| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30763 | μεταμοσχεύω | με-τα-μο-σχεύ-ω ρ. (μτβ.) {μεταμόσχευ-σε, μεταμοσχεύ-σει, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -μένος, συνηθέστ. μεσοπαθητ.} 1. ΙΑΤΡ. εμφυτεύω όργανο ή ιστό σε άλλη θέση στο ίδιο σώμα ή σε ομόλογη θέση άλλου σώματος: Το ήπαρ του άτυχου νέου ~τηκε σε τριαντάχρονη. ~μένη: καρδιά/ωοθήκη. ~μένα: κύτταρα/μαλλιά.|| ~μένοι: ασθενείς (: στους οποίους έχει γίνει μεταμόσχευση). (κ. ως ουσ. αρσ.) ~μένοι μυελού των οστών. ΣΥΝ. μεταφυτεύω (3) 2. ΓΕΩΠ. εμβολιάζω, μπολιάζω. Βλ. μεταφυτεύω. [< 1: γαλλ. transplanter, αγγλ. transplant 2: μτγν. μεταμοσχεύω] | |
| 30764 | μεταμφιέζω | με-ταμ-φι-έ-ζω ρ. (μτβ.) {μεταμφίε-σα, μεταμφιέ-σω, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στώ (λόγ.) -σθώ, μεταμφιεζ-όμενος, μεταμφιε-σμένος, μεταμφιέζ-οντας} 1. {συνήθ. μεσοπαθ.} αλλάζω την εξωτερική εμφάνιση κάποιου, ώστε να μην είναι αναγνωρίσιμος: Κατάφερε να δραπετεύσει ~σμένος σε αστυνομικό. Πβ. ντύνομαι.|| (ως ουσ.) Αποκριάτικος χορός/παρέλαση ~σμένων (= μασκαράδων, μασκαρεμένων· βλ. μπαλ μασκέ). ΣΥΝ. μασκαρεύομαι 2. (μτφ.) δίνω νέα μορφή σε κάτι, το μεταμορφώνω: ~ονται σε πατριώτες. Πβ. καμουφλάρω. [< 1: μτγν. μεταμφιάζω, μεταμφιέζω, γαλλ. déguiser] | |
| 30765 | μεταμφίεση | με-ταμ-φί-ε-ση ουσ. (θηλ.) 1. αλλαγή της εξωτερικής εμφάνισης κάποιου, ώστε να μην είναι αναγνωρίσιμος· συνεκδ. νέα εμφάνιση: αποκριάτικη/αστεία/πετυχημένη/πρωτότυπη ~. Βλ. καρναβάλι, κουστούμι, μάσκα, στολή. ΣΥΝ. μασκάρεμα 2. (μτφ.) μεταμόρφωση, απόκρυψη με στόχο την πλάνη: ~ του παλιού σε καινούργιο. Πβ. καμουφλάρισμα. [< γαλλ. déguisement] | |
| 30766 | μετανακτορικός | , ή, ό με-τα-να-κτο-ρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μετανακτορική περίοδος/εποχή: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. (στη Μινωική Κρήτη) το χρονικό διάστημα περ. από την καταστροφή των ανακτόρων το 1450 π.Χ. ως το 1100 π.Χ. | |
| 30767 | μετανάλυση | βλ. μεταανάλυση | |
| 30768 | μετανάστευση | με-τα-νά-στευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. ατομική ή ομαδική μετάβαση από την πατρική γη σε άλλον τόπο για αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης: αναγκαστική/γυναικεία/εκούσια/εξωτερική/εποχι(α)κή/εργασιακή/μαζική/οικονομική/παράνομη (= λαθρο~)/πολιτική/φοιτητική ~. ~ επιστημόνων. Τμήμα Αλλοδαπών και ~ης. Πβ. εκπατρισμός, μετοικεσία, μετοίκηση. ΣΥΝ. αποδημία (1), ξενιτεμός ΑΝΤ. επαναπατρισμός, παλιννόστηση (1) 2. ΖΩΟΛ. εποχική μαζική μετακίνηση ορισμένων πτηνών ή ψαριών σε άλλη περιοχή με διαφορετικό κλίμα: ~ των χελιδονιών. Ετήσιες ~εύσεις. ΣΥΝ. αποδημία (2) 3. