Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [31420-31440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30744μεταμερισμόςμε-τα-με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. μεταμέρεια. 2. ΤΕΧΝΟΛ. η ιδιότητα των χρωμάτων να εμφανίζονται αλλοιωμένα υπό διαφορετικές συνθήκες φωτισμού. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. metamerism]
30745μεταμεσημβρινός, ή, ό με-τα-με-σημ-βρι-νός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται ή γίνεται στο χρονικό διάστημα μετά το μεσημέρι: Δυνατές καταιγίδες ξέσπασαν τις πρώτες ~ές ώρες στα βορειοδυτικά. Βλ. βραδ-, εσπερ-, πρω-ινός, μεσημεριανός, μεταμεσονύχτιος. ΣΥΝ. απογευματινός ΑΝΤ. προμεσημβρινός [< γερμ. nachmittags-]
30746μεταμεσονύχτιος, α, ο με-τα-με-σο-νύ-χτι-ος επίθ. & μεταμεσονύκτιος: που αναφέρεται ή γίνεται στο χρονικό διάστημα μετά τα μεσάνυχτα: ~α: εκπομπή/ζώνη (ενός ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού)/λειτουργία (του μετρό)/προβολή. Το γλέντι συνεχίστηκε ως τις ~ες ώρες. Βλ. μεταμεσημβρινός. ● επίρρ.: μεταμεσονύχτια & μεταμεσονύκτια & (λόγ.) μεταμεσονυκτίως & μεταμεσονυχτίως
30747μεταμηχανήμε-τα-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεταμηχανή αναζήτησης: ΠΛΗΡΟΦ. μηχανή αναζήτησης που παρουσιάζει ταυτόχρονα αποτελέσματα από άλλες αντίστοιχες μηχανές. [< αγγλ. metasearch engine]
58714μεταμνημονιακός, ή, ό με-τα-μνη-μο-νι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στην εποχή μετά το μνημόνιο: ~οί: έλεγχοι/μηχανισμοί επιτήρησης/πλειστηριασμοί/στόχοι/φόροι. ~ές: αξιολογήσεις/δεσμεύσεις/υποχρεώσεις ~ά: αδιέξοδα/σχέδια.
30748μεταμοντερνισμόςμε-τα-μο-ντερ-νι-σμός ουσ. (αρσ.): σύγχρονο ρεύμα που εμφανίστηκε αρχικά στην τέχνη, τη λογοτεχνία και την αρχιτεκτονική, επηρέασε όμως στη συνέχεια την κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία, το οποίο αποκηρύσσει τις αρχές και τις πρακτικές του καθιερωμένου μοντερνισμού, δίνοντας έμφαση στην πολλαπλότητα, τον εκλεκτικισμό, τη σχετικότητα και τον εντυπωσιασμό. Πβ. μετανεωτερικότητα. Βλ. -ισμός, νεωτερικότητα, νεωτερισμός. ΣΥΝ. μετανεωτερισμός [< αγγλ. postmodernism, 1979, γαλλ. postmodernisme]
30749μεταμοντερνιστήςμε-τα-μο-ντερ-νι-στής επίθ./ουσ.: θεωρητικός ή οπαδός του μεταμοντερνισμού: ~ λογοτέχνης. [< αγγλ. postmodernist, 1966]
30750μεταμοντέρνος, α, ο με-τα-μο-ντέρ-νος επίθ.: που σχετίζεται με τον μεταμοντερνισμό: ~ος: πολιτισμός/χορός. ~α: αρχιτεκτονική/εποχή/λογοτεχνία/σκέψη/τέχνη/φιλοσοφία. ~ες: θεωρίες/προσεγγίσεις. Βλ. νεωτερ-, νεωτεριστ-ικός, σύγχρονος. ΣΥΝ. μετανεωτερικός, μετανεωτεριστικός ● Ουσ.: μεταμοντέρνο (το): μεταμοντερνισμός. [< αγγλ. postmodern, 1949, γαλλ. postmoderne, 1979]
30751μεταμορφικός, ή, ό με-τα-μορ-φι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που μεταβάλλεται ως προς τη δομή ή τη μορφή του εξαιτίας φυσικών παραγόντων ή που σχετίζεται με τέτοιους είδους μεταβολές: ~ά: πετρώματα (βλ. ασβεστόλιθος. ΣΥΝ. μεταμορφωσιγενή). [< γαλλ. métamorphique, αγγλ. metamorphic]
30752μεταμορφισμόςμε-τα-μορ-φι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΛ. μεταβολή της ορυκτολογικής σύστασης πετρώματος, κυρ. λόγω θερμοκρασίας ή πίεσης. ΣΥΝ. μεταμόρφωση (3) 2. (μτφ.) μεταμόρφωση: πολιτικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. métamorphisme, αγγλ. metamorphism]
30753μεταμορφοψίαμε-τα-μορ-φο-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της όρασης κατά την οποία τα ορατά αντικείμενα γίνονται αντιληπτά παραμορφωμένα λόγω οφθαλμικής ή εγκεφαλικής πάθησης. [< γαλλ. métamorphopsie, αγγλ. metamorphopsia]
