| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30749 | μεταμοντερνιστής | με-τα-μο-ντερ-νι-στής επίθ./ουσ.: θεωρητικός ή οπαδός του μεταμοντερνισμού: ~ λογοτέχνης. [< αγγλ. postmodernist, 1966] | |
| 30750 | μεταμοντέρνος | , α, ο με-τα-μο-ντέρ-νος επίθ.: που σχετίζεται με τον μεταμοντερνισμό: ~ος: πολιτισμός/χορός. ~α: αρχιτεκτονική/εποχή/λογοτεχνία/σκέψη/τέχνη/φιλοσοφία. ~ες: θεωρίες/προσεγγίσεις. Βλ. νεωτερ-, νεωτεριστ-ικός, σύγχρονος. ΣΥΝ. μετανεωτερικός, μετανεωτεριστικός ● Ουσ.: μεταμοντέρνο (το): μεταμοντερνισμός. [< αγγλ. postmodern, 1949, γαλλ. postmoderne, 1979] | |
| 30751 | μεταμορφικός | , ή, ό με-τα-μορ-φι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που μεταβάλλεται ως προς τη δομή ή τη μορφή του εξαιτίας φυσικών παραγόντων ή που σχετίζεται με τέτοιους είδους μεταβολές: ~ά: πετρώματα (βλ. ασβεστόλιθος. ΣΥΝ. μεταμορφωσιγενή). [< γαλλ. métamorphique, αγγλ. metamorphic] | |
| 30752 | μεταμορφισμός | με-τα-μορ-φι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΛ. μεταβολή της ορυκτολογικής σύστασης πετρώματος, κυρ. λόγω θερμοκρασίας ή πίεσης. ΣΥΝ. μεταμόρφωση (3) 2. (μτφ.) μεταμόρφωση: πολιτικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. métamorphisme, αγγλ. metamorphism] | |
| 30753 | μεταμορφοψία | με-τα-μορ-φο-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της όρασης κατά την οποία τα ορατά αντικείμενα γίνονται αντιληπτά παραμορφωμένα λόγω οφθαλμικής ή εγκεφαλικής πάθησης. [< γαλλ. métamorphopsie, αγγλ. metamorphopsia] | |
| 30754 | μεταμορφώνω | με-τα-μορ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {μεταμόρφω-σε, μεταμορφώ-σει, -θηκε, -θεί, μεταμορφών-οντας, μεταμορφω-μένος} 1. δίνω νέα μορφή ή σχήμα σε κάποιον ή κάτι, του αλλάζω την εξωτερική εμφάνιση: Παλιά αντικείμενα μπορούν να ~θούν (= μεταβληθούν, μετατραπούν) σε μικρά έργα τέχνης. Για τις ανάγκες του ρόλου ~θηκε σε μπαλαρίνα. (στη μυθολογία) Θεοί που ~ονται σε ζώα. Πβ. μεταπλάθω. 2. (μτφ.) προκαλώ ριζικές αλλαγές στον χαρακτήρα, τη φύση, τη δομή, τη λειτουργία: Οι νέες τεχνολογίες ~ουν (= μετασχηματίζουν) την εκπαίδευση/τους οργανισμούς. Επέστρεψε από το ταξίδι ~μένη (βλ. ανανεωμένη). ● ΣΥΜΠΛ.: μεταμορφωμένα πετρώματα βλ. πέτρωμα1 [< μτγν. μεταμορφῶ, γαλλ. métamorphoser, αγγλ. metamorphose] | |
