Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31320-31340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30644μετάκαυσημε-τά-καυ-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. -ΤΕΧΝΟΛ. (συνήθ. σε στροβιλοαντιδραστήρες) διαδικασία εμπλουτισμού των καυσαερίων μηχανής εσωτερικής καύσης, ώστε να αυξηθεί η ωστική της δύναμη: θερμική/καταλυτική ~. Υπερηχητική πτήση χωρίς ~. Απογείωση πολεμικού σκάφους με πλήρη ~. [< αγγλ. after-burning]
30645μετακαυστήραςμε-τα-καυ-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. -ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή όπου συντελείται η μετάκαυση: θερμικός/καταλυτικός ~. ~ες μαχητικών αεροσκαφών. Βλ. -τήρας. [< αγγλ. afterburner, 1947]
30646μετακεντρικός, ή, ό με-τα-κε-ντρι-κός επίθ.: ΝΑΥΤ. που αναφέρεται στο μετάκεντρο: ~ή: ακτίνα. ~ό: ύψος (: η απόσταση από το μετάκεντρο μέχρι το κέντρο βάρους ενός πλοίου, βλ. ευστάθεια, ισορροπία). [< γαλλ. métacentrique, αγγλ. metacentric]
30647μετάκεντρομε-τά-κε-ντρο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. νοητό σημείο τομής της κατακορύφου που διέρχεται από το κέντρο άνωσης ενός σώματος που επιπλέει, με την κατακόρυφο που περνά από το νέο κέντρο άνωσής του, όταν το σώμα μετακινηθεί. [< γαλλ. métacentre , αγγλ. metacentre]
30648μετακενώνωμε-τα-κε-νώ-νω ρ. (μτβ.) {μετακένω-σε, μετακενώ-σει, -θηκε, -θεί} (απαιτ. λεξιλόγ.): μεταδίδω, ιδέες, γνώσεις, θεωρίες, αξίες, πολιτισμό: Ένα μήνυμα μπορεί να ~θεί με ποικίλα μέσα. ΣΥΝ. μεταλαμπαδεύω (1), μεταφυτεύω (2) [< μτγν. μετακενῶ ‘αδειάζω (σε άλλο δοχείο)’]
30649μετακένωσημε-τα-κέ-νω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): μετάδοση ιδεών, γνώσεων, θεωριών, αξιών, πολιτισμών: ~ της βυζαντινής κληρονομιάς στη Δύση. ΣΥΝ. μεταλαμπάδευση (1), μεταφύτευση (2)
30650μετακίνησημε-τα-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. μεταφορά 1. (για πρόσωπα, ζώα ή αγαθά) το να πάει κάποιος από ένα μέρος σε άλλο: άνετη/γρήγορη/δωρεάν ~. ~ με αεροπλάνο/αυτοκίνητο/λεωφορείο/μετρό/πλοίο/ποδήλατο/τα πόδια/ταξί. ~ από .../προς ... ~ ετεροδημοτών (: για άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος). Αεροπορικές/οδικές/(υπερ)αστικές ~ήσεις. Ασφαλείς ~ήσεις μαθητών. ~ήσεις εξωτερικού/εσωτερικού. Δελτία/κάρτες ~ης ΑΜΕΑ. Μη εμπορικού χαρακτήρα ~ήσεις ζώων συντροφιάς. ~ήσεις εντός πόλεως με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς.|| Διασυνοριακή/ελεύθερη ~ εργαζομένων. Έξοδα ~ης (= οδοιπορικά). Βίαιες/μαζικές ~ήσεις πληθυσμών (πβ. διωγμός, εκτόπιση, μετανάστευση).|| (μτφ.) ~ήσεις ψηφοφόρων (από ένα κόμμα σε άλλο). ΣΥΝ. μετάβαση (1) 2. αλλαγή θέσης, μετατόπιση: Απολίθωμα δεινοσαύρου δίνει στοιχεία για τη ~ των ηπείρων.