| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30690 | μεταλλάσσω | με-ταλ-λάσ-σω ρ. (μτβ.) {μετάλλα-ξα, μεταλλά-ξω, -χτηκε (κ. λόγ. -χθηκε), -χτεί (κ. λόγ. -χθεί)} & μεταλλάζω 1. (μτφ.) μεταβάλλω κάποιον ή κάτι πλήρως: Η παγκοσμιοποίηση ~ει τις εθνικές κοινωνίες. Πβ. αλλάζω, μετα-μορφώνω, -πλάθω, -σχηματίζω, -τρέπω. 2. ΒΙΟΛ. προκαλώ μετάλλαξη: Η ηλιακή ακτινοβολία μπορεί να ~ξει τα δερματικά κύτταρα. [< 1: αρχ. μεταλλάσσω 2: αγγλ. mutate, 1913, γαλλ. muter, 1909] | |
| 30691 | μεταλλεία | με-ταλ-λεί-α ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΑΛΛ. μετάλλευση: αρχαία/ελληνική ~. Ο τομέας της ~ας ορυκτών. [< αρχ. μεταλλεία] | |
| 30692 | μεταλλείο | [μεταλλεῖο] με-ταλ-λεί-ο ουσ. (ουδ.): χώρος εξόρυξης μεταλλευμάτων ή ορυκτών και οι σχετικές εγκαταστάσεις: αρχαίο/εγκαταλελειμμένο/επιφανειακό/υπόγειο ~. ~ αργύρου/βωξίτη/λιγνίτη (= λιγνιτωρυχείο)/σιδήρου/χρυσού (= χρυσωρυχείο). Διακοπή της λειτουργίας/οι στοές ενός ~ου. Εκμετάλλευση/μηχανικός ~ων. Εργατικό ατύχημα σε ~. (με κεφαλ. Μ) Επιθεώρηση/Υπηρεσία ~ων. Βλ. λατομείο, ορυχείο. ΣΥΝ. μεταλλωρυχείο ● ΣΥΜΠΛ.: όξινη απορροή (μεταλλείων) βλ. απορροή [< πβ. αρχ. μεταλλεῖον 'μέταλλο', γαλλ. mine] | |
| 30693 | μεταλλειολογία | με-ταλ-λει-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Μ): ΜΕΤΑΛΛ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τη χημική σύνθεση, τις φυσικές ιδιότητες και τη δομή των μεταλλευμάτων. Βλ. γεωλογία, -λογία. ΣΥΝ. μεταλλευτική (2) [< γαλλ. minéralogie] | |
| 30694 | μεταλλειολογικός | , ή, ό με-ταλ-λει-ο-λο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μεταλλειολογία. Βλ. γεωλογικός. [< γαλλ. minéralogique] | |
| 30695 | μεταλλειολόγος | με-ταλ-λει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΜΕΤΑΛΛ. επιστήμονας ειδικευμένος στη μεταλλειολογία: ~ (μεταλλουργός) μηχανικός. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. minéralogiste] | |
| 30696 | μεταλλεργάτης | με-ταλ-λερ-γά-της ουσ. (αρσ.): εργάτης μεταλλείου. ΣΥΝ. μεταλλωρύχος | |
| 30697 | μετάλλευμα | με-τάλ-λευ-μα ουσ. (ουδ.) {μεταλλεύμ-ατος | -ατα, -άτων} ΓΕΩΛ.-ΜΕΤΑΛΛ.-ΟΡΥΚΤ. 1. ορυκτό που περιέχει εκμεταλλεύσιμη ποσότητα ενός ή περισσοτέρων μετάλλων: πολύτιμο/ραδιενεργό/σπάνιο ~. ~ σιδήρου (= σιδηρο~). ~ατα μολύβδου/χαλκού/χρυσού/ψευδαργύρου. Εμπλουτισμός ~άτων. Η περιοχή είναι πλούσια σε ~ατα. ΣΥΝ. μαντέμι (2) 2. κάθε αξιοποιήσιμη ορυκτή πρώτη ύλη: ~ατα μαγγανίου. [< μτγν. μετάλλευμα] | |
| 30698 | μετάλλευση | με-τάλ-λευ-ση ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΑΛΛ. αναζήτηση και εξόρυξη μεταλλεύματος: ~ ουρανίου/χαλκού/χρυσού. Πβ. μεταλλεία. Βλ. λατόμευση. [< μτγν. μετάλλευσις] | |
| 30699 | μεταλλευτής | με-ταλ-λευ-τής ουσ. (αρσ.) (επίσ.): μεταλλωρύχος. [< μτγν. μεταλλευτής] | |
