| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30704 | μεταλλικός | , ή, ό με-ταλ-λι-κός επίθ. 1. που αποτελείται, έχει κατασκευαστεί από μέταλλο ή σχετίζεται με αυτό: ~ός: αγωγός/γάντζος/δίσκος/κάδος/σκελετός/σωλήνας. ~ή: βάση/γέφυρα/θήκη/κατασκευή/μπάρα/οροφή/πινακίδα/πόρτα/συσκευασία/σφαίρα/σχάρα. ~ό: κουτί/νόμισμα/σκεύος/στιλό/σύρμα. ~ά: ελάσματα/εξαρτήματα/έπιπλα/εργαλεία/νήματα/υλικά/φίλτρα. (ΧΗΜ) ~ά: ιόντα/κράματα/οξείδια. (Μη) ~ά ορυκτά. ΣΥΝ. μετάλλινος 2. (μτφ.) που έχει κάποια από τις ιδιότητες των μετάλλων: ~ός: ήχος/θόρυβος. ~ή: φωνή (: οξεία, σαν τον ήχο που παράγουν δύο ~ά αντικείμενα, όταν χτυπήσουν μεταξύ τους).|| ~ή: απόχρωση. ~ό: χρώμα (: που λάμπει όπως τα μέταλλα, π.χ. ~ό ασημί/μπλε).|| ~ή: γεύση. Κρασί με ~ό χαρακτήρα (: υψηλή οξύτητα). 3. ΜΟΥΣ. (προφ.) που σχετίζεται με τη μέταλ: διεθνής/ευρωπαϊκή ~ή σκηνή. ● ΣΥΜΠΛ.: μεταλλικά άλατα/στοιχεία & (προφ.) μέταλλα: απαραίτητα για τον οργανισμό ανόργανα συστατικά που λαμβάνονται μέσω των τροφών: Το ασβέστιο, ο φώσφορος, το μαγνήσιο, το κάλιο, το νάτριο και το χλώριο ανήκουν στα ~ ~. Βλ. μικροθρεπτικά συστατικά. [< γαλλ. sels minéraux ] , (φυσικό) μεταλλικό νερό βλ. νερό, μεταλλική πηγή βλ. πηγή, μεταλλική ταυτότητα βλ. ταυτότητα [< μτγν. μεταλλικός, γαλλ. métallique, αγγλ. metallic] | |
| 30705 | μεταλλικότητα | με-ταλ-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. περιεκτικότητα σε μέταλλα: νερό χαμηλής ~ας.|| Κρασί με ελαφριά/έντονη/χαρακτηριστική ~ (: οξύτητα). Βλ. -ότητα. [< γαλλ. métalléité] | |
| 30706 | μετάλλινος | , η, ο με-τάλ-λι-νος επίθ.: μεταλλικός. [< γαλλ. métallique] | |
| 30707 | μετάλλιο | με-τάλ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {μεταλλί-ου}: μικρή, επίπεδη και συνήθ. κυκλική μεταλλική πλάκα με εγχάρακτη ή ανάγλυφη επιγραφή ή παράσταση που απονέμεται ως έπαθλο ή ως τιμητική διάκριση ή εκδίδεται ως αναμνηστικό σημαντικού γεγονότος: χρυσό/αργυρό/χάλκινο ~ (: για την πρώτη, δεύτερη ή τρίτη αντίστοιχα θέση, κυρ. σε αθλητικούς αγώνες). ~ ανδραγαθίας. ~ Στρατιωτικής Αξίας (Α'/Β τάξεως)/της Πόλης ... (πβ. παράσημο). Διεκδικεί/εξασφάλισε/κατέκτησε/κέρδισε και δεύτερο/το πρώτο της ~ στο παγκόσμιο πρωτάθλημα ... Είναι κάτοχος δύο ολυμπιακών ~ων. Έχασε/του αφαιρέθηκε το ~ λόγω ντόπινγκ. Η απονομή των ~ων έγινε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σε όσους τερματίσουν θα δοθεί αναμνηστικό ~ συμμετοχής. Τιμήθηκαν με ειδικό ~ για την αντιστασιακή τους δράση. Βλ. βραβείο, διάσημα, κύπελλο, τρόπαιο. [< γαλλ. médaille] | |