30754μεταμορφώνωμε-τα-μορ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {μεταμόρφω-σε, μεταμορφώ-σει, -θηκε, -θεί, μεταμορφών-οντας, μεταμορφω-μένος} 1. δίνω νέα μορφή ή σχήμα σε κάποιον ή κάτι, του αλλάζω την εξωτερική εμφάνιση: Παλιά αντικείμενα μπορούν να ~θούν (= μεταβληθούν, μετατραπούν) σε μικρά έργα τέχνης. Για τις ανάγκες του ρόλου ~θηκε σε μπαλαρίνα. (στη μυθολογία) Θεοί που ~ονται σε ζώα. Πβ. μεταπλάθω. 2. (μτφ.) προκαλώ ριζικές αλλαγές στον χαρακτήρα, τη φύση, τη δομή, τη λειτουργία: Οι νέες τεχνολογίες ~ουν (= μετασχηματίζουν) την εκπαίδευση/τους οργανισμούς. Επέστρεψε από το ταξίδι ~μένη (βλ. ανανεωμένη). ● ΣΥΜΠΛ.: μεταμορφωμένα πετρώματα βλ. πέτρωμα1 [< μτγν. μεταμορφῶ, γαλλ. métamorphoser, αγγλ. metamorphose]
30755μεταμόρφωσημε-τα-μόρ-φω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ριζική συνήθ. αλλαγή της μορφής, της φύσης ή της δομής ενός στοιχείου ή προσώπου, σε βαθμό που να μην αναγνωρίζεται και γενικότ. κάθε είδους σημαντική μεταβολή: θεαματική ~. ~ μιας πόλης. Διαδοχικές ~ώσεις. Οι ~ώσεις ενός θεατρικού χώρου.|| Σκηνική ~ ηθοποιού.|| Εσωτερική/ιδεολογική/κοινωνική/πνευματική/πολιτική/προσωπική ~. Πβ. μετάπλαση, μετατροπή. Βλ. αναμόρφωση. 2. ΒΙΟΛ. ολική αλλαγή της μορφής και του τρόπου ζωής που υφίστανται ορισμένα είδη ζώων κατά την ανάπτυξή τους, πριν από τη φάση ενηλικίωσής τους: η ~ του γυρίνου σε βάτραχο/της κάμπιας σε πεταλούδα. Στάδια ~ης (βλ. νύμφη, χρυσαλλίδα). 3. ΓΕΩΛ. μεταμορφισμός: καθολική ~. ~ επαφής. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεταμόρφωση του Σωτήρος: ΕΚΚΛΗΣ. η εκούσια μεταβολή της φθαρτής φύσης του Ιησού Χριστού στο όρος Θαβώρ της Γαλιλαίας· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη εορτή (6 Αυγούστου) ή ο ναός που είναι αφιερωμένος σε αυτό το γεγονός. Βλ. άκτιστο(ν) φως. [< 1: μτγν. μεταμόρφωσις, γαλλ. métamorphose, αγγλ. metamorphosis]
30756μεταμορφωσιγενής, ής, ές με-τα-μορ-φω-σι-γε-νής επίθ.: ΓΕΩΛ. (για πέτρωμα) που έχει δημιουργηθεί με μεταμορφισμό. Βλ. εκρηξι-, ηφαιστειο-, ιζηματο-, πυρι-γενής. ΣΥΝ. μεταμορφικός
30757μεταμορφώσιμος, η, ο με-τα-μορ-φώ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να αλλάξει ύλη, μορφή: ~ο: σκηνικό. (για πρόσ.) Εξαιρετικά ~η ηθοποιός. [< γαλλ. métamorphosable, αγγλ. metamorphosable]
30758μεταμορφωτήςμε-τα-μορ-φω-τής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που δίνει νέα μορφή σε κάτι, αλλάζοντάς το ουσιαστικά: (Θεωρείται) ο ~ της ομάδας. Πβ. αναμορφωτής, ανανεωτής, μεταρρυθμιστής. 2. ΗΛΕΚΤΡ. μετασχηματιστής. [< γαλλ. transformateur]
30759μεταμορφωτικός, ή, ό με-τα-μορ-φω-τι-κός επίθ.: που προκαλεί μεταμόρφωση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: λόγος. ~ή: δύναμη (π.χ. της αγάπης)/εμπειρία/ικανότητα (ενός ζωγράφου). Πβ. αναμορφωτ-, μετασχηματιστ-ικός. ● επίρρ.: μεταμορφωτικά: Λειτουργεί ~. [< μεσν. μεταμορφωτικός]
30760μεταμόσχευσημε-τα-μό-σχευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. εμφύτευση οργάνου ή ιστού σε άλλη θέση στο ίδιο σώμα ή σε ομόλογη θέση άλλου σώματος: ~ δέρματος/καρδιάς/κερατοειδούς/μαλλιών/μυελού των οστών/πνεύμονα/προσώπου. Αυτόλογη ~ (= αυτο~). Λίστα αναμονής για ~. Μονάδα ~εύσεων. Υπεβλήθη σε ταυτόχρονη ~ νεφρού και ήπατος. Βλ. δωρεά οργάνων (σώματος), ΕΟΜ, ιστοσυμβατότητα, μόσχευμα, ξενο~. ΣΥΝ. μεταφύτευση (3), μετεμφύτευση 2. ΓΕΩΠ. εμβολιασμός, μπόλιασμα. [< 1: γαλλ.-αγγλ. transplantation 2: μτγν. μεταμόσχευσις]
30761μεταμοσχευτήςμε-τα-μο-σχευ-τής ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. χειρουργός ειδικευμένος στις μεταμοσχεύσεις. [< αγγλ. transplanter, 1970]
30762μεταμοσχευτικός, ή, ό με-τα-μο-σχευ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη μεταμόσχευση: ~ός: τουρισμός (: σε χώρες όπου γίνεται εμπόριο οργάνων). ~ή: ομάδα (ήπατος/καρδιάς). ~ό: κέντρο. [< αγγλ. transplant, 1963]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.