| 30755 | μεταμόρφωση | με-τα-μόρ-φω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ριζική συνήθ. αλλαγή της μορφής, της φύσης ή της δομής ενός στοιχείου ή προσώπου, σε βαθμό που να μην αναγνωρίζεται και γενικότ. κάθε είδους σημαντική μεταβολή: θεαματική ~. ~ μιας πόλης. Διαδοχικές ~ώσεις. Οι ~ώσεις ενός θεατρικού χώρου.|| Σκηνική ~ ηθοποιού.|| Εσωτερική/ιδεολογική/κοινωνική/πνευματική/πολιτική/προσωπική ~. Πβ. μετάπλαση, μετατροπή. Βλ. αναμόρφωση. 2. ΒΙΟΛ. ολική αλλαγή της μορφής και του τρόπου ζωής που υφίστανται ορισμένα είδη ζώων κατά την ανάπτυξή τους, πριν από τη φάση ενηλικίωσής τους: η ~ του γυρίνου σε βάτραχο/της κάμπιας σε πεταλούδα. Στάδια ~ης (βλ. νύμφη, χρυσαλλίδα). 3. ΓΕΩΛ. μεταμορφισμός: καθολική ~. ~ επαφής. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεταμόρφωση του Σωτήρος: ΕΚΚΛΗΣ. η εκούσια μεταβολή της φθαρτής φύσης του Ιησού Χριστού στο όρος Θαβώρ της Γαλιλαίας· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη εορτή (6 Αυγούστου) ή ο ναός που είναι αφιερωμένος σε αυτό το γεγονός. Βλ. άκτιστο(ν) φως. [< 1: μτγν. μεταμόρφωσις, γαλλ. métamorphose, αγγλ. metamorphosis] | |
| 30756 | μεταμορφωσιγενής | , ής, ές με-τα-μορ-φω-σι-γε-νής επίθ.: ΓΕΩΛ. (για πέτρωμα) που έχει δημιουργηθεί με μεταμορφισμό. Βλ. εκρηξι-, ηφαιστειο-, ιζηματο-, πυρι-γενής. ΣΥΝ. μεταμορφικός | |
| 30757 | μεταμορφώσιμος | , η, ο με-τα-μορ-φώ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να αλλάξει ύλη, μορφή: ~ο: σκηνικό. (για πρόσ.) Εξαιρετικά ~η ηθοποιός. [< γαλλ. métamorphosable, αγγλ. metamorphosable] | |
| 30758 | μεταμορφωτής | με-τα-μορ-φω-τής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που δίνει νέα μορφή σε κάτι, αλλάζοντάς το ουσιαστικά: (Θεωρείται) ο ~ της ομάδας. Πβ. αναμορφωτής, ανανεωτής, μεταρρυθμιστής. 2. ΗΛΕΚΤΡ. μετασχηματιστής. [< γαλλ. transformateur] | |
| 30759 | μεταμορφωτικός | , ή, ό με-τα-μορ-φω-τι-κός επίθ.: που προκαλεί μεταμόρφωση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: λόγος. ~ή: δύναμη (π.χ. της αγάπης)/εμπειρία/ικανότητα (ενός ζωγράφου). Πβ. αναμορφωτ-, μετασχηματιστ-ικός. ● επίρρ.: μεταμορφωτικά: Λειτουργεί ~. [< μεσν. μεταμορφωτικός] | |
| 30760 | μεταμόσχευση | με-τα-μό-σχευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. εμφύτευση οργάνου ή ιστού σε άλλη θέση στο ίδιο σώμα ή σε ομόλογη θέση άλλου σώματος: ~ δέρματος/καρδιάς/κερατοειδούς/μαλλιών/μυελού των οστών/πνεύμονα/προσώπου. Αυτόλογη ~ (= αυτο~). Λίστα αναμονής για ~. Μονάδα ~εύσεων. Υπεβλήθη σε ταυτόχρονη ~ νεφρού και ήπατος. Βλ. δωρεά οργάνων (σώματος), ΕΟΜ, ιστοσυμβατότητα, μόσχευμα, ξενο~. ΣΥΝ. μεταφύτευση (3), μετεμφύτευση 2. ΓΕΩΠ. εμβολιασμός, μπόλιασμα. [< 1: γαλλ.-αγγλ. transplantation 2: μτγν. μεταμόσχευσις] | |
| 30761 | μεταμοσχευτής | με-τα-μο-σχευ-τής ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. χειρουργός ειδικευμένος στις μεταμοσχεύσεις. [< αγγλ. transplanter, 1970] | |
