| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2166 | αλλαγή | [ἀλλαγή] αλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση κατά την οποία τροποποιείται κάτι, παίρνει διαφορετική μορφή: αισθητή/γλωσσική/ριζική/τεχνολογική ~. ~ δεδομένων/εποχής/ηγεσίας/καιρού/(διεύθυνσης) κατοικίας/παραστάσεων/(σχολικού) περιβάλλοντος/πορείας/στοιχείων/συμπεριφοράς/σχεδίων/ταχύτητας/του χρόνου (στις 12 τα μεσάνυχτα κάθε 1η Ιανουαρίου)/χρώματος/ώρας. Παρατηρείται ~ στην εμφάνιση/λειτουργία/στον τρόπο σκέψης. Έχω ανάγκη από μια ~ (στη ζωή μου). Πνέει άνεμος ~ής. Απότομες/γενετικές/έντονες/κοσμογονικές/ορμονικές ~ές. ~ές προς το καλύτερο/χειρότερο. Παρατηρώ ~ές πάνω σου. Επιφέρω/κάνω ~ές. Μου αρέσουν οι ~ές. ~ή που εμφανίζεται/επέρχεται/προκαλείται. Δεν υπάρχουν περιθώρια ~ών. Πβ. μετα-βολή, -μόρφωση, -σχηματισμός, -τροπή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραμματοσειράς/γραμμής/παραγράφου. Αποθήκευση ~ών.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ές φάσης. Βλ. εξ~, παρ~. 2. αντικατάσταση: ~ βάρδιας/λάμπας/μπαταρίας/νερού/προσωπικού/χώματος (σε γλάστρα). ~ στα λάδια/λάστιχα (οχήματος). Σύστημα ~ής ταχυτήτων (στο αυτοκίνητο). Βλ. άλλαγμα.|| ~ ρούχων/συσκευής (: επιστροφή προϊόντος στο κατάστημα από το οποίο αγοράστηκε με σκοπό την αντικατάστασή του από άλλο ή την επιστροφή των χρημάτων). Έχω δικαίωμα/δυνατότητα ~ής.|| (ΑΘΛ.) ~ές παικτών. Ο προπονητής τον έκανε ~ στο ημίχρονο (: τον αντικατέστησε).|| (ΙΑΤΡ.) Κάνω ~ (: καθαρισμό, για πληγή, τραύμα). 3. ανταλλαγή: ~ συναλλάγματος (σε τράπεζα, ανταλλακτήριο). Πβ. συν~. ● αλλαγές (οι): ανακατατάξεις, μεταρρυθμίσεις: βελτιωτικές/διαρθρωτικές/διοικητικές/δομικές/εκπαιδευτικές/κοινωνικές/οργανωτικές/πολιτικές/ραγδαίες/σαρωτικές/τεκτονικές ~. ~ της νομοθεσίας. ~ στο δίκτυο/στην επιχείρηση/σε οργανισμούς. Τάσσομαι κατά/υπέρ των ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλαγή φρουράς 1. (μτφ.) αντικατάσταση προσώπου που κατέχει μια (υψηλόβαθμη) θέση από άλλο: ~ ~ στην ηγεσία (του κόμματος)/στην Προεδρία/στο Υπουργείο. Πβ. αλλαγή σκυτάλης. 2. ΣΤΡΑΤ. η εναλλαγή σε τακτά χρονικά διαστήματα ένοπλων στρατιωτών, στους οποίους έχει ανατεθεί η φρούρηση ορισμένων χώρων ή και προσώπων: (επίσημη) ~ ~ (μπροστά) στο Προεδρικό Μέγαρο/στον Άγνωστο Στρατιώτη., αλλαγή φύλου: μεταβολή (με εγχείρηση ή ορμονοθεραπεία) των φυσικών χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν το φύλο ενός ατόμου με σκοπό τη μορφολογική τους ταύτιση με αυτά του αντίθετου φύλου. Βλ. τρανσέξουαλ. [< αγγλ. sex change, 1946] , αλλαγή παραδείγματος βλ. παράδειγμα, αλλαγή πλεύσης/πορείας βλ. πλεύση, αλλαγή σκυτάλης