| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30630 | μεταϊμπρεσιονισμός | με-τα-ϊ-μπρε-σι-ο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & μετεμπρεσιονισμός (κ. με κεφαλ. το αρχικό Μ): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγραφικό κίνημα που εμφανίστηκε στη Γαλλία στα τέλη του 19ου αι. ως αντίδραση στον ιμπρεσιονισμό. Βλ. εξπρεσιον-, κυβ-, σουρεαλ-, υπερρεαλ-, φοβ-, φουτουρ-ισμός. [< γαλλ. postimpressionnisme] | |
| 30631 | μεταϊμπρεσιονιστής | με-τα-ϊ-μπρε-σι-ο-νι-στής επίθ./ουσ. & μετεμπρεσιονιστής: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγράφος, οπαδός του μεταϊμπρεσιονισμού. Βλ. εξπρεσιον-, ιμπρεσιον-, κυβ-, σουρεαλ-, φοβ-, φουτουρ-ιστής. [< γαλλ. postimpressionniste] | |
| 30632 | μεταϊμπρεσιονιστικός | , ή, ό με-τα-ϊ-μπρε-σι-ο-νι-στι-κός επίθ. & μετεμπρεσιονιστικός: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που αναφέρεται στον μεταϊμπρεσιονισμό. Βλ. εξπρεσιον-, ιμπρεσιον-, κυβ-, σουρεαλ-, υπερρεαλ-, φοβ-, φουτουρ-ιστικός. [< γαλλ. postimpressionniste] | |
| 30633 | μεταίσθημα | με-ταί-σθη-μα ουσ. (ουδ.) ΙΑΤΡ.-ΦΥΣ.: μετείκασμα. | |
| 30634 | μεταϊστορία | με-τα-ϊ-στο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΣΤ.-ΦΙΛΟΣ. σύγχρονο επιστημονικό ρεύμα που υποστηρίζει ότι η αντικειμενική ιστορία είναι αδύνατη. 2. ΕΚΚΛΗΣ. η ουράνια βασιλεία του Θεού. Βλ. εσχατολογία. 3. η φιλοσοφία της ιστορίας, ο λόγος για την ιστορία. [< αγγλ. metahistory, 1957, γαλλ. métahistoire] | |
| 30635 | μεταϊστορικός | , ή, ό με-τα-ϊ-στο-ρι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ.-ΙΣΤ.-ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στη μεταϊστορία. ● επίρρ.: μεταϊστορικά [< αγγλ. metahistorical, 1945] | |
| 30636 | μεταιχμιακός | , ή, ό με-ταιχ-μι-α-κός επίθ.: που βρίσκεται στο μεταίχμιο ή σχετίζεται με αυτό: ~ή: εποχή/περίοδος. ~ές: καταστάσεις. Βλ. μεταβατικός, οριακός.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) ~ός: λοβός. ● ΣΥΜΠΛ.: μεταιχμιακό σύστημα (του εγκεφάλου): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. σύνολο εγκεφαλικών δομών που ελέγχουν κυρ. τα συναισθήματα, τη θρέψη και το σεξουαλικό ένστικτο. [< αγγλ. limbic system, 1952] , οριακή διαταραχή προσωπικότητας βλ. διαταραχή | |
| 30637 | μεταίχμιο | με-ταίχ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (λόγ.): όριο, διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε δύο αντίθετες καταστάσεις: στο ~ ζωής και θανάτου. Η εφηβεία βρίσκεται/είναι στο ~ μεταξύ παιδικότητας και ενηλικίωσης. Το έργο της ισορροπεί/κινείται στο ~ δύο εποχών/κόσμων. Ζούμε σε ένα ιστορικό ~. Πβ. μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. [< αρχ. μεταίχμιον] | |
| 30638 | μετακαλώ | [μετακαλῶ] με-τα-κα-λώ ρ. (μτβ.) {μετακαλ-είς ... | μετακάλ-εσε κ. μετεκάλ-εσε, μετακαλ-έσει, -είται, μετακλή-θηκε (λόγ. μετεκλή-θη, μτχ. μετακλη-θείς, -θείσα, -θέν), μετακλη-θεί, μετακαλ-ούμενος, -ώντας} (επίσ.): προσκαλώ κάποιον επισήμως για την επίτευξη ενός σκοπού· (ειδικότ.-σπανιότ.) ζητώ από υπάλληλο να επανέλθει στην έδρα, στη θέση του, ανακαλώ: Το Υπουργείο ~εσε εμπειρογνώμονες σε θέματα υγείας. ~θηκε ως καθηγητής στο πανεπιστήμιο ... [< αρχ. μετακαλῶ ‘ξανακαλώ πίσω’] | |
