| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30650 | μετακίνηση | με-τα-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. μεταφορά 1. (για πρόσωπα, ζώα ή αγαθά) το να πάει κάποιος από ένα μέρος σε άλλο: άνετη/γρήγορη/δωρεάν ~. ~ με αεροπλάνο/αυτοκίνητο/λεωφορείο/μετρό/πλοίο/ποδήλατο/τα πόδια/ταξί. ~ από .../προς ... ~ ετεροδημοτών (: για άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος). Αεροπορικές/οδικές/(υπερ)αστικές ~ήσεις. Ασφαλείς ~ήσεις μαθητών. ~ήσεις εξωτερικού/εσωτερικού. Δελτία/κάρτες ~ης ΑΜΕΑ. Μη εμπορικού χαρακτήρα ~ήσεις ζώων συντροφιάς. ~ήσεις εντός πόλεως με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς.|| Διασυνοριακή/ελεύθερη ~ εργαζομένων. Έξοδα ~ης (= οδοιπορικά). Βίαιες/μαζικές ~ήσεις πληθυσμών (πβ. διωγμός, εκτόπιση, μετανάστευση).|| (μτφ.) ~ήσεις ψηφοφόρων (από ένα κόμμα σε άλλο). ΣΥΝ. μετάβαση (1) 2. αλλαγή θέσης, μετατόπιση: Απολίθωμα δεινοσαύρου δίνει στοιχεία για τη ~ των ηπείρων.|| (κατ' επέκτ.) ~ήσεις φοιτητών με το πρόγραμμα Εράσμους. Δεν θεωρείται πιθανή η ~ή του στο Υπουργείο Εξωτερικών. Η εταιρεία ανακοίνωσε ~ήσεις στελεχών της. Πβ. μετάθεση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αυτόματη ~. ~ αρχείου. ~ με πλήκτρα/το ποντίκι. ● ΣΥΜΠΛ.: γλωσσική μετακίνηση/μετατόπιση: (στην κοινωνιογλωσσολογία) το φαινόμενο κατά το οποίο μια γλωσσική κοινότητα, συνήθ. δίγλωσση, υιοθετεί τη χρήση μιας νέας γλώσσας, ενώ ταυτόχρονα χάνει τη γλώσσα που χρησιμοποιούσε μέχρι τότε ως πρώτη. [< αγγλ. language shift, 1953] , Ευρωπαϊκή Εβδομάδα Μετακίνησης: το διάστημα από 16 έως 22 Σεπτεμβρίου που είναι αφιερωμένο στην ευαισθητοποίηση των πολιτών σε περιβαλλοντικά προβλήματα, μέσω της προώθησης οικολογικών τρόπων και μέσων μεταφοράς και της συνετής χρήσης του αυτοκινήτου. [< αγγλ. European Mobility Week] , οικολογική μετακίνηση: ΟΙΚΟΛ. που γίνεται με μέσα μεταφοράς φιλικά προς το περιβάλλον ή με τα πόδια: ~ ~ στις πόλεις. Βλ. ηλεκτροκίνηση. [< αγγλ. ecomobility] , ελευθερία (της) εγκατάστασης/(της) μετακίνησης/(της) μετανάστευσης βλ. ελευθερία [< μτγν. μετακίνησις, αγγλ. moving] | |
| 30651 | μετακινήσιμος | , η, ο με-τα-κι-νή-σι-μος επίθ. (επιστ.): (συνήθ. για πράγματα) που είναι δυνατό να μετακινηθεί, να μεταφερθεί: ~η θήκη σκληρού δίσκου. Πβ. φορητός. ΑΝΤ. αμετακίνητος (2) | |
| 30652 | μετακινώ | [μετακινῶ] με-τα-κι-νώ ρ. (μτβ.) {μετακιν-είς ..., -ώντας | μετακίν-ησα, -ήσω, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθώ, -ούμενος, -ημένος} 1. τοποθετώ κάποιον ή κάτι σε άλλη θέση, μετατοπίζω, μεταθέτω: Μπορείς να με βοηθήσεις να ~ήσουμε τον καναπέ (πβ. μεταφέρω, σηκώνω); (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ήστε (= σύρετε) το ποντίκι πάνω στην εικόνα. ~ούμενο: κάθισμα/καπάκι/φορτίο.