βλ. σκυτάλη, αλλαγή τοπίου βλ. τοπίο, δεκανέας αλλαγής βλ. δεκανέας, κλιματική αλλαγή βλ. κλιματικός ● ΦΡ.: (έτσι,) για αλλαγή (προφ.): για να αλλάξω εικόνες, παραστάσεις, για να βιώσω κάτι διαφορετικό: Φέτος, ~ ~, θα πάμε αλλού διακοπές., μπήκε αλλαγή (προφ., για παίκτη): αντικατέστησε συναθλητή του κατά τη διάρκεια αγώνα: ~ ~ στη θέση του ... [< αρχ. ἀλλαγή, γαλλ. changement, αγγλ. change] | |
| 2167 | άλλαγμα | [ἄλλαγμα] άλ-λαγ-μα ουσ. (ουδ.): (προφ.) αλλαγή, αντικατάσταση: ~ λάμπας/ρουλεμάν/ρούχων. ~ πετσετών και σεντονιών. Τα λάστιχα έχουν φθαρεί και θέλουν ~.|| Το μωρό θέλει ~ (: καινούργια πάνα). [< μτγν. ἄλλαγμα ‘αποζημίωση, τιμή’] | |
| 2168 | αλλαγμένος | , η, ο [ἀλλαγμένος] αλ-λαγ-μέ-νος επίθ.: που έχει αλλάξει ή αλλαχτεί: ~α: αρχεία/δεδομένα/στοιχεία (= αλλοιωμένα). Η φωνή σου ακούγεται ~η. Επέστρεψε από το εξωτερικό ~η. Πβ. αγνώριστος, αλλιώτικος, διαφορετικός, παραλλαγμένος. ΑΝΤ. αμετάβλητος, απαράλλαχτος, ίδιος.|| ~η: κλειδαριά. Πρόσφατα ~ο μπουζί/~α λάδια.|| Το μωρό είναι ~ο (= καθαρό, με καινούργια πάνα), έτοιμο για ύπνο. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. αλλάζω] | |
| 2169 | αλλάζω | [ἀλλάζω] αλ-λά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άλλα-ζε, άλλα-ξε, αλλά-χτηκε κ. -χθηκε, -γμένος, αλλάζ-οντας} 1. καθιστώ κάτι διαφορετικό σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση, μεταβάλλομαι: ~ άποψη/γνώμη/ιδέα/τους όρους της διαθήκης/το περιεχόμενο (ΣΥΝ. τροποποιώ, πβ. παρ~)/ρυθμούς/συμπεριφορά/το σύστημα/τις τιμές/τρόπο ζωής/χρώμα μαλλιών. Αυτό το κούρεμα σε ~ει (: σε κάνει άλλον άνθρωπο). Μην ~ξεις τίποτα! Η εμπειρία αυτή/ο χρόνος με ~ξε. Η μπάλα/το πλοίο ~ξε πορεία. Το αρχικό κείμενο ~χτηκε (= αλλοιώθηκε, μεταβλήθηκε).|| ~ει η διαδικασία/η διάθεση/ο κανονισμός/το κλίμα/η νοοτροπία. Ο κόσμος δεν ~ει από τη μια στιγμή στην άλλη. ~ουν τα δεδομένα/οι προτιμήσεις/τα σχέδια. ~ αισθητά/απότομα/αυτόματα/γρήγορα/δραματικά/δραστικά/ριζικά. Ο καιρός από αύριο θα ~ξει. Η διατροφή μας/η ζωή σήμερα έχει ~ξει. Δεν έχεις ~ξει καθόλου (ως φιλοφρόνηση σε γνωστά πρόσωπα που συναντά κανείς ύστερα από πολλά χρόνια)! Τι θα ~ζε αν ... Δεν έχει ~ξει τίποτα. Πολλά έχουν ~ξει από τότε. Και τι θα ~ξει; Πβ. διαφοροποιώ, μετα-μορφώνω, -σχηματίζω, -τρέπω, τροποποιώ. 2. αντικαθιστώ, αντικαθίσταμαι από κάτι άλλο: ~ αριθμό (τηλεφώνου)/αυτοκίνητο (: αγοράζω άλλο)/γραμματοσειρά/(για φίδι ή έντομο) δέρμα/διαβατήριο/διεύθυνση (= μετακομίζω)/δρομολόγιο/τους επιδέσμους (σε πληγή)/έπιπλα/θέση/κανάλι (πβ. ζάπινγκ)/λάδια (σε αυτοκίνητο)/λάμπα (: την καμένη με καινούργια)/λάστιχα/όνομα/πίστη (= θρησκεία, πβ. αλλαξοπιστώ)/σεντόνια/σταθμό (συνήθ. στο ραδιόφωνο)/σχολείο/το τραπεζομάντιλο (= βάζω καθαρό)/τρένο (= επιβιβάζομαι σε άλλο)/υπηκοότητα. ~ξε ταχύτητα. Έχει ~ξει τρία σπίτια και δύο δουλειές. Η εταιρεία ~ξε ιδιοκτήτες.