| 30708 | μέταλλο | μέ-ταλ-λο ουσ. (ουδ.) {μετάλλ-ου} 1. ΧΗΜ. καθένα από τα χημικά στοιχεία μιας σειράς του περιοδικού πίνακα τα οποία είναι καλοί αγωγοί της θερμότητας και του ηλεκτρισμού, έχουν ιδιόμορφη λάμψη, είναι ελατά και σχηματίζουν βασικά οξείδια με τη βοήθεια του οξυγόνου· κυρ. το υλικό που αποτελείται από κάποιο από τα στοιχεία αυτά ή από κράμα τους: ακατέργαστο/γαλβανισμένο/κοινό/λιωμένο/χυτό ~. Κίτρινο ~ο (: ο χρυσός). Λευκό ~ο (: κάθε λευκό ή ασημί κράμα). Αλκαλικά/βαρέα/καθαρά/μαλακά/(μη) σιδηρούχα/σκληρά/σπάνια ~α. Τοξικά ~α (π.χ. κάδμιο, μόλυβδος, υδράργυρος). Υγρά ~α (π.χ. κάλιο, νάτριο, υδράργυρος). ~ σε φύλλα. Βαφή/βιομηχανία/επεξεργασία/προϊόντα ~ου. Ανακύκλωση/ανιχνευτής/απορρίμματα/βερνίκι/διάβρωση/εξόρυξη/επικάλυψη/ιδιότητες/κατεργασία/κοιτάσματα/μεταποίηση/ρινίσματα/σκόνη/συγκόλληση/σφυρηλάτηση/τήξη/χυτήρια ~ων. Κατασκευή/σκεύη από ~. Λειαντικό για ~α. Μικροτεχνία σε ~. Βλ. ημιμέταλλα. ΑΝΤ. αμέταλλα (στοιχεία) 2. (μτφ.) ηχηρός και καθαρός τόνος φωνής. ● ΣΥΜΠΛ.: βασικά/αγενή μέταλλα: ΧΗΜ. που οξειδώνονται σχετικά εύκολα με την έκθεση στον αέρα, τη θέρμανση ή την υγρασία (π.χ. σίδηρος, χαλκός). [< αγγλ. base/imperfect metals] , Εποχή του Μετάλλου: ΙΣΤ. η περίοδος της ανθρώπινης ιστορίας που αρχίζει περ. το 3000 π.Χ. και διαιρείται σε τρεις εποχές (του χαλκού, του ορείχαλκου και του σιδήρου) ανάλογα με τα μέταλλα που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος. Βλ. Εποχή του Λίθου., πολύτιμα/ευγενή μέταλλα: ΧΗΜ. που είναι πολύ ανθεκτικά στη διάβρωση και την οξείδωση: Ο χρυσός, ο άργυρος ο λευκόχρυσος και το παλλάδιο είναι ~ ~., ραδιενεργό μέταλλο: ΧΗΜ.-ΦΥΣ. μεταλλικό χημικό στοιχείο που έχει την ιδιότητα να εκπέμπει ραδιενέργεια. Βλ. ουράνιο, ράδιο. [< αγγλ. radioactive metal] , κυνηγοί μετάλλων βλ. κυνηγός, μεταλλικά άλατα/στοιχεία βλ. μεταλλικός, στοιχεία/μέταλλα μετάπτωσης βλ. μετάπτωση [< μτγν. μέταλλον ‘μεταλλείο, μετάλλευμα’, γαλλ. métal, αγγλ. metal] | |
| 30709 | μεταλλοβιομηχανία | με-ταλ-λο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανία εξόρυξης και επεξεργασίας μετάλλων. Βλ. -βιομηχανία, μεταλλουργία, μεταλλουργική. [< γερμ. Metallindustrie] | |
| 30710 | μεταλλογένεση | με-ταλ-λο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. διαδικασία σχηματισμού μεταλλοφόρων κοιτασμάτων: υποθαλάσσια ~. Βλ. -γένεση. [< γαλλ. métallogénie, αγγλ. metallogeny, 1905] | |
| 30711 | μεταλλογενετικός | , ή, ό με-ταλ-λο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που αναφέρεται ή συντελεί στη μεταλλογένεση: ~ός: χάρτης (μιας χώρας). ~οί: παράγοντες. ~ές: περιοχές. Βλ. μεταλλευτικός, μεταλλουργικός. [< αγγλ. metallogenetic, 1909] | |
| 30712 | μεταλλογνωσία | με-ταλ-λο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): μελέτη της δομής και των ιδιοτήτων μετάλλων και κραμάτων και ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος. Πβ. φυσική μεταλλουργία. Βλ. -γνωσία, μεταλλογραφία. [< γερμ. Metallkunde] | |