| 30762 | μεταμοσχευτικός | , ή, ό με-τα-μο-σχευ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη μεταμόσχευση: ~ός: τουρισμός (: σε χώρες όπου γίνεται εμπόριο οργάνων). ~ή: ομάδα (ήπατος/καρδιάς). ~ό: κέντρο. [< αγγλ. transplant, 1963] | |
| 30763 | μεταμοσχεύω | με-τα-μο-σχεύ-ω ρ. (μτβ.) {μεταμόσχευ-σε, μεταμοσχεύ-σει, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -μένος, συνηθέστ. μεσοπαθητ.} 1. ΙΑΤΡ. εμφυτεύω όργανο ή ιστό σε άλλη θέση στο ίδιο σώμα ή σε ομόλογη θέση άλλου σώματος: Το ήπαρ του άτυχου νέου ~τηκε σε τριαντάχρονη. ~μένη: καρδιά/ωοθήκη. ~μένα: κύτταρα/μαλλιά.|| ~μένοι: ασθενείς (: στους οποίους έχει γίνει μεταμόσχευση). (κ. ως ουσ. αρσ.) ~μένοι μυελού των οστών. ΣΥΝ. μεταφυτεύω (3) 2. ΓΕΩΠ. εμβολιάζω, μπολιάζω. Βλ. μεταφυτεύω. [< 1: γαλλ. transplanter, αγγλ. transplant 2: μτγν. μεταμοσχεύω] | |
| 30764 | μεταμφιέζω | με-ταμ-φι-έ-ζω ρ. (μτβ.) {μεταμφίε-σα, μεταμφιέ-σω, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στώ (λόγ.) -σθώ, μεταμφιεζ-όμενος, μεταμφιε-σμένος, μεταμφιέζ-οντας} 1. {συνήθ. μεσοπαθ.} αλλάζω την εξωτερική εμφάνιση κάποιου, ώστε να μην είναι αναγνωρίσιμος: Κατάφερε να δραπετεύσει ~σμένος σε αστυνομικό. Πβ. ντύνομαι.|| (ως ουσ.) Αποκριάτικος χορός/παρέλαση ~σμένων (= μασκαράδων, μασκαρεμένων· βλ. μπαλ μασκέ). ΣΥΝ. μασκαρεύομαι 2. (μτφ.) δίνω νέα μορφή σε κάτι, το μεταμορφώνω: ~ονται σε πατριώτες. Πβ. καμουφλάρω. [< 1: μτγν. μεταμφιάζω, μεταμφιέζω, γαλλ. déguiser] | |
| 30765 | μεταμφίεση | με-ταμ-φί-ε-ση ουσ. (θηλ.) 1. αλλαγή της εξωτερικής εμφάνισης κάποιου, ώστε να μην είναι αναγνωρίσιμος· συνεκδ. νέα εμφάνιση: αποκριάτικη/αστεία/πετυχημένη/πρωτότυπη ~. Βλ. καρναβάλι, κουστούμι, μάσκα, στολή. ΣΥΝ. μασκάρεμα 2. (μτφ.) μεταμόρφωση, απόκρυψη με στόχο την πλάνη: ~ του παλιού σε καινούργιο. Πβ. καμουφλάρισμα. [< γαλλ. déguisement] | |
| 30766 | μετανακτορικός | , ή, ό με-τα-να-κτο-ρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μετανακτορική περίοδος/εποχή: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. (στη Μινωική Κρήτη) το χρονικό διάστημα περ. από την καταστροφή των ανακτόρων το 1450 π.Χ. ως το 1100 π.Χ. | |
| 30767 | μετανάλυση | βλ. μεταανάλυση | |
| 30545 | μετανάλυση | με-τα-α-νά-λυ-ση ουσ. (θηλ.) & μετα-ανάλυση & μετανάλυση: συστηματική ανάλυση και μελέτη, κυρ. με χρήση στατιστικών μεθόδων, διαφόρων ερευνών που πραγματεύονται το ίδιο θέμα: ~ τυχαιοποιημένων κλινικών δοκιμών. Μοντέλα ~ης. [< αγγλ. metatanalysis, 1914] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