| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30710 | μεταλλογένεση | με-ταλ-λο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. διαδικασία σχηματισμού μεταλλοφόρων κοιτασμάτων: υποθαλάσσια ~. Βλ. -γένεση. [< γαλλ. métallogénie, αγγλ. metallogeny, 1905] | |
| 30711 | μεταλλογενετικός | , ή, ό με-ταλ-λο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που αναφέρεται ή συντελεί στη μεταλλογένεση: ~ός: χάρτης (μιας χώρας). ~οί: παράγοντες. ~ές: περιοχές. Βλ. μεταλλευτικός, μεταλλουργικός. [< αγγλ. metallogenetic, 1909] | |
| 30712 | μεταλλογνωσία | με-ταλ-λο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): μελέτη της δομής και των ιδιοτήτων μετάλλων και κραμάτων και ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος. Πβ. φυσική μεταλλουργία. Βλ. -γνωσία, μεταλλογραφία. [< γερμ. Metallkunde] | |
| 30713 | μεταλλογραφία | με-ταλ-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. κλάδος της μεταλλογνωσίας που μελετά τη δομή και τις ιδιότητες των μετάλλων και των κραμάτων, μέσω οπτικού ή ηλεκτρονικού μικροσκοπίου. Βλ. μεταλλουργία. 2. η τέχνη της εγχάραξης γραμμάτων ή παραστάσεων σε ειδική μεταλλική πλάκα και συνεκδ. το αντίστοιχο έργο. Βλ. λιθο-, ξυλο-, οξυ-, χαλκο-γραφία. [< γαλλ. métallographie, αγγλ. metallography] | |
| 30714 | μεταλλογραφικός | , ή, ό με-ταλ-λο-γρα-φι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μεταλλογραφία: ~ός: έλεγχος (συγκολλήσεων). ~ή: εξέταση/παρατήρηση (ενός δείγματος)/προετοιμασία (δοκιμίων). ~ό: εργαστήριο/μικροσκόπιο. ~ά: χαρακτηριστικά (του χάλυβα). [< γαλλ. métallographique, αγγλ. metallographic, 1904] | |
| 30715 | μεταλλοειδή | [μεταλλοειδῆ] με-ταλ-λο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. μεταλλοειδές}: ΧΗΜ. χημικά στοιχεία που έχουν ιδιότητες των μετάλλων και των αμετάλλων. Πβ. επαμφοτερίζοντα στοιχεία. Βλ. αντιμόνιο, αρσενικό, βόριο, γερμάνιο, πυρίτιο. ΣΥΝ. ημιμέταλλα [< γαλλ. métalloïdes, 1960, αγγλ. metalloids] | |
| 30716 | μεταλλοένζυμο | με-ταλ-λο-έν-ζυ-μο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που αποτελεί μεταλλοπρωτεΐνη. [< αγγλ. metalloenzyme, 1955] | |
| 30717 | μεταλλοκατασκευές | με-ταλ-λο-κα-τα-σκευ-ές ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. μεταλλοκατασκευή}: κατασκευές από μεταλλικά δομικά υλικά. Βλ. αλουμινο-, σιδηρο-κατασκευές. | |
| 30718 | μεταλλοκεραμικός | , ή, ό με-ταλ-λο-κε-ρα-μι-κός επίθ. {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. (στην αισθητική και επανορθωτική οδοντιατρική ή/και την περιοδοντολογία) που έχει κατασκευαστεί από κεραμικό και μεταλλικό υλικό: ~ές: γέφυρες/στεφάνες. ~ές αποκαταστάσεις με τιτάνιο. Βλ. ολοκεραμικός. | |
| 30719 | μεταλλόκραμα | με-ταλ-λό-κρα-μα ουσ. (ουδ.): μείγμα δύο ή περισσοτέρων μετάλλων. | |
| 30720 | μεταλλοπλαστική | με-ταλ-λο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): η τέχνη της κατεργασίας μεταλλικού και πλαστικού υλικού: εργαστήριο αργυροχρυσοχοΐας-~ής. Βλ. -πλαστική. | |
