| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30724 | μεταλλοτεχνία | με-ταλ-λο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): η τέχνη της επεξεργασίας μετάλλων για την κατασκευή μεταλλικών αντικειμένων: μυκηναϊκή/αγιορείτικη ~. Βλ. αργυροχρυσοχοΐα, μεταλλουργία, -τεχνία. | |
| 30725 | μεταλλοτεχνίτης | με-ταλ-λο-τε-χνί-της ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που επεξεργάζεται μέταλλα και φτιάχνει μεταλλικά αντικείμενα. Πβ. μεταλλουργός. Βλ. -τεχνίτης. | |
| 30726 | μεταλλουργείο | [μεταλλουργεῖο] με-ταλ-λουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): εργαστήριο ή εργοστάσιο εξαγωγής και επεξεργασίας μετάλλων από ορυκτά: ~ σιδήρου (βλ. σιδηρουργείο). Βλ. ελασματ-, χαλυβ-ουργείο. [< μτγν. μεταλλουργεῖον ‘μεταλλείο’] | |
| 30727 | μεταλλουργία | με-ταλ-λουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των βιομηχανιών, των τεχνικών και των εγκαταστάσεων που σχετίζονται με την παραγωγή και κατεργασία των μετάλλων και των κραμάτων τους: ~ αλουμινίου/σιδήρου (= σιδηρουργία)/χάλυβα (= χαλυβουργία)/χρυσού. ΣΥΝ. μεταλλουργική 2. επιστήμη με αντικείμενο την εξόρυξη και επεξεργασία των μετάλλων: εξαγωγική ~. Φυσική ~ (= μεταλλογνωσία). Τομέας ~ας και Τεχνολογίας Υλικών. Βλ. -ουργία, υδρο~. [< μεσν. μεταλλουργία, γαλλ. métallurgie, αγγλ. metallurgy] | |
| 30728 | μεταλλουργικός | , ή, ό με-ταλ-λουρ-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή ανήκει στη μεταλλουργία: ~ή: βιομηχανία/επεξεργασία (π.χ. χρυσοφόρων μεταλλευμάτων)/εταιρεία. ~ό: εργοστάσιο/συγκρότημα. ~ά: προϊόντα. Βλ. μεταλλευτικός. ● Ουσ.: μεταλλουργική (η): μεταλλουργία. [< γαλλ. métallurgique, αγγλ. metallurgic(al)] | |
| 30729 | μεταλλουργός | με-ταλ-λουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επιστ.) 1. επιστήμονας ειδικός στη μεταλλουργία ή εργαζόμενος σε μεταλλουργική βιομηχανία: Μηχανικός Μεταλλείων-~. 2. τεχνίτης που επεξεργάζεται μέταλλα. Πβ. μεταλλοτεχνίτης. Βλ. -ουργός1, σιδηρουργός. [< μτγν. μεταλλουργός ‘μεταλλωρύχος’, γαλλ. métallurgiste] | |
| 30730 | μεταλλοφόρος | , ος/α, ο με-ταλ-λο-φό-ρος επίθ. (επιστ.): που περιέχει μέταλλα ή μεταλλεύματα: ~ος: άμμος. ~ες: περιοχές. ~α: διαλύματα/κοιτάσματα/πετρώματα. Βλ. πετρελαιο-, χρυσο-φόρος. [< γαλλ. métallifère, αγγλ. metalliferous] | |
| 30731 | μεταλλόφωνο | με-ταλ-λό-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο που αποτελείται από μεταλλικές πλάκες, τοποθετημένες όπως τα πλήκτρα του πιάνου και με ανάλογη διαδοχή στο τονικό ύψος, οι οποίες πάλλονται με μπαγκέτες. Βλ. μαρίμπα, ξυλόφωνο. [< αγγλ. metallophone, γαλλ. métallophone, 1935] | |
| 30732 | μεταλλωρυχείο | [μεταλλωρυχεῖο] με-ταλ-λω-ρυ-χεί-ο ουσ. (ουδ.): μεταλλείο. Βλ. -ωρυχείο. | |
| 30733 | μεταλλωρύχος | με-ταλ-λω-ρύ-χος ουσ. (αρσ.): εργάτης σε μεταλλείο. Βλ. -ωρύχος. ΣΥΝ. μεταλλεργάτης, μεταλλευτής [< μτγν. μεταλλωρύχος 'ειδικός σε οχυρωματικά έργα'] | |
