Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3120-3140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2176αλλαντοποιός[ἀλλαντοποιός] αλ-λα-ντο-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επαγγελματίας που ασχολείται με την παρασκευή αλλαντικών. Βλ. -ποιός. [< μτγν. ἀλλαντοποιός]
2177αλλαντοπωλείο[ἀλλαντοπωλεῖο] αλ-λα-ντο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης αλλαντικών. Βλ. -πωλείο.
2178αλλαντοπώλης[ἀλλαντοπώλης] αλ-λα-ντο-πώ-λης ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που εμπορεύεται και πουλά αλλαντικά. Βλ. -πώλης. [< αρχ. ἀλλαντοπώλης]
2179αλλαξιά[ἀλλαξιά] αλ-λα-ξιά ουσ. (θηλ.) 1. (περιληπτ.) εσώρουχα ή/και ρούχα που έχει κάποιος μαζί του, για να αλλάξει: δεύτερη/καθαρή ~. Πάρε μαζί σου μια ~, μην τυχόν και βραχούν αυτά που φοράς. Βλ. ενδυμασία, φορεσιά. 2. (σπάν.-λαϊκό) ανταλλαγή. [< μεσν. αλλαξία]
2180αλλαξιέρα[ἀλλαξιέρα] αλ-λα-ξιέ-ρα ουσ. (θηλ.): έπιπλο για το άλλαγµα της πάνας των μωρών και ειδικότ. φορητό στρωματάκι για την παραπάνω εργασία: βρεφική ~. ~ με ράφια. Συρταριέρα-~. Βλ. -ιέρα.
2181αλλαξο- & αλλαξό-: λεξικό πρόθημα ουσιαστικών, επιθέτων και ρημάτων που δηλώνει μεταβολή ιδιότητας ή κατάστασης: αλλαξο-πιστία. Αλλαξό-θρησκος.
2182αλλαξοκωλιά[ἀλλαξοκωλιά] αλ-λα-ξο-κω-λιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (αργκό) 1. αμοιβαία αλλαγή ενεργητικού και παθητικού ρόλου κατά τη συνουσία ομοφυλόφιλων ανδρών. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εναλλαγή των ίδιων συνήθ. προσώπων σε συγκεκριμένες θέσεις ή χώρους: καλλιτεχνικές/πολιτικές ~ιές.
2183αλλαξοπιστώ[ἀλλαξοπιστῶ] αλ-λα-ξο-πι-στώ ρ. (αμτβ.) {αλλαξοπιστ-είς ...| αλλαξοπίστ-ησε}: αλλάζω θρησκευτικό δόγμα και κατ΄επέκτ. ιδέες, πιστεύω: Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας πολλοί χριστιανοί αναγκάστηκαν να ~ήσουν.|| Τελευταία στιγμή, στην κάλπη, κάποιοι ~ησαν.
2184αλλαχού[ἀλλαχοῦ] αλ-λα-χού επίρρ. (αρχαιοπρ.): αλλού, σε άλλο μέρος, σε άλλο σημείο: προϊόντα ζωικής προελεύσεως, μη ~ κατονομαζόμενα. Μήνυμα προς τους απανταχού Έλληνες Αμερικής, Αυστραλίας, Ευρώπης και ~. [< αρχ. ἀλλαχοῦ]
2185αλλεπάλληλοι, ες, α [ἀλλεπάλληλοι] αλ-λε-πάλ-λη-λοι επίθ. {σπανιότ. στον εν. αλλεπάλληλος, η, ο} (λόγ.): που διαδέχονται ο ένας τον άλλο σε συνεχή ακολουθία: ~οι: έλεγχοι (= ο ένας μετά τον άλλο, συνεχείς)/πόλεμοι/σεισμοί. ~ες: επιθέσεις/ερωτήσεις/(συ)σκέψεις. ~α: πλήγματα/τηλεφωνήματα. Ακολούθησε μια σειρά ~ων διαπραγματεύσεων. Πβ. αλυσιδωτοί, απανωτοί, διαδοχικοί. [< μτγν. ἀλλεπάλληλοι]