| 30700 | μεταλλευτική | με-ταλ-λευ-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. εξόρυξη ποικίλων ορυκτών υλικών από το υπέδαφος. Βλ. μεταλλουργία. 2. ΜΕΤΑΛΛ. μεταλλειολογία. [< αρχ. μεταλλευτική] | |
| 30701 | μεταλλευτικός | , ή, ό με-ταλ-λευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το μεταλλείο ή την εξόρυξη μεταλλευμάτων: ~ή: βιομηχανία/εταιρεία. ~ά: αποθέματα/δικαιώματα/έργα/κοιτάσματα. Περιοχή με έντονη ~ή δραστηριότητα/με ~ό πλούτο. (ΝΟΜ.) ~ Κώδικας. Βλ. λατομ-, μεταλλογενετ-, μεταλλουργ-ικός. [< αρχ. μεταλλευτικός, γαλλ. minier] | |
| 30702 | μεταλλιζέ & μεταλιζέ | με-ταλ-λι-ζέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: (για χρώμα) που έχει τη λάμψη του μετάλλου: ~ αποχρώσεις. Τσαντάκι σε ασημί/γκρι ~. [< γαλλ. métallisé] | |
| 30703 | μεταλλίκι & μεταλίκι | με-ταλ-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): κέρμα και γενικότ. χρήματα. [< τουρκ. metelik < γαλλ. métallique < μτγν. μεταλλικός] | |
| 30704 | μεταλλικός | , ή, ό με-ταλ-λι-κός επίθ. 1. που αποτελείται, έχει κατασκευαστεί από μέταλλο ή σχετίζεται με αυτό: ~ός: αγωγός/γάντζος/δίσκος/κάδος/σκελετός/σωλήνας. ~ή: βάση/γέφυρα/θήκη/κατασκευή/μπάρα/οροφή/πινακίδα/πόρτα/συσκευασία/σφαίρα/σχάρα. ~ό: κουτί/νόμισμα/σκεύος/στιλό/σύρμα. ~ά: ελάσματα/εξαρτήματα/έπιπλα/εργαλεία/νήματα/υλικά/φίλτρα. (ΧΗΜ) ~ά: ιόντα/κράματα/οξείδια. (Μη) ~ά ορυκτά. ΣΥΝ. μετάλλινος 2. (μτφ.) που έχει κάποια από τις ιδιότητες των μετάλλων: ~ός: ήχος/θόρυβος. ~ή: φωνή (: οξεία, σαν τον ήχο που παράγουν δύο ~ά αντικείμενα, όταν χτυπήσουν μεταξύ τους).|| ~ή: απόχρωση. ~ό: χρώμα (: που λάμπει όπως τα μέταλλα, π.χ. ~ό ασημί/μπλε).|| ~ή: γεύση. Κρασί με ~ό χαρακτήρα (: υψηλή οξύτητα). 3. ΜΟΥΣ. (προφ.) που σχετίζεται με τη μέταλ: διεθνής/ευρωπαϊκή ~ή σκηνή. ● ΣΥΜΠΛ.: μεταλλικά άλατα/στοιχεία & (προφ.) μέταλλα: απαραίτητα για τον οργανισμό ανόργανα συστατικά που λαμβάνονται μέσω των τροφών: Το ασβέστιο, ο φώσφορος, το μαγνήσιο, το κάλιο, το νάτριο και το χλώριο ανήκουν στα ~ ~. Βλ. μικροθρεπτικά συστατικά. [< γαλλ. sels minéraux ] , (φυσικό) μεταλλικό νερό βλ. νερό, μεταλλική πηγή βλ. πηγή, μεταλλική ταυτότητα βλ. ταυτότητα [< μτγν. μεταλλικός, γαλλ. métallique, αγγλ. metallic] | |
| 30705 | μεταλλικότητα | με-ταλ-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. περιεκτικότητα σε μέταλλα: νερό χαμηλής ~ας.|| Κρασί με ελαφριά/έντονη/χαρακτηριστική ~ (: οξύτητα). Βλ. -ότητα. [< γαλλ. métalléité] | |
| 30706 | μετάλλινος | , η, ο με-τάλ-λι-νος επίθ.: μεταλλικός. [< γαλλ. métallique] | |