|| Αν δεν σου αρέσει, μπορείς να το ~ξεις (: να επιστρέψεις το προϊόν στο κατάστημα και να πάρεις κάτι άλλο στην ίδια τουλάχιστον τιμή).|| ~ξε η ώρα/ο υπουργός/το ωράριο από θερινό σε χειμερινό/ο χρόνος. Τα σχολικά βιβλία θα ~ξουν. 3. ανταλλάσσω: Θες ν’ ~ξουμε θέσεις/τηλέφωνα;|| (προφ.) Μπορείτε να μου ~ξετε ένα χαρτονόμισμα των εκατό ευρώ (: να μου κάνετε ψιλά, να μου το χαλάσετε); Θα ~ξω χρήματα στην τράπεζα (: για συνάλλαγμα). ~ξαν πλαστά δολάρια σε/με ευρώ. 4. βάζω διαφορετικά ή καθαρά ρούχα ή βοηθώ κάποιον να το κάνει: Περίμενε ν’ ~ξω (φόρεμα) και φύγαμε!|| Ο μπαμπάς ~ει το μωρό (: τις λερωμένες πάνες). Ο ασθενής πρέπει να ~χτεί. ● ΦΡ.: αλλάζει πρόσωπο: μεταβάλλεται η δομή, η μορφή του: Η πόλη ~ ~ και εκσυγχρονίζεται. Η ιστοσελίδα ~ξε ~ μετά τον ανασχεδιασμό της., αλλάζει τα λόγια του (αρνητ. συνυποδ.): τροποποιεί, αναιρεί τα όσα είπε, λέει άλλα: Γιατί, άραγε, τώρα ~ ~; Υπόσχεται πράγματα και μετά τα αλλάζει (: δηλώνει το ακριβώς αντίθετο)., αλλάζει τους άντρες/τις γυναίκες σαν (τα) πουκάμισα: συνάπτει πολύ συχνά εφήμερες ερωτικές σχέσεις., αλλάζει χέρια: περνά σε άλλον ιδιοκτήτη, αποκτά νέο: Η εταιρεία ~ ~. [< αγγλ. change hands] , αλλάζουν οι καιροί: οι καταστάσεις μεταβάλλονται (συχνά προς το αντίθετο): Βρε πώς ~ ~! Εσύ δεν την ήθελες και τώρα τρέχεις από πίσω της;, αλλάζω δρόμο {συνήθ. στον αόρ.} 1. & αλλάζω πεζοδρόμιο: τροποποιώ την πορεία μου, για να αποφύγω κάποιον: Μόλις με είδε, ~ξε ~. 2. (μτφ.) ακολουθώ διαφορετική κατεύθυνση: Όταν είδαν τα σκούρα, ~ξαν ~., αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα (μτφ.): αλλάζω τρόπο σκέψης ή συμπεριφορά, κάνω στροφή στη ζωή μου: Από τη στιγμή που έπιασα δουλειά, η ζωή μου ~ξε πορεία/ρότα. Πρέπει να ~ξεις σελίδα/ζωή και να τον ξεχάσεις., αλλάζω παραστάσεις/(τον) αέρα (μου): ξεφεύγω από τη ρουτίνα: Πρέπει να φύγω από εδώ, ν' ~ξω ~. Πήγαινε μια βόλτα να ξεσκάσεις και ν' ~ξεις ~., αλλάζω τροπάρι(ο)/βιολί/σκοπό/χαβά (λαϊκό): αλλάζω στάση, συμπεριφορά: Δεν ~ει τροπάρι. Για ~ξε ~, φτάνει πια αυτή η γκρίνια!, αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση: αλλάζω θέμα από αμηχανία, για να βγω από τη δύσκολη θέση: ~σε ~ έξυπνα/τεχνηέντως και δεν απάντησε σ' αυτό που τον ρώτησα., αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες: μεταβάλλω τη γνώμη, τη νοοτροπία ή την ιδεολογία κάποιου, τον μεταπείθω: Πήρε την απόφασή του· ό,τι και να κάνεις, δεν του ~εις μυαλά. Αγύριστο κεφάλι, δύσκολα του ~εις