| 30713 | μεταλλογραφία | με-ταλ-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. κλάδος της μεταλλογνωσίας που μελετά τη δομή και τις ιδιότητες των μετάλλων και των κραμάτων, μέσω οπτικού ή ηλεκτρονικού μικροσκοπίου. Βλ. μεταλλουργία. 2. η τέχνη της εγχάραξης γραμμάτων ή παραστάσεων σε ειδική μεταλλική πλάκα και συνεκδ. το αντίστοιχο έργο. Βλ. λιθο-, ξυλο-, οξυ-, χαλκο-γραφία. [< γαλλ. métallographie, αγγλ. metallography] | |
| 30714 | μεταλλογραφικός | , ή, ό με-ταλ-λο-γρα-φι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μεταλλογραφία: ~ός: έλεγχος (συγκολλήσεων). ~ή: εξέταση/παρατήρηση (ενός δείγματος)/προετοιμασία (δοκιμίων). ~ό: εργαστήριο/μικροσκόπιο. ~ά: χαρακτηριστικά (του χάλυβα). [< γαλλ. métallographique, αγγλ. metallographic, 1904] | |
| 30715 | μεταλλοειδή | [μεταλλοειδῆ] με-ταλ-λο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. μεταλλοειδές}: ΧΗΜ. χημικά στοιχεία που έχουν ιδιότητες των μετάλλων και των αμετάλλων. Πβ. επαμφοτερίζοντα στοιχεία. Βλ. αντιμόνιο, αρσενικό, βόριο, γερμάνιο, πυρίτιο. ΣΥΝ. ημιμέταλλα [< γαλλ. métalloïdes, 1960, αγγλ. metalloids] | |
| 30716 | μεταλλοένζυμο | με-ταλ-λο-έν-ζυ-μο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που αποτελεί μεταλλοπρωτεΐνη. [< αγγλ. metalloenzyme, 1955] | |
| 30717 | μεταλλοκατασκευές | με-ταλ-λο-κα-τα-σκευ-ές ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. μεταλλοκατασκευή}: κατασκευές από μεταλλικά δομικά υλικά. Βλ. αλουμινο-, σιδηρο-κατασκευές. | |
| 30718 | μεταλλοκεραμικός | , ή, ό με-ταλ-λο-κε-ρα-μι-κός επίθ. {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. (στην αισθητική και επανορθωτική οδοντιατρική ή/και την περιοδοντολογία) που έχει κατασκευαστεί από κεραμικό και μεταλλικό υλικό: ~ές: γέφυρες/στεφάνες. ~ές αποκαταστάσεις με τιτάνιο. Βλ. ολοκεραμικός. | |
| 30719 | μεταλλόκραμα | με-ταλ-λό-κρα-μα ουσ. (ουδ.): μείγμα δύο ή περισσοτέρων μετάλλων. | |
| 30720 | μεταλλοπλαστική | με-ταλ-λο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): η τέχνη της κατεργασίας μεταλλικού και πλαστικού υλικού: εργαστήριο αργυροχρυσοχοΐας-~ής. Βλ. -πλαστική. | |
| 30721 | μεταλλοπλαστικός | , ή, ό με-ταλ-λο-πλα-στι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που έχει χαρακτηριστικά μετάλλου και πλαστικού υλικού: ~ά: δάπεδα. [< γαλλ. métalloplastique, περ. 1950, αγγλ. metalloplastic] | |
| 30722 | μεταλλοποίηση | με-ταλ-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. διεργασία με την οποία μία μη μεταλλική επιφάνεια σκεπάζεται από λεπτή στρώση μετάλλου. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. επιμετάλλωση [< γαλλ. métallisation, αγγλ. metallization] | |
| 30723 | μεταλλοπρωτεΐνη | με-ταλ-λο-πρω-τε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεϊνικό μόριο συνδεδεμένο με μεταλλικά ιόντα. Βλ. αιμοσφαιρίνη, χλωροφύλλη. [< γαλλ. métalloprotéine, 1968, αγγλ. metalloprotein, 1940] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