|| (κατ' επέκτ.) ~ήσεις φοιτητών με το πρόγραμμα Εράσμους. Δεν θεωρείται πιθανή η ~ή του στο Υπουργείο Εξωτερικών. Η εταιρεία ανακοίνωσε ~ήσεις στελεχών της. Πβ. μετάθεση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αυτόματη ~. ~ αρχείου. ~ με πλήκτρα/το ποντίκι. ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσική μετακίνηση/μετατόπιση: (στην κοινωνιογλωσσολογία) το φαινόμενο κατά το οποίο μια γλωσσική κοινότητα, συνήθ. δίγλωσση, υιοθετεί τη χρήση μιας νέας γλώσσας, ενώ ταυτόχρονα χάνει τη γλώσσα που χρησιμοποιούσε μέχρι τότε ως πρώτη. [< αγγλ. language shift, 1953] , Ευρωπαϊκή Εβδομάδα Μετακίνησης: το διάστημα από 16 έως 22 Σεπτεμβρίου που είναι αφιερωμένο στην ευαισθητοποίηση των πολιτών σε περιβαλλοντικά προβλήματα, μέσω της προώθησης οικολογικών τρόπων και μέσων μεταφοράς και της συνετής χρήσης του αυτοκινήτου. [< αγγλ. European Mobility Week] , οικολογική μετακίνηση: ΟΙΚΟΛ. που γίνεται με μέσα μεταφοράς φιλικά προς το περιβάλλον ή με τα πόδια: ~ ~ στις πόλεις. Βλ. ηλεκτροκίνηση. [< αγγλ. ecomobility] , ελευθερία (της) εγκατάστασης/(της) μετακίνησης/(της) μετανάστευσης βλ. ελευθερία [< μτγν. μετακίνησις, αγγλ. moving]
30651μετακινήσιμος, η, ο με-τα-κι-νή-σι-μος επίθ. (επιστ.): (συνήθ. για πράγματα) που είναι δυνατό να μετακινηθεί, να μεταφερθεί: ~η θήκη σκληρού δίσκου. Πβ. φορητός. ΑΝΤ. αμετακίνητος (2)
30652μετακινώ[μετακινῶ] με-τα-κι-νώ ρ. (μτβ.) {μετακιν-είς ..., -ώντας | μετακίν-ησα, -ήσω, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθώ, -ούμενος, -ημένος} 1. τοποθετώ κάποιον ή κάτι σε άλλη θέση, μετατοπίζω, μεταθέτω: Μπορείς να με βοηθήσεις να ~ήσουμε τον καναπέ (πβ. μεταφέρω, σηκώνω); (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ήστε (= σύρετε) το ποντίκι πάνω στην εικόνα. ~ούμενο: κάθισμα/καπάκι/φορτίο.|| (για πρόσ.) ~ήθηκε στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού.|| (μτφ.) Είναι η μόνη που τόσο καιρό δεν έχει ~ηθεί από τις αρχικές της απόψεις (: δεν τις έχει αλλάξει). ~ούμενοι ψηφοφόροι. 2. (συνήθ. μεσοπαθ.) πηγαίνω από έναν τόπο ή μέρος σε άλλο: Μέσα στην πόλη ~ούμαι με το ποδήλατο. Σε περίπτωση καύσωνα, μη ~είστε άσκοπα. Στρατιωτικές δυνάμεις ~ήθηκαν στα σύνορα. Μάζα κρύου αέρα ~ήθηκε από την Κεντρική Ευρώπη στα Βαλκάνια. Όλος ο οικισμός χρειάστηκε να ~ηθεί, για να μην κινδυνέψει από τις πλημμύρες. ● ΣΥΜΠΛ.: μετακινούμενος εργαζόμενος βλ. εργαζόμενος [< αρχ. μετακινῶ, αγγλ. move]
30653μετακιόνιομε-τα-κι-ό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΙΤ. το διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών κιόνων. [< μτγν. μετακιόνιον]
