίθ. (λόγ.) 1. (για νόσημα) μεταδοτικός. ΣΥΝ. κολλητικός (2), μολυσματικός 2. που μπορεί ή/και επιτρέπεται να μεταδοθεί: ~η: είδηση/εμπειρία. [< 1: μτγν. μεταδόσιμος 2: γαλλ. transmissible] | |
| 30610 | μεταδότης | με-τα-δό-της ουσ. (αρσ.): συσκευή ή σπάν. πρόσωπο που μεταδίδει κάτι: (ΤΕΧΝΟΛ.-ΤΗΛΕΠ.) ~ θερμοκρασίας/πίεσης/ροής (βλ. διακόπτης). Ασύρματος ~ αρχείων.|| Ο εκπαιδευτικός εκτός από ~ γνώσεων είναι και παιδαγωγός. [< μτγν. μεταδότης, αγγλ. transmitter] | |
| 30611 | μεταδοτικός | , ή, ό με-τα-δο-τι-κός επίθ. 1. που μπορεί να μεταδοθεί (εύκολα): (ΙΑΤΡ.) ~ή: ασθένεια. Ο ιός της ευλογιάς είναι εξαιρετικά ~. Πβ. επιδημικός, ιογόνος, λοιμώδης, μεταδόσιμος, μολυσματικός.|| (κατ' επέκτ.) Το γέλιο/χασμουρητό είναι ~ό. ΣΥΝ. κολλητικός (1) 2. (κυρ. για διδάσκοντα) ικανός στο να μεταδίδει τις γνώσεις του στους άλλους με εύληπτο τρόπο: Ο νέος μαθηματικός είναι (πολύ) ~. ● επίρρ.: μεταδοτικά [< 1: αρχ. μεταδοτικός, γαλλ. transmissible, contagieux] | |
| 30612 | μεταδοτικότητα | με-τα-δο-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. για διδάσκοντα) ικανότητα μετάδοσης γνώσεων στους άλλους με εύληπτο τρόπο: καθηγήτρια με άριστη ~. Έχει ~/το χάρισμα της επικοινωνιακότητας και ~ας. 2. ΙΑΤΡ. η ιδιότητα μολυσματικού παράγοντα να μεταδίδεται: Η ~ της νόσου είναι μεγάλη/υψηλή. Βλ. υπερ~, -ότητα. [< 1: γαλλ. transmissibilité 2: γαλλ. contagiosité] | |
| 30613 | μεταδρομολόγηση | με-τα-δρο-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αλλαγή δρομολογίου: ~ του πλοίου από μια ακτοπλοϊκή γραμμή σε άλλη. | |
| 30614 | μεταεθνικός | , ή, ό με-τα-ε-θνι-κός επίθ.: υπερεθνικός. Πβ. υπερκρατικός. | |
| 30615 | μεταεπαναστατικός | βλ. μετεπαναστατικός | |
| 30616 | μεταεπεξεργασία | με-τα-ε-πε-ξερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. επεξεργασία που γίνεται σε τελικό στάδιο, συνήθ. πριν από την παρουσίαση δεδομένων: ~ γνώσης/εικόνων. [< αγγλ. postprocessing, 1966] | |
| 30617 | μεταεπεξεργαστής | με-τα-ε-πε-ξερ-γα-στής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. υπολογιστικό πρόγραμμα που επεξεργάζεται τα αποτελέσματα άλλου προγράμματος, π.χ. για να τα εκτυπώσει: ~ γραφικών. [< αγγλ. post-processor, 1967] | |
| 30618 | μετάζωα | με-τά-ζω-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. ζωικοί οργανισμοί που αποτελούνται από πολλά και διαφοροποιημένα κύτταρα. ΑΝΤ. πρωτόζωα [< γαλλ. métazoaire s, αγγλ. Metazoa] | |
| 30619 | μεταηθική | με-τα-η-θι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. κλάδος της Ηθικής που μελετά τη σημασία και χρήση ηθικών όρων, όπως "καλό", "κακό", "πρέπον". [< αγγλ. meta-ethics, 1938, γαλλ. métamoral] | |