2186αλλεργία[ἀλλεργία] αλ-λερ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. παθολογική αντίδραση ή υπερευαισθησία του ανοσοποιητικού συστήματος σε ορισμένους αβλαβείς υπό κανονικές συνθήκες παράγοντες (αλλεργιογόνα), που εκδηλώνεται με φαγούρα, φτέρνισμα, αναφυλαξία, πρήξιμο: αναπνευστική/δερματική/εποχιακή/οφθαλμική/τροφική/φαρμακευτική/χρόνια ~. Αντιμετώπιση (βλ. αντιισταμινικό)/ιστορικό/μορφές/συμπτώματα (της) ~ας. Άσθμα και ~ες. Οι ~ες της άνοιξης. Καλλυντικό που δεν προκαλεί ~ (= υποαλλεργικό). Έχει ~ στις γάτες/στη γύρη/στην πενικιλίνη. Πάσχει/ταλαιπωρείται/υποφέρει από ~ες. Βλ. (απ)ευαισθητοποίηση, ατοπία, φωτο~.|| (προφ.) Είχε τόση σκόνη που μ' έπιασε ~. 2. {κυρ. στον εν.} (μτφ.) έντονη απέχθεια, αποστροφή για κάποιον ή κάτι: Έχει ~ με την εξουσία. Με πιάνει ~. Παθαίνει ~ και μόνο στην ιδέα ότι ... [< γερμ. Allergie, 1906, γαλλ. allergie, 1909, αγγλ. allergy, 1910]
2187αλλεργικός, ή, ό [ἀλλεργικός] αλ-λερ-γι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με ή προκαλείται από αλλεργία: ~ός: βήχας. ~ή: δερματίτιδα/επιπεφυκίτιδα/ευαισθησία/προδιάθεση. ~ό: άσθμα/έκζεμα/συνάχι. ~ά: εξανθήματα. Πβ. ατοπικός. Βλ. αντι~, υπο~, φωτο~. 2. (σπανιότ.) που πάσχει από αλλεργία ή έχει προδιάθεση για αυτή: ~ό: άτομο/δέρμα. ● Ουσ.: αλλεργικός, αλλεργική (ο/η) {κ. (λαϊκό) θηλ. αλλεργικιά} 1. πρόσωπο που πάσχει από αλλεργία: Είναι ~ στα αβγά/στη σκόνη. 2. (μτφ.) πρόσωπο που απεχθάνεται, αποστρέφεται κάποιον ή κάτι: ~ στις κολακείες/στην κριτική. (ειρων.-μειωτ.) Είναι ~ στη δουλειά. [< γερμ. Allergiker] ● επίρρ.: αλλεργικά ● ΣΥΜΠΛ.: αλλεργική ρινίτιδα & (λόγ.) ρινίτις: ΙΑΤΡ. φλεγμονή στον βλεννογόνο της μύτης που προκαλείται από αλλεργιογόνα, με κύρια συμπτώματα το φτέρνισμα και την καταρροή: εποχιακή/οξεία/χρόνια ~ ~., αλλεργικό σοκ & αναφυλακτικό σοκ: ΙΑΤΡ. μη φυσιολογική αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού σε αλλεργιογόνα, που εκδηλώνεται με αναφυλαξία, έντονη δύσπνοια, πτώση της πίεσης, απώλεια συνείδησης και κίνδυνο θανάτου: Υπέστη ισχυρό/οξύ ~ ~ από τσίμπημα εντόμου/φάρμακο. [< γαλλ. choc allergique, αγγλ. allergic shock & γαλλ. choc anaphylactique, 1902, αγγλ. anaphylactic shock, 1910] [< γερμ. allergisch, 1906, αγγλ. allergic, 1911, γαλλ. allergique, 1920]
2188αλλεργιογόνα[ἀλλεργιογόνα] αλ-λερ-γι-ο-γό-να ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ΙΑΤΡ. αντιγόνα που προκαλούν αλλεργία: αερομεταφερόμενα/εισπνεόμενα/ενέσιμα (: φάρμακα)/δερματικά/περιβαλλοντικά/τροφικά/φυτικά ~. Τα ~ των ακάρεων/των (κατοικίδιων) ζώων. [< αγγλ. allergen, 1910, γαλλ. allergène, 1922]
