Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [31300-31320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30610μεταδότηςμε-τα-δό-της ουσ. (αρσ.): συσκευή ή σπάν. πρόσωπο που μεταδίδει κάτι: (ΤΕΧΝΟΛ.-ΤΗΛΕΠ.) ~ θερμοκρασίας/πίεσης/ροής (βλ. διακόπτης). Ασύρματος ~ αρχείων.|| Ο εκπαιδευτικός εκτός από ~ γνώσεων είναι και παιδαγωγός. [< μτγν. μεταδότης, αγγλ. transmitter]
30611μεταδοτικός, ή, ό με-τα-δο-τι-κός επίθ. 1. που μπορεί να μεταδοθεί (εύκολα): (ΙΑΤΡ.) ~ή: ασθένεια. Ο ιός της ευλογιάς είναι εξαιρετικά ~. Πβ. επιδημικός, ιογόνος, λοιμώδης, μεταδόσιμος, μολυσματικός.|| (κατ' επέκτ.) Το γέλιο/χασμουρητό είναι ~ό. ΣΥΝ. κολλητικός (1) 2. (κυρ. για διδάσκοντα) ικανός στο να μεταδίδει τις γνώσεις του στους άλλους με εύληπτο τρόπο: Ο νέος μαθηματικός είναι (πολύ) ~. ● επίρρ.: μεταδοτικά [< 1: αρχ. μεταδοτικός, γαλλ. transmissible, contagieux]
30612μεταδοτικότηταμε-τα-δο-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. για διδάσκοντα) ικανότητα μετάδοσης γνώσεων στους άλλους με εύληπτο τρόπο: καθηγήτρια με άριστη ~. Έχει ~/το χάρισμα της επικοινωνιακότητας και ~ας. 2. ΙΑΤΡ. η ιδιότητα μολυσματικού παράγοντα να μεταδίδεται: Η ~ της νόσου είναι μεγάλη/υψηλή. Βλ. υπερ~, -ότητα. [< 1: γαλλ. transmissibilité 2: γαλλ. contagiosité]
30613μεταδρομολόγησημε-τα-δρο-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αλλαγή δρομολογίου: ~ του πλοίου από μια ακτοπλοϊκή γραμμή σε άλλη.
30614μεταεθνικός, ή, ό με-τα-ε-θνι-κός επίθ.: υπερεθνικός. Πβ. υπερκρατικός.
30615μεταεπαναστατικόςβλ. μετεπαναστατικός
30616μεταεπεξεργασίαμε-τα-ε-πε-ξερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. επεξεργασία που γίνεται σε τελικό στάδιο, συνήθ. πριν από την παρουσίαση δεδομένων: ~ γνώσης/εικόνων. [< αγγλ. postprocessing, 1966]
30617μεταεπεξεργαστήςμε-τα-ε-πε-ξερ-γα-στής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. υπολογιστικό πρόγραμμα που επεξεργάζεται τα αποτελέσματα άλλου προγράμματος, π.χ. για να τα εκτυπώσει: ~ γραφικών. [< αγγλ. post-processor, 1967]
30618μετάζωαμε-τά-ζω-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. ζωικοί οργανισμοί που αποτελούνται από πολλά και διαφοροποιημένα κύτταρα. ΑΝΤ. πρωτόζωα [< γαλλ. métazoaire s, αγγλ. Metazoa]
30619μεταηθικήμε-τα-η-θι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. κλάδος της Ηθικής που μελετά τη σημασία και χρήση ηθικών όρων, όπως "καλό", "κακό", "πρέπον". [< αγγλ. meta-ethics, 1938, γαλλ. métamoral]
30620μεταηθικός, ή, ό με-τα-η-θι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στη μεταηθική: ~ά: ερωτήματα (π.χ. τι είναι καλό). Βλ. ηθικός. [< αγγλ. meta-ethical, 1938, γαλλ. métamoral]
30621μεταθανάτιος, ος/α, ο με-τα-θα-νά-τι-ος επίθ.: που γίνεται, αποδίδεται ή αναφέρεται στην περίοδο μετά τον θάνατο (κάποιου): ~α: αναγνώριση/δόξα/δωρεά (οργάνων. ΑΝΤ. εν ζωή)/τιμή/φήμη (= υστεροφημία· πβ. αθανασία). ~ο: βραβείο.|| (ΘΡΗΣΚ.) ~α: ζωή/σωτηρία/τιμωρία. Βλ. επίγειος. ΣΥΝ. μετά θάνατο(ν) ● επίρρ.: μεταθανατίως