30654μετακλασικός, ή, ό με-τα-κλα-σι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. -ΙΣΤ.-ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται στην περίοδο μετά την κλασική: ~ή: εποχή. ~οί: χρόνοι. Βλ. αρχαϊκός. ΑΝΤ. προκλασικός [< γαλλ. postclassique]
30655μετάκλησημε-τά-κλη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): το να μετακαλείται κάποιος: ~ Ελλήνων επιστημόνων από το εξωτερικό/εμπειρογνωμόνων/καθηγητών/(ξένων) καλλιτεχνών.|| ~ήσεις αλλοδαπών εργατών. [< μτγν. μετάκλησις, γαλλ. rappel]
30656μετακλητός, ή, ό με-τα-κλη-τός επίθ. (επίσ.): που έχει ή μπορεί να μετακληθεί: ~ή: θέση. ~οί: υπάλληλοι. ~ά: μέλη (διοικητικού συμβουλίου)/στελέχη. Στη νέα υπηρεσία προΐσταται ~ Ειδικός Γραμματέας. Βλ. αποσπασμένος. ΑΝΤ. αμετάκλητος [< γαλλ. révocable]
30657μετακομιδήμε-τα-κο-μι-δή ουσ. (θηλ.): ανακομιδή. [< μτγν. μετακομιδή]
30658μετακομίζωμε-τα-κο-μί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μετακόμι-σα, μετακομί-σω, -στηκε, μετακομίζ-οντας} 1. αλλάζω σπίτι, τόπο κατοικίας ή χώρο εργασίας: ~σαν μόνιμα στο εξωτερικό. Η εταιρεία σύντομα θα ~σει (= μεταστεγαστεί) στο καινούργιο της κτίριο. 2. (σπάν.) μετακινώ, μεταφέρω: ~σε τον καναπέ από το σαλόνι στο υπνοδωμάτιο. Βλ. δια~. [< αρχ. μετακομίζω 'μεταφέρω', γαλλ. déménager]
30659μετακόμισημε-τα-κό-μι-ση ουσ. (θηλ.) 1. αλλαγή σπιτιού, τόπου κατοικίας ή χώρου εργασίας: οριστική/προσωρινή ~ μιας εταιρείας (= μεταστέγαση, μετεγκατάσταση)/οικογένειας (πβ. μετοίκηση). ~ από διαμέρισμα σε μονοκατοικία/στο εξωτερικό. Το Σαββατοκύριακο έχουμε/θα κάνουμε (τη) ~. Το κατάστημα είναι υπό ~. 2. μεταφορά πραγμάτων από ένα μέρος ή μια θέση σε άλλο/η: (ασφαλής) ~ επίπλων/οικοσκευής. Έξοδα ~ης. Διεθνείς ~ίσεις. Γραφείο/εταιρεία μεταφορών-~ίσεων. Ανυψωτικά (μηχανήματα) ~ίσεων. [< μτγν. μετακόμισις ‘μεταφορά’, γαλλ. déménagement]
30660μετακομιστικός, ή, ό με-τα-κο-μι-στι-κός επίθ. 1. που αναλαμβάνει μετακομίσεις: ~ή εταιρεία. ΣΥΝ. μεταφορικός (1) 2. διαμετακομιστικός. [< μεσν. μετακομιστικός]
30661μετακομμουνισμόςμε-τα-κομ-μου-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (σπάν.): ΠΟΛΙΤ. κατάσταση που επικρατεί μετά την κατάλυση του κομμουνιστικού καθεστώτος σε μια χώρα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. postcommunisme, 1989]
30662μετακομμουνιστήςμε-τα-κομ-μου-νι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο με πολιτικό ρόλο σε ένα κράτος μετά την κατάλυση σε αυτό του κομμουνισμού: (ως επίθ.) Υπήρξε ο πρώτος ~ πρωθυπουργός της χώρας. [< γαλλ. postcommuniste, 1989]
30663μετακομμουνιστικός, ή, ό με-τα-κομ-μου-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μετακομμουνισμό: ~ή: εποχή. ~ές: χώρες. ~ά: καθεστώτα. [< γαλλ. postcommuniste, 1989]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.