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. (για κύτταρα) αλλαγή θέσης: ~ των λευκοκυττάρων (= διαπίδυση). ~ των καρκινικών κυττάρων (= μετάσταση). ● ΣΥΜΠΛ.: εσωτερική μετανάστευση: που γίνεται στο εσωτερικό μιας χώρας και έχει συνήθ. τη μορφή της αστυφιλίας., κυκλική/προσωρινή μετανάστευση: επιστροφή των μεταναστών στις χώρες προέλευσής τους, αφού έχουν αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες κατά την εργασία τους για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στη χώρα υποδοχής (κυρ. με αναφορά σε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης). [< αγγλ. circular migration] , ελευθερία (της) εγκατάστασης/(της) μετακίνησης/(της) μετανάστευσης βλ. ελευθερία [< μεσν. μετανάστευσις, γαλλ. migration] | |
| 30769 | μεταναστευτικός | , ή, ό με-τα-να-στευ-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μετανάστευση ή στον μετανάστη: ~ός: νόμος. ~ή: βίζα/κρίση/πολιτική/υπηρεσία. ~ό: κύμα/ρεύμα/συνάλλαγμα. ~ές: δομές/κοινότητες/ροές (προς την Ευρώπη)/τάσεις. ~ά: εμβάσματα. Η χώρα δέχεται έντονες ~ές πιέσεις. Βλ. αντι~, λαθρο~. || (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. ζήτημα/πρόβλημα).|| (ΖΩΟΛ.) ~ή: περίοδος. (ΟΡΝΙΘ.) ~ά: πουλιά (= αποδημητικά, ΑΝΤ. επιδημητικός). [< γαλλ. migratoire, migrateur] | |
| 30770 | μεταναστεύω | με-τα-να-στεύ-ω ρ. (αμτβ.) {μετανάστευ-σα, μεταναστεύ-σω, -οντας}: φεύγω από την πατρίδα μου, ατομικά ή ομαδικά, για να ζήσω σε άλλον τόπο, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης: Οι γονείς του ~σαν στην Αμερική.|| (ΒΙΟΛ.) Κύτταρα που ~ουν. ΣΥΝ. μετοικώ, ξενιτεύομαι ΑΝΤ. επαναπατρίζομαι, παλιννοστώ ● μεταναστεύει: (για πτηνά ή ψάρια) μετακινείται εποχικά και ομαδικά σε άλλη περιοχή με διαφορετικό κλίμα: Οι θαλάσσιες χελώνες/οι φάλαινες/τα χελιδόνια ~ουν. ΣΥΝ. αποδημεί ΑΝΤ. ενδημεί (2) [< μτγν. μεταναστεύω, γαλλ. émigrer] | |
| 30771 | μετανάστης, μετανάστρια | με-τα-νά-στης ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που φεύγει από την πατρίδα του, για να ζήσει αλλού, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης: Έλληνες ~ες στην Αυστραλία/στη Γερμανία/στις ΗΠΑ (πβ. ομογενής). Παράνομοι/παράτυποι ~ες (= λαθρομετανάστες). Έφυγε ~ στον Καναδά. Κέντρο/χώρα υποδοχής ~ών.|| Εσωτερικοί ~ες. Πβ. μέτοικος (2), ξενιτεμένος Βλ. αλλοδαπός, ιθαγένεια, πρόσφυγας. ● ΣΥΜΠΛ.: οικονομικοί μετανάστες/πρόσφυγες βλ. οικονομικός [< αρχ. μετανάστης, γαλλ. (é)migrant, immigré] | |
| 30772 | μεταναστόπουλο | με-τα-να-στό-που-λο ουσ. (ουδ.): παιδί μεταναστών: προγράμματα σχολικής και κοινωνικής ενίσχυσης ~ων. | |
| 30773 | μετάνεφρος | με-τά-νε-φρος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. μόνιμος εμβρυϊκός νεφρός (θηλαστικών, πτηνών και ερπετών) που υποκαθιστά τον μεσόνεφρο. [< γαλλ. métanéphros, αγγλ. metanephron, metanephros] | |
| 30774 | μετανεωτερικός | , ή, ό με-τα-νε-ω-τε-ρι-κός επίθ.: μεταμοντέρνος, μετανεωτεριστικός. ΑΝΤ. προνεωτερικός [< αγγλ. postmodern, 1949, γαλλ. postmoderne, 1979] | |
