| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30684 | μεταλλάζω | βλ. μεταλλάσσω | |
| 30685 | μεταλλακτήρας | με-ταλ-λα-κτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. (παλαιότ.) συσκευή που αυξάνει ή μειώνει την τάση ή μετατρέπει το εναλλασσόμενο ρεύμα σε συνεχές και αντίστροφα: περιστροφικός ~. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. transformateur] | |
| 30686 | μεταλλάκτης | με-ταλ-λά-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μετατροπέας: ~ ισχύος/ψηφιακού σήματος σε αναλογικό. [< αγγλ. transformer] | |
| 30687 | μετάλλαξη | με-τάλ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. μεταλλαγή 1. ΒΙΟΛ. οποιαδήποτε μεταβολή του γενετικού υλικού ενός οργανισμού: γενετική (: που είναι κληρονομική)/σωματική/τεχνητή/φυσική/χρωμοσωμική (βλ. ανωμαλία) ~. ~ ενός γονιδίου (= γονιδιακή ~). Επικίνδυνη/νέα/πιθανή ~ του κορονοϊού. 2. (μτφ.) ολική μεταμόρφωση, πλήρης μεταβολή: κοινωνική/πολιτική/πολιτισμική ~. ~άξεις των γλωσσών/κομμάτων/πανεπιστημίων. Πβ. μεταβολή, μετασχηματισμός. [< 1: αγγλ. mutation, γαλλ. ~, 1903 2: αρχ. μετάλλαξις] | |
| 30688 | μεταλλαξιογένεση | με-ταλ-λα-ξι-ο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) & μεταλλαξιγένεση: ΒΙΟΛ. δημιουργία μεταλλάξεων εξαιτίας της δράσης φυσικών ή χημικών παραγόντων: κατευθυνόμενη/περιβαλλοντική ~. ~-καρκινογένεση. Βλ. -γένεση. [< αγγλ. mutagenesis, 1948, γαλλ. mutagenèse , περ. 1965] | |
| 30689 | μεταλλαξιογόνος | , ος, ο με-ταλ-λα-ξι-ο-γό-νος επίθ. & μεταλλαξιγόνος: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που προκαλεί, επιφέρει μετάλλαξη: ~ες: χημικές ουσίες. Βλ. καρκινο-, τερατο-γόνος. [< αγγλ. mutagenic, 1946, γαλλ. mutagène, 1955] | |
| 30690 | μεταλλάσσω | με-ταλ-λάσ-σω ρ. (μτβ.) {μετάλλα-ξα, μεταλλά-ξω, -χτηκε (κ. λόγ. -χθηκε), -χτεί (κ. λόγ. -χθεί)} & μεταλλάζω 1. (μτφ.) μεταβάλλω κάποιον ή κάτι πλήρως: Η παγκοσμιοποίηση ~ει τις εθνικές κοινωνίες. Πβ. αλλάζω, μετα-μορφώνω, -πλάθω, -σχηματίζω, -τρέπω. 2. ΒΙΟΛ. προκαλώ μετάλλαξη: Η ηλιακή ακτινοβολία μπορεί να ~ξει τα δερματικά κύτταρα. [< 1: αρχ. μεταλλάσσω 2: αγγλ. mutate, 1913, γαλλ. muter, 1909] | |
| 30691 | μεταλλεία | με-ταλ-λεί-α ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΑΛΛ. μετάλλευση: αρχαία/ελληνική ~. Ο τομέας της ~ας ορυκτών. [< αρχ. μεταλλεία] | |
| 30692 | μεταλλείο | [μεταλλεῖο] με-ταλ-λεί-ο ουσ. (ουδ.): χώρος εξόρυξης μεταλλευμάτων ή ορυκτών και οι σχετικές εγκαταστάσεις: αρχαίο/εγκαταλελειμμένο/επιφανειακό/υπόγειο ~. ~ αργύρου/βωξίτη/λιγνίτη (= λιγνιτωρυχείο)/σιδήρου/χρυσού (= χρυσωρυχείο). Διακοπή της λειτουργίας/οι στοές ενός ~ου. Εκμετάλλευση/μηχανικός ~ων. Εργατικό ατύχημα σε ~. (με κεφαλ. Μ) Επιθεώρηση/Υπηρεσία ~ων. Βλ. λατομείο, ορυχείο. ΣΥΝ. μεταλλωρυχείο ● ΣΥΜΠΛ.: όξινη απορροή (μεταλλείων) βλ. απορροή [< πβ. αρχ. μεταλλεῖον 'μέταλλο', γαλλ. mine] | |