| 30721 | μεταλλοπλαστικός | , ή, ό με-ταλ-λο-πλα-στι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που έχει χαρακτηριστικά μετάλλου και πλαστικού υλικού: ~ά: δάπεδα. [< γαλλ. métalloplastique, περ. 1950, αγγλ. metalloplastic] | |
| 30722 | μεταλλοποίηση | με-ταλ-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. διεργασία με την οποία μία μη μεταλλική επιφάνεια σκεπάζεται από λεπτή στρώση μετάλλου. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. επιμετάλλωση [< γαλλ. métallisation, αγγλ. metallization] | |
| 30723 | μεταλλοπρωτεΐνη | με-ταλ-λο-πρω-τε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεϊνικό μόριο συνδεδεμένο με μεταλλικά ιόντα. Βλ. αιμοσφαιρίνη, χλωροφύλλη. [< γαλλ. métalloprotéine, 1968, αγγλ. metalloprotein, 1940] | |
| 30724 | μεταλλοτεχνία | με-ταλ-λο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): η τέχνη της επεξεργασίας μετάλλων για την κατασκευή μεταλλικών αντικειμένων: μυκηναϊκή/αγιορείτικη ~. Βλ. αργυροχρυσοχοΐα, μεταλλουργία, -τεχνία. | |
| 30725 | μεταλλοτεχνίτης | με-ταλ-λο-τε-χνί-της ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που επεξεργάζεται μέταλλα και φτιάχνει μεταλλικά αντικείμενα. Πβ. μεταλλουργός. Βλ. -τεχνίτης. | |
| 30726 | μεταλλουργείο | [μεταλλουργεῖο] με-ταλ-λουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): εργαστήριο ή εργοστάσιο εξαγωγής και επεξεργασίας μετάλλων από ορυκτά: ~ σιδήρου (βλ. σιδηρουργείο). Βλ. ελασματ-, χαλυβ-ουργείο. [< μτγν. μεταλλουργεῖον ‘μεταλλείο’] | |
| 30727 | μεταλλουργία | με-ταλ-λουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των βιομηχανιών, των τεχνικών και των εγκαταστάσεων που σχετίζονται με την παραγωγή και κατεργασία των μετάλλων και των κραμάτων τους: ~ αλουμινίου/σιδήρου (= σιδηρουργία)/χάλυβα (= χαλυβουργία)/χρυσού. ΣΥΝ. μεταλλουργική 2. επιστήμη με αντικείμενο την εξόρυξη και επεξεργασία των μετάλλων: εξαγωγική ~. Φυσική ~ (= μεταλλογνωσία). Τομέας ~ας και Τεχνολογίας Υλικών. Βλ. -ουργία, υδρο~. [< μεσν. μεταλλουργία, γαλλ. métallurgie, αγγλ. metallurgy] | |
| 30728 | μεταλλουργικός | , ή, ό με-ταλ-λουρ-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή ανήκει στη μεταλλουργία: ~ή: βιομηχανία/επεξεργασία (π.χ. χρυσοφόρων μεταλλευμάτων)/εταιρεία. ~ό: εργοστάσιο/συγκρότημα. ~ά: προϊόντα. Βλ. μεταλλευτικός. ● Ουσ.: μεταλλουργική (η): μεταλλουργία. [< γαλλ. métallurgique, αγγλ. metallurgic(al)] | |
| 30729 | μεταλλουργός | με-ταλ-λουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επιστ.) 1. επιστήμονας ειδικός στη μεταλλουργία ή εργαζόμενος σε μεταλλουργική βιομηχανία: Μηχανικός Μεταλλείων-~. 2. τεχνίτης που επεξεργάζεται μέταλλα. Πβ. μεταλλοτεχνίτης. Βλ. -ουργός1, σιδηρουργός. [< μτγν. μεταλλουργός ‘μεταλλωρύχος’, γαλλ. métallurgiste] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