| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30670 | μεταλαβιά | με-τα-λα-βιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): Θεία Κοινωνία. | |
| 30671 | μεταλάδικο | με-τα-λά-δι-κο ουσ. (ουδ.) & μεταλλάδικο (νεαν. αργκό): μπαρ ή κλαμπ όπου μπορεί κάποιος να ακούσει μέταλ μουσική. Βλ. -άδικο, ροκάδικο. | |
| 30672 | μεταλάδικος | , η, ο με-τα-λά-δι-κος επίθ. & μεταλλάδικος (νεαν. αργκό): που σχετίζεται με τη μέταλ μουσική. | |
| 30673 | μεταλαμπάδευση | με-τα-λα-μπά-δευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) μετάδοση γνώσεων, ιδεών, αξιών, πολιτισμού: ~ της παράδοσης στις επερχόμενες γενιές/της τεχνολογίας. ΣΥΝ. μετακένωση, μεταφύτευση (2) 2. (σπάν.) μετάδοση φλόγας από αναμμένη δάδα, λαμπάδα. | |
| 30674 | μεταλαμπαδεύω | με-τα-λα-μπα-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {μεταλαμπάδευ-σε, μεταλαμπαδεύ-σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας} 1. (απαιτ. λεξιλόγ.-μτφ.) μεταδίδω γνώσεις, ιδέες, αξίες, πολιτισμό σε κάποιον: ~ει στους μαθητές την αγάπη της για τη μουσική. Η παράδοση ~εται από γενιά σε γενιά. Πβ. διαφωτίζω. ΣΥΝ. μετακενώνω, μεταφυτεύω (2) 2. (κυριολ.) μεταδίδω φως, φλόγα από αναμμένη δάδα, λαμπάδα: Η Ολυμπιακή Φλόγα θα ~τεί σε πολλές χώρες. [< μτγν. μεταλαμπαδεύω ‘δίνω τον πυρσό σε άλλον’] | |
| 30675 | μεταλαμπή | με-τα-λα-μπή ουσ. (θηλ.) 1. ΜΕΤΕΩΡ. ακτινοβολία που εμφανίζεται μερικές φορές στον ουρανό λόγω διασκορπισμού του φωτός από σωματίδια σκόνης. 2. ακτινοβολία που συνεχίζει να εκπέμπεται και μετά την απομάκρυνση της πηγής που την προκάλεσε. [< αγγλ. afterglow] | |
| 30676 | μεταλάς | με-τα-λάς ουσ. (αρσ.) & μεταλλάς (νεαν. αργκό): που ακούει μέταλ μουσική και συνήθ. ακολουθεί ανάλογο στιλ ντυσίματος και συμπεριφοράς· μουσικός της χέβι μέταλ. Βλ. ροκάς. | |
| 30677 | μεταλδεΰδη | με-ταλ-δε-ΰ-δη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. λευκό κρυσταλλικό στερεό (σύμβ. (CH3CHO)4) που χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη ή για τη δηλητηρίαση των γυμνοσάλιαγκων. Βλ. αλδεΰδη. [< γαλλ. métaldéhyde, αγγλ. metaldehyde] | |
| 30678 | μεταλεξικογραφία | με-τα-λε-ξι-κο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΛΕΞΙΚΟΓΡ. η θεωρία της λεξικογραφίας και η σχετική έρευνα. [< αγγλ. metalexicography, γαλλ. métalexicographie] | |
| 30679 | Μετάληψη | Με-τά-λη-ψη ουσ. (θηλ.) (κ. με μικρό το αρχικό μ): ΕΚΚΛΗΣ. Θεία Κοινωνία: ~ των αχράντων μυστηρίων. Η ακολουθία της Θείας ~ήψεως. ΣΥΝ. Θεία Ευχαριστία [< μτγν. μετάληψις] | |
| 30680 | μεταλίκι | βλ. μεταλλίκι & μεταλίκι | |