2189αλλεργιογόνος, ος, ο [ἀλλεργιογόνος] αλ-λερ-γι-ο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί αλλεργία: ~ος: δράση. ~οι: παράγοντες. ~ες: ουσίες. ~α: τρόφιμα/φυτά. Βλ. -γόνος. [< γαλλ. allergène , 1922, allergénique, αγγλ. allergenic, 1913]
2190αλλεργιολογία[ἀλλεργιολογία] αλ-λερ-γι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ειδικότητα που μελετά και θεραπεύει τις αλλεργίες: κλινική/παιδιατρική ~. ~-Ανοσολογία. Βλ. -λογία. [< γαλλ. allergologie, 1958]
2191αλλεργιολογικός, ή, ό [ἀλλεργιολογικός] αλ-λερ-γι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην αλλεργιολογία ή τον αλλεργιολόγο: ~ός: έλεγχος. ~ό: τμήμα (νοσοκομείου). [< γαλλ. allergologique, 1958]
2192αλλεργιολόγος[ἀλλεργιολόγος] αλ-λερ-γι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην αλλεργιολογία: ~-ανοσολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. allergologue, περ. 1965, αγγλ. allergist, 1934]
2193αλληγορία[ἀλληγορία] αλ-λη-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου που βασίζεται στη διπλή σημασία των λεγομένων και ειδικότ. συμβολική αφήγηση, περιγραφή, απεικόνιση μιας ιδέας, αφηρημένης έννοιας ή έργο που βασίζεται σε αυτόν τον λεκτικό τρόπο: διδακτική/θρησκευτική/ποιητική/πολιτική/φιλοσοφική ~. ~ της εξουσίας/του θανάτου. Συμβολισμοί και ~ες. Βλ. μεταφορά, μύθος, παραβολή. 2. (σπάν.) αόριστη, ασαφής και υπαινικτική έκφραση. Πβ. αοριστολογία. [< μτγν. ἀλληγορία, αγγλ. allegory, γαλλ. allégorie, γερμ. Allegorie]
2194αλληγορικός, ή, ό [ἀλληγορικός] αλ-λη-γο-ρι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην αλληγορία ή χρησιμοποιεί αλληγορίες: ~ός: λόγος/μύθος. ~ή: γλώσσα/διήγηση/ιστορία/σημασία. ~ό: έργο/περιεχόμενο/ύφος. ~ές: εικόνες (π.χ. ο χάροντας με το δρεπάνι)/έννοιες. Πβ. μεταφορικός, παραβολικός, συμβολικός. ● επίρρ.: αλληγορικά [< μτγν. ἀλληγορικός, αγγλ. allegoric(al), γαλλ. allégorique, γερμ. allegorisch]
2195αλληθωρίζω[ἀλληθωρίζω] αλ-λη-θω-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {αλληθώρι-σα} 1. (για άνθρωπο, τα μάτια του οποίου συγκλίνουν ή αποκλίνουν από τον παράλληλο άξονα) έχω στραβισμό: ~ει από το ένα μάτι. 2. (μτφ.) στρέφομαι σε κάτι που δεν είναι ή δεν θεωρείται αποδεκτό, αναμενόμενο, αποκλίνω από τη βασική γραμμή: Αν και αριστερός, ~ει προς τα δεξιά. 3. (μτφ.) παραβλέπω μια αρνητική κατάσταση: ~ουν μπροστά στη διαφθορά και τα σκάνδαλα. Πβ. εθελοτυφλώ, κάνω τα στραβά μάτια. 4. (μτφ.-προφ.) παίρνω περίεργη έκφραση (εξαιτίας έντονου συναισθήματος, ανάγκης): Την είδε κι ~σε! Είχε ~σει από την πείνα. ● ΦΡ.: με στραβό αν κοιμηθείς, το πρωί θ' αλληθωρίζεις βλ. κοιμάμαι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.