| 30639 | μετακαπιταλισμός | με-τα-κα-πι-τα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (σπάν.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. κατάσταση που επικρατεί μετά την πτώση του καπιταλισμού σε μια χώρα. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. postcapitalism] | |
| 30640 | μετακαπιταλιστικός | , ή, ό με-τα-κα-πι-τα-λι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται στον μετακαπιταλισμό: ~ή: εποχή/κοινωνία. ~ό: σύστημα. [< αγγλ. postcapitalist, 1936] | |
| 30641 | μετακάρπιο | με-τα-κάρ-πι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το τμήμα του χεριού ανάμεσα στον καρπό και τα δάχτυλα, που αποτελείται από πέντε οστά· καθένα από αυτά: Υπέστη κάταγμα στο τρίτο ~ (του αριστερού/δεξιού χεριού). Βλ. μετατάρσιο. [< μτγν. μετακάρπιον, γαλλ. métacarpe, αγγλ. metacarpus] | |
| 30642 | μετακάρπιος | , α, ο με-τα-κάρ-πι-ος επίθ. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.: που αναφέρεται στο μετακάρπιο: ~α: άρθρωση. Βλ. μετατάρσιος. ● Ουσ.: μετακάρπια (τα): μετακάρπια οστά. [< μτγν. μετακάρπιος, γαλλ. métacarpien, αγγλ. metacarpal] | |
| 30643 | μετακατοχικός | , ή, ό με-τα-κα-το-χι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην περίοδο μετά τη Γερμανική Κατοχή: ~ή: Ελλάδα/κυβέρνηση. ~ά: χρόνια. Βλ. κατοχικός. | |
| 30644 | μετάκαυση | με-τά-καυ-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. -ΤΕΧΝΟΛ. (συνήθ. σε στροβιλοαντιδραστήρες) διαδικασία εμπλουτισμού των καυσαερίων μηχανής εσωτερικής καύσης, ώστε να αυξηθεί η ωστική της δύναμη: θερμική/καταλυτική ~. Υπερηχητική πτήση χωρίς ~. Απογείωση πολεμικού σκάφους με πλήρη ~. [< αγγλ. after-burning] | |
| 30645 | μετακαυστήρας | με-τα-καυ-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. -ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή όπου συντελείται η μετάκαυση: θερμικός/καταλυτικός ~. ~ες μαχητικών αεροσκαφών. Βλ. -τήρας. [< αγγλ. afterburner, 1947] | |
| 30646 | μετακεντρικός | , ή, ό με-τα-κε-ντρι-κός επίθ.: ΝΑΥΤ. που αναφέρεται στο μετάκεντρο: ~ή: ακτίνα. ~ό: ύψος (: η απόσταση από το μετάκεντρο μέχρι το κέντρο βάρους ενός πλοίου, βλ. ευστάθεια, ισορροπία). [< γαλλ. métacentrique, αγγλ. metacentric] | |
| 30647 | μετάκεντρο | με-τά-κε-ντρο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. νοητό σημείο τομής της κατακορύφου που διέρχεται από το κέντρο άνωσης ενός σώματος που επιπλέει, με την κατακόρυφο που περνά από το νέο κέντρο άνωσής του, όταν το σώμα μετακινηθεί. [< γαλλ. métacentre , αγγλ. metacentre] | |
| 30648 | μετακενώνω | με-τα-κε-νώ-νω ρ. (μτβ.) {μετακένω-σε, μετακενώ-σει, -θηκε, -θεί} (απαιτ. λεξιλόγ.): μεταδίδω, ιδέες, γνώσεις, θεωρίες, αξίες, πολιτισμό: Ένα μήνυμα μπορεί να ~θεί με ποικίλα μέσα. ΣΥΝ. μεταλαμπαδεύω (1), μεταφυτεύω (2) [< μτγν. μετακενῶ ‘αδειάζω (σε άλλο δοχείο)’] | |
| 30649 | μετακένωση | με-τα-κέ-νω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): μετάδοση ιδεών, γνώσεων, θεωριών, αξιών, πολιτισμών: ~ της βυζαντινής κληρονομιάς στη Δύση. ΣΥΝ. μεταλαμπάδευση (1), μεταφύτευση (2) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