Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [31420-31440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
30730μεταλλοφόρος, ος/α, ο με-ταλ-λο-φό-ρος επίθ. (επιστ.): που περιέχει μέταλλα ή μεταλλεύματα: ~ος: άμμος. ~ες: περιοχές. ~α: διαλύματα/κοιτάσματα/πετρώματα. Βλ. πετρελαιο-, χρυσο-φόρος. [< γαλλ. métallifère, αγγλ. metalliferous]
30731μεταλλόφωνομε-ταλ-λό-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο που αποτελείται από μεταλλικές πλάκες, τοποθετημένες όπως τα πλήκτρα του πιάνου και με ανάλογη διαδοχή στο τονικό ύψος, οι οποίες πάλλονται με μπαγκέτες. Βλ. μαρίμπα, ξυλόφωνο. [< αγγλ. metallophone, γαλλ. métallophone, 1935]
30732μεταλλωρυχείο[μεταλλωρυχεῖο] με-ταλ-λω-ρυ-χεί-ο ουσ. (ουδ.): μεταλλείο. Βλ. -ωρυχείο.
30733μεταλλωρύχοςμε-ταλ-λω-ρύ-χος ουσ. (αρσ.): εργάτης σε μεταλλείο. Βλ. -ωρύχος. ΣΥΝ. μεταλλεργάτης, μεταλλευτής [< μτγν. μεταλλωρύχος 'ειδικός σε οχυρωματικά έργα']
30734μετάλλωσημε-τάλ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ασβεστοποίηση: ~ των οστών.
30735μεταλογικός, ή, ό με-τα-λο-γι-κός επίθ.: που είναι εκτός λογικής: ~ή: προσέγγιση. Πβ. εξωλογικός, παράλογος. ● Ουσ.: μεταλογική (η) 1. ΦΙΛΟΣ. κλάδος της Λογικής που μελετά τα συστήματα της τυπικής Λογικής. ΣΥΝ. μεταμαθηματικά 2. ό,τι αντιτίθεται στη λογική ή είναι πέρα από αυτή. [< γερμ. metalogisch, αγγλ. metalogic, γαλλ. métalogique, 1906]
30736μεταλυκειακός, ή, ό με-τα-λυ-κει-α-κός επίθ.: (κυρ. με αναφορά στην εκπαίδευση) που ακολουθεί μετά την αποφοίτηση από το λύκειο: ~ή: επαγγελματική κατάρτιση (βλ. ΙΕΚ). ~ό: έτος (ειδίκευσης). ~ές: σπουδές/σχολές. Σε ~ό επίπεδο. Κέντρα ~ής Εκπαίδευσης (πβ. κολέγια). Βλ. ΑΕΙ, ΑΤΕΙ, ΕΠΑ.Λ., ΕΠΑ.Σ., ΚΕΣ.
30737μεταμαθηματικάμε-τα-μα-θη-μα-τι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. κλάδος της μαθηματικής λογικής που εξετάζει τη βασιμότητα, τη συνέπεια και την πληρότητα των προτάσεων μιας μαθηματικής θεωρίας. ΣΥΝ. μεταλογική (1) [< αγγλ. metamathematics, γαλλ. métamathématique, περ. 1930]
30738μεταμαθηματικός, ή, ό με-τα-μα-θη-μα-τι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. που σχετίζεται με τα μεταμαθηματικά: ~ός: ερευνητής. ~ή: απόδειξη/ερμηνεία/πρόταση. ● Ουσ.: μεταμαθηματικός (ο/η): επιστήμονας ειδικευμένος στα μεταμαθηματικά. [< αγγλ. metamathematician, 1935] [< αγγλ. metamathematical, 1926, γαλλ. métamathématique]
30739μεταμέλειαμε-τα-μέ-λει-α ουσ. (θηλ.): συνειδητοποίηση του σφάλματος που διέπραξε κάποιος και η αίσθηση ντροπής που αυτή συνεπάγεται: αληθινή/δημόσια/έμπρακτη ~. Δήλωση/επιστολή ~ας. Σε/ως ένδειξη ~ας ... Ο κατηγορούμενος έδειξε ~/εξέφρασε τη ~ά του. (σε δίκη) Το ελαφρυντικό της ειλικρινούς ~ας. Πβ. συγγνώμη. ΣΥΝ. μετάνιωμα, μετάνοια (1) ΑΝΤ. αμετανοησία [< αρχ. μεταμέλεια]