ιδέες., άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε/και φόρεσε τα ρούχα (του) αλλιώς (παροιμ.): για επιφανειακή και όχι ουσιαστική μεταβολή. Πβ. όχι Γιάννης, Γιαννάκης., άλλαξε χρώμα/δέκα/χίλια χρώματα (μτφ.): αισθάνθηκε έντονη αμηχανία, θυμό, ζήλια (άσπρισε, κοκκίνισε, κιτρίνισε, πρασίνισε, χλόμιασε): Μόλις του ζήτησα να βγούμε, ~ξε ~., δεν τον/την/το αλλάζω με τίποτα: για κάποιον ή κάτι αναντικατάστατο, πολύτιμο, πολύ χρήσιμο: Την αγάπη του κόσμου δεν την ~ ~., το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα: για επανατοποθέτηση σε ένα θέμα: Θέλεις κι εσύ μερίδιο; Ε, τότε ~ ~. Αν το φτιάξεις μόνος σου, ~ ~., αλλάζει/γυρίζει το γούρι βλ. γούρι, άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες(/δαχτυλίδια) βλ. βέρα, δεν αλλάζω ούτε (κατά) ένα γιώτα/ένα κόμμα/μια οξεία βλ. γιώτα, μου άλλαξε τα φώτα βλ. φως, μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία βλ. αδόξαστος, ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε (/άλλαξε) το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του βλ. λύκος, ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει βλ. ομάδα [< μεσν. αλλάζω, αγγλ. change, γαλλ. changer, γερμ. ändern] | |
| 2170 | αλλαντίαση | [ἀλλαντίαση] αλ-λα-ντί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βαριάς μορφής τροφική δηλητηρίαση, ενίοτε θανατηφόρα, οφειλόμενη στην τοξίνη που παράγει το βακτήριο κλωστηρίδιο της αλλαντίασης, το οποίο υπάρχει σε ανεπαρκώς συντηρημένες τροφές, κυρ. αλλαντικά. Βλ. -ίαση. ΣΥΝ. βοτουλισμός [< αγγλ. allantiasis] | |
| 2171 | αλλαντικό | [ἀλλαντικό] αλ-λα-ντι-κό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κάθε προϊόν από κιμά ή κομμάτια κρέατος, επεξεργασμένο κυρ. με καρύκευση, κάπνισμα και προσθήκη συντηρητικών ουσιών: καπνιστά ~ά. ~ά αέρος. Βλ. ζαμπόν, λουκάνικο, μορταδέλα, πάριζα, σαλάμι. [< αρχ. ἀλλᾶς ‘λουκάνικο’] | |
| 2172 | αλλαντοβιομηχανία | [ἀλλαντοβιομηχανία] αλ-λα-ντο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία αλλαντικών: εργοστάσιο ~ας. Βλ. -βιομηχανία. | |
| 2173 | αλλαντοΐνη | [ἀλλαντοΐνη] αλ-λα-ντο-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. προϊόν του ουρικού οξέος στα θηλαστικά, εκτός από τον άνθρωπο, με χρήση στη φαρμακευτική και την παρασκευή καλλυντικών: Η ~ επουλώνει και καταπραΰνει την επιδερμίδα. Βλ. ελαστίνη, κολλαγόνο. [< αγγλ. allantoin, γαλλ. allantoïne] | |
| 2174 | αλλαντοποιείο | [ἀλλαντοποιεῖο] αλ-λα-ντο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.): μονάδα παραγωγής αλλαντικών. Βλ. -ποιείο. | |
| 2175 | αλλαντοποιία | [ἀλλαντοποιία] αλ-λα-ντο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): παρασκευή αλλαντικών και κατ' επέκτ. αλλαντοποιείο. Βλ. -ποιία. | |