| 30775 | μετανεωτερικότητα | με-τα-νε-ω-τε-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μεταμοντερνισμός, με έμφαση κυρ. στην κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. postmodernity] | |
| 30776 | μετανεωτερισμός | με-τα-νε-ω-τε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): μεταμοντερνισμός. Βλ. -ισμός. | |
| 30777 | μετανεωτεριστικός | , ή, ό με-τα-νε-ω-τε-ρι-στι-κός επίθ.: μεταμοντέρνος. | |
| 58713 | μετανθρωπισμός | με-ταν-θρω-πι-σμός ουσ. (αρσ.): 1. ΦΙΛΟΣ. θεωρία, σύμφωνα με την οποία η υλική υπόσταση του ανθρώπου αποτελεί απλώς έναν σταθμό στην πορεία ανάπτυξης της συνολικής του οντότητας και με τον θάνατο μεταβαίνει στο επόμενο στάδιο, αυτό του μετανθρώπου. Βλ. -ισμός, μετενσάρκωση. 2. & διανθρωπισμός επαναστατική θεωρία σύμφωνα με την οποία το ανθρώπινο είδος μπορεί με τα διαρκώς εξελισσόμενα επιστημονικά και τεχνολογικά μέσα να υπερβεί τους σημερινούς φυσικούς, διανοητικούς και ψυχικούς περιορισμούς που οδηγούν σε μια προδιαγεγραμμένη μοιραία πορεία. [< αγγλ. post-humanism 2: transhumanism] | |
| 30778 | μετάνθρωπος | με-τάν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): (στη Μεταφυσική) η εξελιγμένη μορφή του ανθρώπου μετά τον θάνατο: τα τρία στάδια της ανθρώπινης οντότητας: έμβρυο, σώμα, ~. [< αγγλ. post-human] | |
| 30779 | μετάνιωμα | με-τά-νιω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) & (λογοτ.) μετανιωμός (ο): μεταμέλεια, μετάνοια. [< μεσν. μετάνιωμα] | |
| 30780 | μετανιώνω | με-τα-νιώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μετάνιω-σα, μετανιώ-σω, -μένος, μετανιών-οντας} 1. αλλάζω γνώμη ή απόφαση: Δεν ~ ποτέ για τις επιλογές μου. ~σες που αρνήθηκες την προσφορά τους; Άκουσέ με και δεν θα το ~σεις. Βλ. μεταπείθω, σκυλο~, ψιλο~. 2. λυπάμαι για κάποιο σφάλμα ή παράλειψή μου, μετανοώ: Έχει ~σει για την κακή συμπεριφορά του. Ο δράστης/κατηγορούμενος δήλωσε ~μένος (ΑΝΤ. αμετανόητος).|| (ως απειλή ή προειδοποίηση) Αυτό που έκανες, θα το ~σεις πικρά μια μέρα! [< μεσν. μετανιώνω] | |
| 30781 | μετάνοια | με-τά-νοι-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -οίας} 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μετανοώ: αληθινή ~. Δείχνω/εκφράζω την ειλικρινή μου ~ για ... Δήλωση/διάθεση/ένδειξη/κήρυγμα/πράξη ~ας/~οίας.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Εξομολόγηση/προσευχή/συγχώρηση και ~. Καλώ κάποιον σε ~. ΣΥΝ. μεταμέλεια ΑΝΤ. αμετανοησία 2. {με συνίζηση, συλλαβίζεται με-τά-νοια, συνήθ. στον πληθ.} γονυκλισία και σκύψιμο του κεφαλιού προς το έδαφος ως έκφραση θρησκευτικής ευλάβειας· (σπάν.-γενικότ.) παράκληση, ικεσία: Κάνει ~ες κάθε βράδυ. ● ΣΥΜΠΛ.: έμπρακτη μετάνοια βλ. έμπρακτος [< μτγν. μετάνοια] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