| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30664 | μετακριτική | με-τα-κρι-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. εξέταση των συλλογισμών και της διαδικασίας της ίδιας της κριτικής. [< γαλλ. métacritique, αγγλ. metacriticism, 1966] | |
| 30665 | μετακριτικός | , ή, ό με-τα-κρι-τι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που ακολουθεί ή συμβαίνει μετά από μια επιληπτική κρίση: Μετά από μία σύντομη ~ή φάση, το παιδί ανέκτησε πλήρως τις αισθήσεις του. 2. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη μετακριτική: ~ή: ανάλυση/θεωρία. [< γαλλ. métacritique, αγγλ. metacritical, 1963] | |
| 30666 | μετακύλιση | με-τα-κύ-λι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μετάθεση, μετατόπιση: ~ των ευθυνών στις επερχόμενες γενιές. (ΟΙΚΟΝ.) ~ του κόστους στους καταναλωτές/φόρων. [< μεσν. μετακύλισις] | |
| 30667 | μετακυλίω | με-τα-κυ-λί-ω ρ. (μτβ.) {μετακύλι-σε, μετακυλί-σει, -στηκε, -στεί, -οντας} (λόγ.) & (προφ.) μετακυλώ: μεταθέτω, μετατοπίζω: Η κυβέρνηση ~ει το βάρος/την ευθύνη/το κόστος στα ασφαλιστικά ταμεία. [< μτγν. μετακυλίω] | |
| 30668 | μέταλ | μέ-ταλ επίθ./ουσ. {θηλ. κ. ουδ. | άκλ.} & χέβι μέταλ: ΜΟΥΣ. είδος ροκ μουσικής το οποίο χαρακτηρίζεται από τη χρήση ηλεκτρικής κιθάρας και ντραμς, την ένταση στον ήχο, τα κιθαριστικά σόλο μεγάλης διάρκειας και τους αντισυμβατικούς στίχους: γκόθικ ~. Ακούω/παίζω ~.|| (ως επίθ.) (χέβι) ~ γκρουπ/κομμάτι/συγκρότημα/συναυλία. Είναι ~ (= μεταλάς). [< αγγλ. heavy metal, 1964, γαλλ. (heavy) metal, περ. 1970] | |
| 30669 | μεταλαβαίνω | με-τα-λα-βαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μετάλαβα κ. μετέλαβα, μεταλάβω} & (λόγ.) μεταλαμβάνω ΕΚΚΛΗΣ. 1. (για πιστό) κοινωνώ: Νηστεύω για να μεταλάβω. 2. (για ιερέα) δίνω σε ορθόδοξο χριστιανό τη Θεία Κοινωνία. [< μεσν. μεταλαβαίνω] | |
| 30670 | μεταλαβιά | με-τα-λα-βιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): Θεία Κοινωνία. | |
| 30671 | μεταλάδικο | με-τα-λά-δι-κο ουσ. (ουδ.) & μεταλλάδικο (νεαν. αργκό): μπαρ ή κλαμπ όπου μπορεί κάποιος να ακούσει μέταλ μουσική. Βλ. -άδικο, ροκάδικο. | |
| 30672 | μεταλάδικος | , η, ο με-τα-λά-δι-κος επίθ. & μεταλλάδικος (νεαν. αργκό): που σχετίζεται με τη μέταλ μουσική. | |
| 30673 | μεταλαμπάδευση | με-τα-λα-μπά-δευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) μετάδοση γνώσεων, ιδεών, αξιών, πολιτισμού: ~ της παράδοσης στις επερχόμενες γενιές/της τεχνολογίας. ΣΥΝ. μετακένωση, μεταφύτευση (2) 2. (σπάν.) μετάδοση φλόγας από αναμμένη δάδα, λαμπάδα. | |
| 30674 | μεταλαμπαδεύω | με-τα-λα-μπα-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {μεταλαμπάδευ-σε, μεταλαμπαδεύ-σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας} 1. (απαιτ. λεξιλόγ.-μτφ.) μεταδίδω γνώσεις, ιδέες, αξίες, πολιτισμό σε κάποιον: ~ει στους μαθητές την αγάπη της για τη μουσική. Η παράδοση ~εται από γενιά σε γενιά. Πβ. διαφωτίζω. ΣΥΝ. μετακενώνω, μεταφυτεύω (2) 2. (κυριολ.) μεταδίδω φως, φλόγα από αναμμένη δάδα, λαμπάδα: Η Ολυμπιακή Φλόγα θα ~τεί σε πολλές χώρες. [< μτγν. μεταλαμπαδεύω ‘δίνω τον πυρσό σε άλλον’] | |