|| (για πρόσ.) ~ήθηκε στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού.|| (μτφ.) Είναι η μόνη που τόσο καιρό δεν έχει ~ηθεί από τις αρχικές της απόψεις (: δεν τις έχει αλλάξει). ~ούμενοι ψηφοφόροι. 2. (συνήθ. μεσοπαθ.) πηγαίνω από έναν τόπο ή μέρος σε άλλο: Μέσα στην πόλη ~ούμαι με το ποδήλατο. Σε περίπτωση καύσωνα, μη ~είστε άσκοπα. Στρατιωτικές δυνάμεις ~ήθηκαν στα σύνορα. Μάζα κρύου αέρα ~ήθηκε από την Κεντρική Ευρώπη στα Βαλκάνια. Όλος ο οικισμός χρειάστηκε να ~ηθεί, για να μην κινδυνέψει από τις πλημμύρες. ● ΣΥΜΠΛ.: μετακινούμενος εργαζόμενος βλ. εργαζόμενος [< αρχ. μετακινῶ, αγγλ. move] | |
| 30653 | μετακιόνιο | με-τα-κι-ό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΙΤ. το διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών κιόνων. [< μτγν. μετακιόνιον] | |
| 30654 | μετακλασικός | , ή, ό με-τα-κλα-σι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. -ΙΣΤ.-ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται στην περίοδο μετά την κλασική: ~ή: εποχή. ~οί: χρόνοι. Βλ. αρχαϊκός. ΑΝΤ. προκλασικός [< γαλλ. postclassique] | |
| 30655 | μετάκληση | με-τά-κλη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): το να μετακαλείται κάποιος: ~ Ελλήνων επιστημόνων από το εξωτερικό/εμπειρογνωμόνων/καθηγητών/(ξένων) καλλιτεχνών.|| ~ήσεις αλλοδαπών εργατών. [< μτγν. μετάκλησις, γαλλ. rappel] | |
| 30656 | μετακλητός | , ή, ό με-τα-κλη-τός επίθ. (επίσ.): που έχει ή μπορεί να μετακληθεί: ~ή: θέση. ~οί: υπάλληλοι. ~ά: μέλη (διοικητικού συμβουλίου)/στελέχη. Στη νέα υπηρεσία προΐσταται ~ Ειδικός Γραμματέας. Βλ. αποσπασμένος. ΑΝΤ. αμετάκλητος [< γαλλ. révocable] | |
| 30657 | μετακομιδή | με-τα-κο-μι-δή ουσ. (θηλ.): ανακομιδή. [< μτγν. μετακομιδή] | |
| 30658 | μετακομίζω | με-τα-κο-μί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μετακόμι-σα, μετακομί-σω, -στηκε, μετακομίζ-οντας} 1. αλλάζω σπίτι, τόπο κατοικίας ή χώρο εργασίας: ~σαν μόνιμα στο εξωτερικό. Η εταιρεία σύντομα θα ~σει (= μεταστεγαστεί) στο καινούργιο της κτίριο. 2. (σπάν.) μετακινώ, μεταφέρω: ~σε τον καναπέ από το σαλόνι στο υπνοδωμάτιο. Βλ. δια~. [< αρχ. μετακομίζω 'μεταφέρω', γαλλ. déménager] | |
| 30659 | μετακόμιση | με-τα-κό-μι-ση ουσ. (θηλ.) 1. αλλαγή σπιτιού, τόπου κατοικίας ή χώρου εργασίας: οριστική/προσωρινή ~ μιας εταιρείας (= μεταστέγαση, μετεγκατάσταση)/οικογένειας (πβ. μετοίκηση). ~ από διαμέρισμα σε μονοκατοικία/στο εξωτερικό. Το Σαββατοκύριακο έχουμε/θα κάνουμε (τη) ~. Το κατάστημα είναι υπό ~. 2. μεταφορά πραγμάτων από ένα μέρος ή μια θέση σε άλλο/η: (ασφαλής) ~ επίπλων/οικοσκευής. Έξοδα ~ης. Διεθνείς ~ίσεις. Γραφείο/εταιρεία μεταφορών-~ίσεων. Ανυψωτικά (μηχανήματα) ~ίσεων. [< μτγν. μετακόμισις ‘μεταφορά’, γαλλ. déménagement] | |