| 30620 | μεταηθικός | , ή, ό με-τα-η-θι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στη μεταηθική: ~ά: ερωτήματα (π.χ. τι είναι καλό). Βλ. ηθικός. [< αγγλ. meta-ethical, 1938, γαλλ. métamoral] | |
| 30621 | μεταθανάτιος | , ος/α, ο με-τα-θα-νά-τι-ος επίθ.: που γίνεται, αποδίδεται ή αναφέρεται στην περίοδο μετά τον θάνατο (κάποιου): ~α: αναγνώριση/δόξα/δωρεά (οργάνων. ΑΝΤ. εν ζωή)/τιμή/φήμη (= υστεροφημία· πβ. αθανασία). ~ο: βραβείο.|| (ΘΡΗΣΚ.) ~α: ζωή/σωτηρία/τιμωρία. Βλ. επίγειος. ΣΥΝ. μετά θάνατο(ν) ● επίρρ.: μεταθανατίως | |
| 30622 | μετάθεση | με-τά-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. (για πρόσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} μετακίνηση υπαλλήλου, κυρ. εκπαιδευτικού ή στρατιωτικού, από μία οργανική θέση της υπηρεσίας του σε άλλη: μαζικές ~έσεις αστυνομικών/προσωπικού. Αίτηση ~ης/για ~. Βάσεις/εγκύκλιος/μόρια ~έσεων. Πήρε ~ για ... Ανακοινώθηκαν οι ~έσεις καθηγητών για το έτος ... Βλ. απόσπαση, διορισμός, τοποθέτηση. 2. αναβολή για κάποιο χρονικό διάστημα: (ενδεχόμενη/πιθανή/χρονική) ~ του αγώνα/των εκλογών/των εξετάσεων/της ημερομηνίας διεξαγωγής του διαγωνισμού. 3. (μτφ.) μετατόπιση: Η ~ των ευθυνών σε τρίτους/του προβλήματος στα παιδιά δεν αποτελεί λύση. Πβ. απόδοση, καταλογισμός. 4. ΓΡΑΜΜ. αλλαγή της σειράς φθόγγων στην ίδια λέξη: Η λέξη "φούχτα" με ~ γίνεται "χούφτα". 5. ΒΙΟΛ. γενετική ανωμαλία που οφείλεται στη μεταφορά τμήματος ενός χρωμοσώματος, συνήθ. σε ένα μη ομόλογό του: αμοιβαία ~ γενετικού υλικού μεταξύ των χρωμοσωμάτων 9 και 22 (πβ. μυελογενής λευχαιμία). 6. ΧΗΜ. οργανική αντίδραση κατά την οποία ένα άτομο ή μία ρίζα ενός μορίου αντικαθίσταται από άλλο άτομο ή άλλη ρίζα. 7. ΜΑΘ. αλλαγή της σειράς διαδοχής των στοιχείων ενός συνόλου, η οποία εξαρτάται μόνο από τη σειρά με την οποία ήταν διατεταγμένα αρχικώς. 8. ΨΥΧΟΛ. -ΨΥΧΑΝ. ασυνείδητος μηχανισμός κατά τον οποίο συναισθήματα, ιδέες, επιθυμίες μεταφέρονται από το αρχικό τους αντικείμενο σε ένα πιο αποδεκτό υποκατάστατο. ● ΣΥΜΠΛ.: δυσμενής μετάθεση βλ. δυσμενής [< αρχ. μετάθεσις 1,6: γαλλ. déplacement 2: αγγλ. postponement 3: γαλλ. transfert 4: μτγν. μετάθεσις, γαλλ. métathèse, γερμ. Metathese 5: αγγλ. translocation, 1923 6: αγγλ. metathesis 7: αγγλ. transposition 8: γαλλ. transfert, 1910] | |
| 30623 | μεταθέσιμος | , η/ος, ο με-τα-θέ-σι-μος επίθ.: που μπορεί να μετατεθεί: μη ~η άδεια. ~α γενετικά στοιχεία. Πβ. μεταθετός. Βλ. αμετάθετος. [< μεσν. μεταθέσιμος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