| 30675 | μεταλαμπή | με-τα-λα-μπή ουσ. (θηλ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. ακτινοβολία που εμφανίζεται μερικές φορές στον ουρανό λόγω διασκορπισμού του φωτός από σωματίδια σκόνης. 2. ακτινοβολία που συνεχίζει να εκπέμπεται και μετά την απομάκρυνση της πηγής που την προκάλεσε. [< αγγλ. afterglow] | |
| 30676 | μεταλάς | με-τα-λάς ουσ. (αρσ.) & μεταλλάς (νεαν. αργκό): που ακούει μέταλ μουσική και συνήθ. ακολουθεί ανάλογο στιλ ντυσίματος και συμπεριφοράς· μουσικός της χέβι μέταλ. Βλ. ροκάς. | |
| 30677 | μεταλδεΰδη | με-ταλ-δε-ΰ-δη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. λευκό κρυσταλλικό στερεό (σύμβ. (CH3CHO)4) που χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη ή για τη δηλητηρίαση των γυμνοσάλιαγκων. Βλ. αλδεΰδη. [< γαλλ. métaldéhyde, αγγλ. metaldehyde] | |
| 30678 | μεταλεξικογραφία | με-τα-λε-ξι-κο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΛΕΞΙΚΟΓΡ. η θεωρία της λεξικογραφίας και η σχετική έρευνα. [< αγγλ. metalexicography, γαλλ. métalexicographie] | |
| 30679 | Μετάληψη | Με-τά-λη-ψη ουσ. (θηλ.) (κ. με μικρό το αρχικό μ): ΕΚΚΛΗΣ. Θεία Κοινωνία: ~ των αχράντων μυστηρίων. Η ακολουθία της Θείας ~ήψεως. ΣΥΝ. Θεία Ευχαριστία [< μτγν. μετάληψις] | |
| 30680 | μεταλίκι | βλ. μεταλλίκι & μεταλίκι | |
| 30681 | μεταλλαγή | με-ταλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) πλήρης μεταβολή, αλλαγή της φύσης ενός πράγματος, μιας κατάστασης: διαρκής/ποιοτική ~. Βιομηχανικές/κοινωνικές/πολιτισμικές ~ές. ~ της ανθρωπότητας/της δημόσιας διοίκησης/του οικογενειακού προτύπου/του πολιτικού συστήματος. Η παιδεία βρίσκεται διεθνώς σε στάδιο ~ής.|| (ΗΛΕΚΤΡΟΛ.) ~ της συχνότητας.|| (ΦΥΣ.) ~ του χυτοσιδήρου σε χάλυβα. 2. ΒΙΟΛ. μετάλλαξη: ~ ενός γονιδίου. Η καρκινογένεση χαρακτηρίζεται από μία σειρά γενετικών ~ών. Βλ. κληρονομικότητα. [< 1: αρχ. μεταλλαγή 2: γαλλ. mutation, 1903] | |
| 30682 | μετάλλαγμα | με-τάλ-λαγ-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. οργανισμός ή γονίδιο που έχει μεταλλαχθεί. [< αγγλ. mutant, 1903, γαλλ. ~, 1909] | |
| 30683 | μεταλλαγμένος | , η, ο με-ταλ-λαγ-μέ-νος επίθ. 1. ΒΙΟΛ. που έχει μεταλλαχθεί: ~ος: ιός. ~η: μορφή (πρωτεΐνης)/σόγια. ~ο: βαμβάκι/καλαμπόκι/ρύζι. ~οι: άνθρωποι (: σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας)/οργανισμοί/σπόροι. ~ες: καλλιέργειες/τροφές. ~α: γονίδια. ΣΥΝ. γενετικά/γενετικώς τροποποιημένος 2. (μτφ.) που έχει υποστεί πλήρη μεταβολή της φύσης του: ~η: κοινωνία. ● Ουσ.: μεταλλαγμένα (τα): προϊόντα, κυρ. τρόφιμα, που έχουν υποστεί μεταβολή της γενετικής τους ταυτότητας: ζώνη ελεύθερη από ~. [< αγγλ. mutated] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