| 30660 | μετακομιστικός | , ή, ό με-τα-κο-μι-στι-κός επίθ. 1. που αναλαμβάνει μετακομίσεις: ~ή εταιρεία. ΣΥΝ. μεταφορικός (1) 2. διαμετακομιστικός. [< μεσν. μετακομιστικός] | |
| 30661 | μετακομμουνισμός | με-τα-κομ-μου-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (σπάν.): ΠΟΛΙΤ. κατάσταση που επικρατεί μετά την κατάλυση του κομμουνιστικού καθεστώτος σε μια χώρα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. postcommunisme, 1989] | |
| 30662 | μετακομμουνιστής | με-τα-κομ-μου-νι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο με πολιτικό ρόλο σε ένα κράτος μετά την κατάλυση σε αυτό του κομμουνισμού: (ως επίθ.) Υπήρξε ο πρώτος ~ πρωθυπουργός της χώρας. [< γαλλ. postcommuniste, 1989] | |
| 30663 | μετακομμουνιστικός | , ή, ό με-τα-κομ-μου-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μετακομμουνισμό: ~ή: εποχή. ~ές: χώρες. ~ά: καθεστώτα. [< γαλλ. postcommuniste, 1989] | |
| 30664 | μετακριτική | με-τα-κρι-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. εξέταση των συλλογισμών και της διαδικασίας της ίδιας της κριτικής. [< γαλλ. métacritique, αγγλ. metacriticism, 1966] | |
| 30665 | μετακριτικός | , ή, ό με-τα-κρι-τι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που ακολουθεί ή συμβαίνει μετά από μια επιληπτική κρίση: Μετά από μία σύντομη ~ή φάση, το παιδί ανέκτησε πλήρως τις αισθήσεις του. 2. ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη μετακριτική: ~ή: ανάλυση/θεωρία. [< γαλλ. métacritique, αγγλ. metacritical, 1963] | |
| 30666 | μετακύλιση | με-τα-κύ-λι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μετάθεση, μετατόπιση: ~ των ευθυνών στις επερχόμενες γενιές. (ΟΙΚΟΝ.) ~ του κόστους στους καταναλωτές/φόρων. [< μεσν. μετακύλισις] | |
| 30667 | μετακυλίω | με-τα-κυ-λί-ω ρ. (μτβ.) {μετακύλι-σε, μετακυλί-σει, -στηκε, -στεί, -οντας} (λόγ.) & (προφ.) μετακυλώ: μεταθέτω, μετατοπίζω: Η κυβέρνηση ~ει το βάρος/την ευθύνη/το κόστος στα ασφαλιστικά ταμεία. [< μτγν. μετακυλίω] | |
| 30668 | μέταλ | μέ-ταλ επίθ./ουσ. {θηλ. κ. ουδ. | άκλ.} & χέβι μέταλ: ΜΟΥΣ. είδος ροκ μουσικής το οποίο χαρακτηρίζεται από τη χρήση ηλεκτρικής κιθάρας και ντραμς, την ένταση στον ήχο, τα κιθαριστικά σόλο μεγάλης διάρκειας και τους αντισυμβατικούς στίχους: γκόθικ ~. Ακούω/παίζω ~.|| (ως επίθ.) (χέβι) ~ γκρουπ/κομμάτι/συγκρότημα/συναυλία. Είναι ~ (= μεταλάς). [< αγγλ. heavy metal, 1964, γαλλ. (heavy) metal, περ. 1970] | |
| 30669 | μεταλαβαίνω | με-τα-λα-βαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μετάλαβα κ. μετέλαβα, μεταλάβω} & (λόγ.) μεταλαμβάνω ΕΚΚΛΗΣ. 1. (για πιστό) κοινωνώ: Νηστεύω για να μεταλάβω. 2. (για ιερέα) δίνω σε ορθόδοξο χριστιανό τη Θεία Κοινωνία. [< μεσν. μεταλαβαίνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