| 30707 | μετάλλιο | με-τάλ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {μεταλλί-ου}: μικρή, επίπεδη και συνήθ. κυκλική μεταλλική πλάκα με εγχάρακτη ή ανάγλυφη επιγραφή ή παράσταση που απονέμεται ως έπαθλο ή ως τιμητική διάκριση ή εκδίδεται ως αναμνηστικό σημαντικού γεγονότος: χρυσό/αργυρό/χάλκινο ~ (: για την πρώτη, δεύτερη ή τρίτη αντίστοιχα θέση, κυρ. σε αθλητικούς αγώνες). ~ ανδραγαθίας. ~ Στρατιωτικής Αξίας (Α'/Β τάξεως)/της Πόλης ... (πβ. παράσημο). Διεκδικεί/εξασφάλισε/κατέκτησε/κέρδισε και δεύτερο/το πρώτο της ~ στο παγκόσμιο πρωτάθλημα ... Είναι κάτοχος δύο ολυμπιακών ~ων. Έχασε/του αφαιρέθηκε το ~ λόγω ντόπινγκ. Η απονομή των ~ων έγινε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σε όσους τερματίσουν θα δοθεί αναμνηστικό ~ συμμετοχής. Τιμήθηκαν με ειδικό ~ για την αντιστασιακή τους δράση. Βλ. βραβείο, διάσημα, κύπελλο, τρόπαιο. [< γαλλ. médaille] | |
| 30708 | μέταλλο | μέ-ταλ-λο ουσ. (ουδ.) {μετάλλ-ου} 1. ΧΗΜ. καθένα από τα χημικά στοιχεία μιας σειράς του περιοδικού πίνακα τα οποία είναι καλοί αγωγοί της θερμότητας και του ηλεκτρισμού, έχουν ιδιόμορφη λάμψη, είναι ελατά και σχηματίζουν βασικά οξείδια με τη βοήθεια του οξυγόνου· κυρ. το υλικό που αποτελείται από κάποιο από τα στοιχεία αυτά ή από κράμα τους: ακατέργαστο/γαλβανισμένο/κοινό/λιωμένο/χυτό ~. Κίτρινο ~ο (: ο χρυσός). Λευκό ~ο (: κάθε λευκό ή ασημί κράμα). Αλκαλικά/βαρέα/καθαρά/μαλακά/(μη) σιδηρούχα/σκληρά/σπάνια ~α. Τοξικά ~α (π.χ. κάδμιο, μόλυβδος, υδράργυρος). Υγρά ~α (π.χ. κάλιο, νάτριο, υδράργυρος). ~ σε φύλλα. Βαφή/βιομηχανία/επεξεργασία/προϊόντα ~ου. Ανακύκλωση/ανιχνευτής/απορρίμματα/βερνίκι/διάβρωση/εξόρυξη/επικάλυψη/ιδιότητες/κατεργασία/κοιτάσματα/μεταποίηση/ρινίσματα/σκόνη/συγκόλληση/σφυρηλάτηση/τήξη/χυτήρια ~ων. Κατασκευή/σκεύη από ~. Λειαντικό για ~α. Μικροτεχνία σε ~. Βλ. ημιμέταλλα. ΑΝΤ. αμέταλλα (στοιχεία) 2. (μτφ.) ηχηρός και καθαρός τόνος φωνής. ● ΣΥΜΠΛ.: βασικά/αγενή μέταλλα: ΧΗΜ. που οξειδώνονται σχετικά εύκολα με την έκθεση στον αέρα, τη θέρμανση ή την υγρασία (π.χ. σίδηρος, χαλκός). [< αγγλ. base/imperfect metals] , Εποχή του Μετάλλου: ΙΣΤ. η περίοδος της ανθρώπινης ιστορίας που αρχίζει περ. το 3000 π.Χ. και διαιρείται σε τρεις εποχές (του χαλκού, του ορείχαλκου και του σιδήρου) ανάλογα με τα μέταλλα που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος. Βλ. Εποχή του Λίθου., πολύτιμα/ευγενή μέταλλα: ΧΗΜ. που είναι πολύ ανθεκτικά στη διάβρωση και την οξείδωση: Ο χρυσός, ο άργυρος ο λευκόχρυσος και το παλλάδιο είναι ~ ~., ραδιενεργό μέταλλο: ΧΗΜ.-ΦΥΣ. μεταλλικό χημικό στοιχείο που έχει την ιδιότητα να εκπέμπει ραδιενέργεια. Βλ. ουράνιο, ράδιο. [< αγγλ. radioactive metal] , κυνηγοί μετάλλων βλ. κυνηγός, μεταλλικά άλατα/στοιχεία βλ. μεταλλικός, στοιχεία/μέταλλα μετάπτωσης βλ. μετάπτωση [< μτγν. μέταλλον ‘μεταλλείο, μετάλλευμα’, γαλλ. métal, αγγλ. metal] | |
| 30709 | μεταλλοβιομηχανία | με-ταλ-λο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία εξόρυξης και επεξεργασίας μετάλλων. Βλ. -βιομηχανία, μεταλλουργία, μεταλλουργική. [< γερμ. Metallindustrie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