| 30734 | μετάλλωση | με-τάλ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ασβεστοποίηση: ~ των οστών. | |
| 30735 | μεταλογικός | , ή, ό με-τα-λο-γι-κός επίθ.: που είναι εκτός λογικής: ~ή: προσέγγιση. Πβ. εξωλογικός, παράλογος. ● Ουσ.: μεταλογική (η) 1. ΦΙΛΟΣ. κλάδος της Λογικής που μελετά τα συστήματα της τυπικής Λογικής. ΣΥΝ. μεταμαθηματικά 2. ό,τι αντιτίθεται στη λογική ή είναι πέρα από αυτή. [< γερμ. metalogisch, αγγλ. metalogic, γαλλ. métalogique, 1906] | |
| 30736 | μεταλυκειακός | , ή, ό με-τα-λυ-κει-α-κός επίθ.: (κυρ. με αναφορά στην εκπαίδευση) που ακολουθεί μετά την αποφοίτηση από το λύκειο: ~ή: επαγγελματική κατάρτιση (βλ. ΙΕΚ). ~ό: έτος (ειδίκευσης). ~ές: σπουδές/σχολές. Σε ~ό επίπεδο. Κέντρα ~ής Εκπαίδευσης (πβ. κολέγια). Βλ. ΑΕΙ, ΑΤΕΙ, ΕΠΑ.Λ., ΕΠΑ.Σ., ΚΕΣ. | |
| 30737 | μεταμαθηματικά | με-τα-μα-θη-μα-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. κλάδος της μαθηματικής λογικής που εξετάζει τη βασιμότητα, τη συνέπεια και την πληρότητα των προτάσεων μιας μαθηματικής θεωρίας. ΣΥΝ. μεταλογική (1) [< αγγλ. metamathematics, γαλλ. métamathématique, περ. 1930] | |
| 30738 | μεταμαθηματικός | , ή, ό με-τα-μα-θη-μα-τι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. που σχετίζεται με τα μεταμαθηματικά: ~ός: ερευνητής. ~ή: απόδειξη/ερμηνεία/πρόταση. ● Ουσ.: μεταμαθηματικός (ο/η): επιστήμονας ειδικευμένος στα μεταμαθηματικά. [< αγγλ. metamathematician, 1935] [< αγγλ. metamathematical, 1926, γαλλ. métamathématique] | |
| 30739 | μεταμέλεια | με-τα-μέ-λει-α ουσ. (θηλ.): συνειδητοποίηση του σφάλματος που διέπραξε κάποιος και η αίσθηση ντροπής που αυτή συνεπάγεται: αληθινή/δημόσια/έμπρακτη ~. Δήλωση/επιστολή ~ας. Σε/ως ένδειξη ~ας ... Ο κατηγορούμενος έδειξε ~/εξέφρασε τη ~ά του. (σε δίκη) Το ελαφρυντικό της ειλικρινούς ~ας. Πβ. συγγνώμη. ΣΥΝ. μετάνιωμα, μετάνοια (1) ΑΝΤ. αμετανοησία [< αρχ. μεταμέλεια] | |
| 30740 | μεταμελούμαι | [μεταμελοῦμαι] με-τα-με-λού-μαι ρ. (αμτβ.) {μεταμελ-είσαι ..., μεταμελ-ήθηκε, -ηθεί, -μένος} (λόγ.): μετανιώνω, μετανοώ: Ο κατηγορούμενος ~ήθηκε για το έγκλημα που διέπραξε. Δήλωσε/έδειξε/εμφανίστηκε ~μένος (ΑΝΤ. αμετανόητος). Πβ. λυπάμαι. [< αρχ. μεταμελοῦμαι, μεταμέλομαι] | |
| 30741 | μεταμέρεια | με-τα-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. η ιδιότητα ορισμένων ειδών των οποίων το σώμα τους διαιρείται σε μεταμερή. Βλ. αρθρόποδα, χορδωτά. ΣΥΝ. μεταμερισμός (1) [< γαλλ. métamérie] | |
| 30742 | μεταμερή | [μεταμερῆ] με-τα-με-ρή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. μεταμερές}: ΖΩΟΛ. παρόμοια διαδοχικά τμήματα από τα οποία αποτελείται το σώμα ορισμένων ειδών: θωρακικά/κοιλιακά ~. ΣΥΝ. μεταμερίδια [< γαλλ. métamère s, αγγλ. metamere] | |
| 30743 | μεταμερίδια | με-τα-με-ρί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. μεταμερή. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