| 30681 | μεταλλαγή | με-ταλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) πλήρης μεταβολή, αλλαγή της φύσης ενός πράγματος, μιας κατάστασης: διαρκής/ποιοτική ~. Βιομηχανικές/κοινωνικές/πολιτισμικές ~ές. ~ της ανθρωπότητας/της δημόσιας διοίκησης/του οικογενειακού προτύπου/του πολιτικού συστήματος. Η παιδεία βρίσκεται διεθνώς σε στάδιο ~ής.|| (ΗΛΕΚΤΡΟΛ.) ~ της συχνότητας.|| (ΦΥΣ.) ~ του χυτοσιδήρου σε χάλυβα. 2. ΒΙΟΛ. μετάλλαξη: ~ ενός γονιδίου. Η καρκινογένεση χαρακτηρίζεται από μία σειρά γενετικών ~ών. Βλ. κληρονομικότητα. [< 1: αρχ. μεταλλαγή 2: γαλλ. mutation, 1903] | |
| 30682 | μετάλλαγμα | με-τάλ-λαγ-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. οργανισμός ή γονίδιο που έχει μεταλλαχθεί. [< αγγλ. mutant, 1903, γαλλ. ~, 1909] | |
| 30683 | μεταλλαγμένος | , η, ο με-ταλ-λαγ-μέ-νος επίθ. 1. ΒΙΟΛ. που έχει μεταλλαχθεί: ~ος: ιός. ~η: μορφή (πρωτεΐνης)/σόγια. ~ο: βαμβάκι/καλαμπόκι/ρύζι. ~οι: άνθρωποι (: σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας)/οργανισμοί/σπόροι. ~ες: καλλιέργειες/τροφές. ~α: γονίδια. ΣΥΝ. γενετικά/γενετικώς τροποποιημένος 2. (μτφ.) που έχει υποστεί πλήρη μεταβολή της φύσης του: ~η: κοινωνία. ● Ουσ.: μεταλλαγμένα (τα): προϊόντα, κυρ. τρόφιμα, που έχουν υποστεί μεταβολή της γενετικής τους ταυτότητας: ζώνη ελεύθερη από ~. [< αγγλ. mutated] | |
| 30684 | μεταλλάζω | βλ. μεταλλάσσω | |
| 30685 | μεταλλακτήρας | με-ταλ-λα-κτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. (παλαιότ.) συσκευή που αυξάνει ή μειώνει την τάση ή μετατρέπει το εναλλασσόμενο ρεύμα σε συνεχές και αντίστροφα: περιστροφικός ~. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. transformateur] | |
| 30686 | μεταλλάκτης | με-ταλ-λά-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μετατροπέας: ~ ισχύος/ψηφιακού σήματος σε αναλογικό. [< αγγλ. transformer] | |
| 30687 | μετάλλαξη | με-τάλ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. μεταλλαγή 1. ΒΙΟΛ. οποιαδήποτε μεταβολή του γενετικού υλικού ενός οργανισμού: γενετική (: που είναι κληρονομική)/σωματική/τεχνητή/φυσική/χρωμοσωμική (βλ. ανωμαλία) ~. ~ ενός γονιδίου (= γονιδιακή ~). Επικίνδυνη/νέα/πιθανή ~ του κορονοϊού. 2. (μτφ.) ολική μεταμόρφωση, πλήρης μεταβολή: κοινωνική/πολιτική/πολιτισμική ~. ~άξεις των γλωσσών/κομμάτων/πανεπιστημίων. Πβ. μεταβολή, μετασχηματισμός. [< 1: αγγλ. mutation, γαλλ. ~, 1903 2: αρχ. μετάλλαξις] | |
| 30688 | μεταλλαξιογένεση | με-ταλ-λα-ξι-ο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) & μεταλλαξιγένεση: ΒΙΟΛ. δημιουργία μεταλλάξεων εξαιτίας της δράσης φυσικών ή χημικών παραγόντων: κατευθυνόμενη/περιβαλλοντική ~. ~-καρκινογένεση. Βλ. -γένεση. [< αγγλ. mutagenesis, 1948, γαλλ. mutagenèse , περ. 1965] | |
| 30689 | μεταλλαξιογόνος | , ος, ο με-ταλ-λα-ξι-ο-γό-νος επίθ. & μεταλλαξιγόνος: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που προκαλεί, επιφέρει μετάλλαξη: ~ες: χημικές ουσίες. Βλ. καρκινο-, τερατο-γόνος. [< αγγλ. mutagenic, 1946, γαλλ. mutagène, 1955] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