| 2176 | αλλαντοποιός | [ἀλλαντοποιός] αλ-λα-ντο-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επαγγελματίας που ασχολείται με την παρασκευή αλλαντικών. Βλ. -ποιός. [< μτγν. ἀλλαντοποιός] | |
| 2177 | αλλαντοπωλείο | [ἀλλαντοπωλεῖο] αλ-λα-ντο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης αλλαντικών. Βλ. -πωλείο. | |
| 2178 | αλλαντοπώλης | [ἀλλαντοπώλης] αλ-λα-ντο-πώ-λης ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που εμπορεύεται και πουλά αλλαντικά. Βλ. -πώλης. [< αρχ. ἀλλαντοπώλης] | |
| 2179 | αλλαξιά | [ἀλλαξιά] αλ-λα-ξιά ουσ. (θηλ.) 1. (περιληπτ.) εσώρουχα ή/και ρούχα που έχει κάποιος μαζί του, για να αλλάξει: δεύτερη/καθαρή ~. Πάρε μαζί σου μια ~, μην τυχόν και βραχούν αυτά που φοράς. Βλ. ενδυμασία, φορεσιά. 2. (σπάν.-λαϊκό) ανταλλαγή. [< μεσν. αλλαξία] | |
| 2180 | αλλαξιέρα | [ἀλλαξιέρα] αλ-λα-ξιέ-ρα ουσ. (θηλ.): έπιπλο για το άλλαγµα της πάνας των μωρών και ειδικότ. φορητό στρωματάκι για την παραπάνω εργασία: βρεφική ~. ~ με ράφια. Συρταριέρα-~. Βλ. -ιέρα. | |
| 2181 | αλλαξο- & αλλαξό- | : λεξικό πρόθημα ουσιαστικών, επιθέτων και ρημάτων που δηλώνει μεταβολή ιδιότητας ή κατάστασης: αλλαξο-πιστία. Αλλαξό-θρησκος. | |
| 2182 | αλλαξοκωλιά | [ἀλλαξοκωλιά] αλ-λα-ξο-κω-λιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (αργκό) 1. αμοιβαία αλλαγή ενεργητικού και παθητικού ρόλου κατά τη συνουσία ομοφυλόφιλων ανδρών. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εναλλαγή των ίδιων συνήθ. προσώπων σε συγκεκριμένες θέσεις ή χώρους: καλλιτεχνικές/πολιτικές ~ιές. | |
| 2183 | αλλαξοπιστώ | [ἀλλαξοπιστῶ] αλ-λα-ξο-πι-στώ ρ. (αμτβ.) {αλλαξοπιστ-είς ...| αλλαξοπίστ-ησε}: αλλάζω θρησκευτικό δόγμα και κατ΄επέκτ. ιδέες, πιστεύω: Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας πολλοί χριστιανοί αναγκάστηκαν να ~ήσουν.|| Τελευταία στιγμή, στην κάλπη, κάποιοι ~ησαν. | |
| 2184 | αλλαχού | [ἀλλαχοῦ] αλ-λα-χού επίρρ. (αρχαιοπρ.): αλλού, σε άλλο μέρος, σε άλλο σημείο: προϊόντα ζωικής προελεύσεως, μη ~ κατονομαζόμενα. Μήνυμα προς τους απανταχού Έλληνες Αμερικής, Αυστραλίας, Ευρώπης και ~. [< αρχ. ἀλλαχοῦ] | |
| 2185 | αλλεπάλληλοι | , ες, α [ἀλλεπάλληλοι] αλ-λε-πάλ-λη-λοι επίθ. {σπανιότ. στον εν. αλλεπάλληλος, η, ο} (λόγ.): που διαδέχονται ο ένας τον άλλο σε συνεχή ακολουθία: ~οι: έλεγχοι (= ο ένας μετά τον άλλο, συνεχείς)/πόλεμοι/σεισμοί. ~ες: επιθέσεις/ερωτήσεις/(συ)σκέψεις. ~α: πλήγματα/τηλεφωνήματα. Ακολούθησε μια σειρά ~ων διαπραγματεύσεων. Πβ. αλυσιδωτοί, απανωτοί, διαδοχικοί. [< μτγν. ἀλλεπάλληλοι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