30622μετάθεσημε-τά-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. (για πρόσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} μετακίνηση υπαλλήλου, κυρ. εκπαιδευτικού ή στρατιωτικού, από μία οργανική θέση της υπηρεσίας του σε άλλη: μαζικές ~έσεις αστυνομικών/προσωπικού. Αίτηση ~ης/για ~. Βάσεις/εγκύκλιος/μόρια ~έσεων. Πήρε ~ για ... Ανακοινώθηκαν οι ~έσεις καθηγητών για το έτος ... Βλ. απόσπαση, διορισμός, τοποθέτηση. 2. αναβολή για κάποιο χρονικό διάστημα: (ενδεχόμενη/πιθανή/χρονική) ~ του αγώνα/των εκλογών/των εξετάσεων/της ημερομηνίας διεξαγωγής του διαγωνισμού. 3. (μτφ.) μετατόπιση: Η ~ των ευθυνών σε τρίτους/του προβλήματος στα παιδιά δεν αποτελεί λύση. Πβ. απόδοση, καταλογισμός. 4. ΓΡΑΜΜ. αλλαγή της σειράς φθόγγων στην ίδια λέξη: Η λέξη "φούχτα" με ~ γίνεται "χούφτα". 5. ΒΙΟΛ. γενετική ανωμαλία που οφείλεται στη μεταφορά τμήματος ενός χρωμοσώματος, συνήθ. σε ένα μη ομόλογό του: αμοιβαία ~ γενετικού υλικού μεταξύ των χρωμοσωμάτων 9 και 22 (πβ. μυελογενής λευχαιμία). 6. ΧΗΜ. οργανική αντίδραση κατά την οποία ένα άτομο ή μία ρίζα ενός μορίου αντικαθίσταται από άλλο άτομο ή άλλη ρίζα. 7. ΜΑΘ. αλλαγή της σειράς διαδοχής των στοιχείων ενός συνόλου, η οποία εξαρτάται μόνο από τη σειρά με την οποία ήταν διατεταγμένα αρχικώς. 8. ΨΥΧΟΛ. -ΨΥΧΑΝ. ασυνείδητος μηχανισμός κατά τον οποίο συναισθήματα, ιδέες, επιθυμίες μεταφέρονται από το αρχικό τους αντικείμενο σε ένα πιο αποδεκτό υποκατάστατο. ● ΣΥΜΠΛ.: δυσμενής μετάθεση βλ. δυσμενής [< αρχ. μετάθεσις 1,6: γαλλ. déplacement 2: αγγλ. postponement 3: γαλλ. transfert 4: μτγν. μετάθεσις, γαλλ. métathèse, γερμ. Metathese 5: αγγλ. translocation, 1923 6: αγγλ. metathesis 7: αγγλ. transposition 8: γαλλ. transfert, 1910]
30623μεταθέσιμος, η/ος, ο με-τα-θέ-σι-μος επίθ.: που μπορεί να μετατεθεί: μη ~η άδεια. ~α γενετικά στοιχεία. Πβ. μεταθετός. Βλ. αμετάθετος. [< μεσν. μεταθέσιμος]
30624μεταθετός, ή, ό με-τα-θε-τός επίθ.: που μπορεί να μετατεθεί: (ΒΙΟΛ.) ~ά γενετικά στοιχεία (: τμήματα του γονιδιώματος που μπορούν να μεταφέρονται από μία χρωμοσωμική θέση σε άλλη). ● Ουσ.: μεταθετό (το): δυνατότητα αλλαγής θέσεως υπαλλήλου ή μητροπολίτη, ανάλογα με τις ανάγκες. ΑΝΤ. αμετάθετο [< γαλλ. amovible , transposable]
30625μεταθέτωμε-τα-θέ-τω ρ. (μτβ.) {μετέθε-σε (προφ.) μετάθεσε, μεταθέ-σω, μετα-τίθεται (προφ.) μεταθέτεται, μετα-τέθηκε (λόγ. μετετέθ-η, -ησαν), -τεθεί, μεταθέτ-οντας, μετα-τιθέμενος, -τεθειμένος} (μτβ.) 1. (μτφ.) μετατοπίζω: Μη ~εις τις ευθύνες σε άλλους. Οι νέες νομοθετικές ρυθμίσεις ~ουν το βάρος της φορολογίας στους μικροϊδιοκτήτες. Με προσωρινά μέτρα απλώς ~ουμε το πρόβλημα στις επόμενες γενιές. 2. ορίζω άλλη ημερομηνία για ένα γεγονός, αναβάλλω: ~ μια διαδικασία/συζήτηση/συναυλία στο μέλλον. ~τίθεται η έναρξη της εξεταστικής για τον Ιούνιο. Ο αγώνας ~τέθηκε από την πρώτη Κυριακή του μήνα στη δεύτερη. 3. μετακινώ κάποιον σε άλλη υπηρεσιακή θέση: ~ έναν αστυνομικό/εκπαιδευτικό/υπάλληλο. Ο εισαγγελέας ~τίθεται στο Εφετείο της συμπρωτεύουσας.|| (για στρατιώτη) ~τέθηκε στην παραμεθόριο. [< μεσν. μεταθέτω]
30626μεταθεωρητικός, ή, ό με-τα-θε-ω-ρη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μεταθεωρία: ~ή: ανάλυση/προσέγγιση. Βλ. μετα-γλωσσικός, -γνωστικός. [< αγγλ. metatheoretical, 1953, γαλλ. métathéorique]
30627μεταθεωρίαμε-τα-θε-ω-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία που αναλύει άλλα θεωρητικά συστήματα. Βλ. μετα-γλώσσα, -γνώση. [< αγγλ. metatheory, 1956, γαλλ. métathéorie]
30628μεταθρησκευτικός, ή, ό με-τα-θρη-σκευ-τι-κός επίθ.: που είναι πέρα και πάνω από τις διάφορες θρησκείες: ~ή: ανθρωπολογία/εποχή/κοινωνία. Βλ. μεταεθνικός. [< αγγλ. post-religious]
30629μεταθώρακαςμε-τα-θώ-ρα-κας ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. ο τρίτος και τελευταίος δακτύλιος του θώρακα των εντόμων που φέρει ένα ζεύγος ποδιών και ένα ή δύο ζεύγη φτερών. Βλ. μεσοθώρακας. [< γαλλ. métathorax, αγγλ. metathorax]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.