30740μεταμελούμαι[μεταμελοῦμαι] με-τα-με-λού-μαι ρ. (αμτβ.) {μεταμελ-είσαι ..., μεταμελ-ήθηκε, -ηθεί, -μένος} (λόγ.): μετανιώνω, μετανοώ: Ο κατηγορούμενος ~ήθηκε για το έγκλημα που διέπραξε. Δήλωσε/έδειξε/εμφανίστηκε ~μένος (ΑΝΤ. αμετανόητος). Πβ. λυπάμαι. [< αρχ. μεταμελοῦμαι, μεταμέλομαι]
30741μεταμέρειαμε-τα-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. η ιδιότητα ορισμένων ειδών των οποίων το σώμα τους διαιρείται σε μεταμερή. Βλ. αρθρόποδα, χορδωτά. ΣΥΝ. μεταμερισμός (1) [< γαλλ. métamérie]
30742μεταμερή[μεταμερῆ] με-τα-με-ρή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. μεταμερές}: ΖΩΟΛ. παρόμοια διαδοχικά τμήματα από τα οποία αποτελείται το σώμα ορισμένων ειδών: θωρακικά/κοιλιακά ~. ΣΥΝ. μεταμερίδια [< γαλλ. métamère s, αγγλ. metamere]
30743μεταμερίδιαμε-τα-με-ρί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. μεταμερή.
30744μεταμερισμόςμε-τα-με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. μεταμέρεια. 2. ΤΕΧΝΟΛ. η ιδιότητα των χρωμάτων να εμφανίζονται αλλοιωμένα υπό διαφορετικές συνθήκες φωτισμού. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. metamerism]
30745μεταμεσημβρινός, ή, ό με-τα-με-σημ-βρι-νός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται ή γίνεται στο χρονικό διάστημα μετά το μεσημέρι: Δυνατές καταιγίδες ξέσπασαν τις πρώτες ~ές ώρες στα βορειοδυτικά. Βλ. βραδ-, εσπερ-, πρω-ινός, μεσημεριανός, μεταμεσονύχτιος. ΣΥΝ. απογευματινός ΑΝΤ. προμεσημβρινός [< γερμ. nachmittags-]
30746μεταμεσονύχτιος, α, ο με-τα-με-σο-νύ-χτι-ος επίθ. & μεταμεσονύκτιος: που αναφέρεται ή γίνεται στο χρονικό διάστημα μετά τα μεσάνυχτα: ~α: εκπομπή/ζώνη (ενός ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού)/λειτουργία (του μετρό)/προβολή. Το γλέντι συνεχίστηκε ως τις ~ες ώρες. Βλ. μεταμεσημβρινός. ● επίρρ.: μεταμεσονύχτια & μεταμεσονύκτια & (λόγ.) μεταμεσονυκτίως & μεταμεσονυχτίως
30747μεταμηχανήμε-τα-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεταμηχανή αναζήτησης: ΠΛΗΡΟΦ. μηχανή αναζήτησης που παρουσιάζει ταυτόχρονα αποτελέσματα από άλλες αντίστοιχες μηχανές. [< αγγλ. metasearch engine]
58714μεταμνημονιακός, ή, ό με-τα-μνη-μο-νι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στην εποχή μετά το μνημόνιο: ~οί: έλεγχοι/μηχανισμοί επιτήρησης/πλειστηριασμοί/στόχοι/φόροι. ~ές: αξιολογήσεις/δεσμεύσεις/υποχρεώσεις ~ά: αδιέξοδα/σχέδια.
30748μεταμοντερνισμόςμε-τα-μο-ντερ-νι-σμός ουσ. (αρσ.): σύγχρονο ρεύμα που εμφανίστηκε αρχικά στην τέχνη, τη λογοτεχνία και την αρχιτεκτονική, επηρέασε όμως στη συνέχεια την κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία, το οποίο αποκηρύσσει τις αρχές και τις πρακτικές του καθιερωμένου μοντερνισμού, δίνοντας έμφαση στην πολλαπλότητα, τον εκλεκτικισμό, τη σχετικότητα και τον εντυπωσιασμό. Πβ. μετανεωτερικότητα. Βλ. -ισμός, νεωτερικότητα, νεωτερισμός. ΣΥΝ. μετανεωτερισμός [< αγγλ. postmodernism, 1979, γαλλ. postmodernisme]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.