| 30693 | μεταλλειολογία | με-ταλ-λει-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Μ): ΜΕΤΑΛΛ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τη χημική σύνθεση, τις φυσικές ιδιότητες και τη δομή των μεταλλευμάτων. Βλ. γεωλογία, -λογία. ΣΥΝ. μεταλλευτική (2) [< γαλλ. minéralogie] | |
| 30694 | μεταλλειολογικός | , ή, ό με-ταλ-λει-ο-λο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μεταλλειολογία. Βλ. γεωλογικός. [< γαλλ. minéralogique] | |
| 30695 | μεταλλειολόγος | με-ταλ-λει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΜΕΤΑΛΛ. επιστήμονας ειδικευμένος στη μεταλλειολογία: ~ (μεταλλουργός) μηχανικός. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. minéralogiste] | |
| 30696 | μεταλλεργάτης | με-ταλ-λερ-γά-της ουσ. (αρσ.): εργάτης μεταλλείου. ΣΥΝ. μεταλλωρύχος | |
| 30697 | μετάλλευμα | με-τάλ-λευ-μα ουσ. (ουδ.) {μεταλλεύμ-ατος | -ατα, -άτων} ΓΕΩΛ.-ΜΕΤΑΛΛ.-ΟΡΥΚΤ. 1. ορυκτό που περιέχει εκμεταλλεύσιμη ποσότητα ενός ή περισσοτέρων μετάλλων: πολύτιμο/ραδιενεργό/σπάνιο ~. ~ σιδήρου (= σιδηρο~). ~ατα μολύβδου/χαλκού/χρυσού/ψευδαργύρου. Εμπλουτισμός ~άτων. Η περιοχή είναι πλούσια σε ~ατα. ΣΥΝ. μαντέμι (2) 2. κάθε αξιοποιήσιμη ορυκτή πρώτη ύλη: ~ατα μαγγανίου. [< μτγν. μετάλλευμα] | |
| 30698 | μετάλλευση | με-τάλ-λευ-ση ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΑΛΛ. αναζήτηση και εξόρυξη μεταλλεύματος: ~ ουρανίου/χαλκού/χρυσού. Πβ. μεταλλεία. Βλ. λατόμευση. [< μτγν. μετάλλευσις] | |
| 30699 | μεταλλευτής | με-ταλ-λευ-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): μεταλλωρύχος. [< μτγν. μεταλλευτής] | |
| 30700 | μεταλλευτική | με-ταλ-λευ-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. εξόρυξη ποικίλων ορυκτών υλικών από το υπέδαφος. Βλ. μεταλλουργία. 2. ΜΕΤΑΛΛ. μεταλλειολογία. [< αρχ. μεταλλευτική] | |
| 30701 | μεταλλευτικός | , ή, ό με-ταλ-λευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το μεταλλείο ή την εξόρυξη μεταλλευμάτων: ~ή: βιομηχανία/εταιρεία. ~ά: αποθέματα/δικαιώματα/έργα/κοιτάσματα. Περιοχή με έντονη ~ή δραστηριότητα/με ~ό πλούτο. (ΝΟΜ.) ~ Κώδικας. Βλ. λατομ-, μεταλλογενετ-, μεταλλουργ-ικός. [< αρχ. μεταλλευτικός, γαλλ. minier] | |
| 30702 | μεταλλιζέ & μεταλιζέ | με-ταλ-λι-ζέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: (για χρώμα) που έχει τη λάμψη του μετάλλου: ~ αποχρώσεις. Τσαντάκι σε ασημί/γκρι ~. [< γαλλ. métallisé] | |
| 30703 | μεταλλίκι & μεταλίκι | με-ταλ-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): κέρμα και γενικότ. χρήματα. [< τουρκ. metelik < γαλλ. métallique < μτγν. μεταλλικός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