| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 30782 | μετανοώ | [μετανοῶ] με-τα-νο-ώ ρ. (αμτβ.) {μετανο-είς ... | μετανό-ησα, -ήσω, -ημένος, -ώντας} (λόγ.): λυπάμαι για κάποιο σφάλμα ή αμάρτημά μου και προσπαθώ να το επανορθώσω: ~ησαν πικρά για τη στάση τους. Εμφανίστηκε ~ημένη για ό,τι έχει συμβεί (ΑΝΤ. αμετανόητος). ΣΥΝ. μεταμελούμαι, μετανιώνω (2) [< αρχ. μετανοῶ] | |
| 30783 | μετανοών | , ούσα, ούν [μετανοῶν] με-τα-νο-ών επίθ./ουσ. (λόγ.): πρόσωπο που μετανοεί: (συνήθ. ως ουσ.) Ο Κύριος ελεεί τον ~ούντα.|| Ως επίθ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μετανοούσα Μαγδαληνή βλ. Μαγδαληνή [< μτγν. μετανοῶν] | |
| 30784 | μέταξα | μέ-τα-ξα ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): μετάξι. [< μτγν. μέταξα] | |
| 30785 | μεταξένιος | , ια, ιο με-τα-ξέ-νιος επίθ. 1. (μτφ.) που είναι απαλός σαν μετάξι: ~ια: φωνή. ~ιο: τρίχωμα. (κυρ. για καλλυντικά προϊόντα) Κρέμα με ~ια υφή. Σαμπουάν για λεία και ~ια μαλλιά/για μαλλιά με ~ια λάμψη. Μέικ απ που χαρίζει ~ια αίσθηση/απαλότητα στην επιδερμίδα. Βλ. βελούδινος. 2. (κυριολ.) μεταξωτός: ~ια: κλωστή. ~ιο: πέπλο/φόρεμα. ~ια: υφάσματα. Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. μετάξινος, μεταξοΰφαντος [< μεσν. μεταξένιος] | |
| 30786 | μεταξεταστέος | βλ. μετεξεταστέος | |
| 30787 | μετάξι | με-τά-ξι ουσ. (ουδ.) {μεταξ-ιού}: ουσία που εκκρίνεται με μορφή λεπτού και λαμπερού νήματος από διάφορα αρθρόποδα (κυρ. τον μεταξοσκώληκα, άλλες κάμπιες, αλλά και τις αράχνες)· ιδ. συνεκδ. το νήμα, το ύφασμα ή το ρούχο που κατασκευάζεται από αυτή την ουσία: άγριο (βλ. σουά σοβάζ)/ακατέργαστο/καθαρό/συνθετικό/τεχνητό/φυσικό ~. Κόκκινο/λευκό ~.|| ~ για πλέξιμο (: μεταξένια κλωστή). Χειροποίητο χαλί από μαλλί και ~.|| Ζωγραφική σε ~.|| (μτφ.) Δέρμα/μαλλιά (σαν) ~ (: απαλά, λαμπερά). ● ΣΥΜΠΛ.: ο δρόμος/η οδός του μεταξιού: αρχαία εμπορική οδός που ένωνε την Ανατολή με τη Δύση και εξυπηρετούσε πολιτιστικούς και θρησκευτικούς σκοπούς. [< γερμ. Seidenstraße, αγγλ. Silk Road] [< μτγν. μετάξιον, μεσν. μετάξι(ν)] | |
| 30788 | μεταξικός | , ή, ό με-τα-ξι-κός επίθ. ΙΣΤ.-ΠΟΛΙΤ.: που αναφέρεται στο δικτατορικό καθεστώς που επέβαλε ο Ιωάννης Μεταξάς την 4η Αυγούστου 1936 (ως το 1941): ~ός: νόμος. ~ή: δικτατορία.|| Οι ~οί (: οι οπαδοί του Μεταξά). | |
| 30789 | μετάξινος | , η, ο με-τά-ξι-νος επίθ. (σπάν.): μεταξωτός, μεταξένιος. | |
| 30790 | μεταξίωση | με-τα-ξί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΣ. αλλαγή του καθιερωμένου κώδικα αξιών: ~ ενός πολιτικού συστήματος. | |
| 30791 | μεταξοβιομηχανία | με-τα-ξο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.) (παρωχ.): βιομηχανία παραγωγής και επεξεργασίας μεταξιού· συνεκδ. το αντίστοιχο εργοστάσιο. Βλ. σηροτροφία. | |
| 30792 | μεταξογόνος | , ος, ο με-τα-ξο-γό-νος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: μεταξογόνος αδένας: ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. αδένας του μεταξοσκώληκα που εκκρίνει την ουσία από την οποία παράγεται το μετάξι. | |
| 30793 | μεταξοειδής | , ής, ές με-τα-ξο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει την υφή μεταξιού: ~ές: τρίχωμα. ~ή: άνθη. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. μεταξένιος (1) | |
| 30794 | μεταξόνιο | με-τα-ξό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΤΕΧΝΟΛ. η απόσταση μεταξύ των κέντρων εμπρόσθιου και οπίσθιου τροχού ενός οχήματος. Βλ. μετατρόχιο. [< γαλλ. empattement] | |
| 30795 | μεταξοσκώληκας | με-τα-ξο-σκώ-λη-κας ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. η κάμπια (επιστ. ονομασ. Bombyx mori) που εκκρίνει την ουσία από την οποία παράγεται το μετάξι: κουκούλι ~α. Εκτροφή ~ων (= σηροτροφία). [< γαλλ. ver à soie] | |
| 30796 | μεταξοσκωληκοτροφία | με-τα-ξο-σκω-λη-κο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.) (παρωχ.): ΖΩΟΤ. σηροτροφία. | |
| 30797 | μεταξόσπορος | με-τα-ξό-σπο-ρος ουσ. (αρσ.): αβγό μεταξοσκώληκα. [< μεσν. μεταξόσπορος] | |
| 30798 | μεταξοτυπία | με-τα-ξο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. τεχνική καλλιτεχνικών κυρ. εκτυπώσεων κατά την οποία χρησιμοποιείται ένα πλαίσιο (οθόνη) με τεντωμένο πάνω σε αυτό πλέγμα (γάζα)· συνεκδ. το αντίστοιχο έργο (τέχνης): συλλεκτική/χειροποίητη ~. ~ σε γυαλί/ξύλο/πλαστικό/ύφασμα (βλ. στάμπα)/χαρτί. Υπογεγραμμένες ~ες του γνωστού ζωγράφου ... Βλ. στένσιλ, χαρακτικό, βαθυ-, χρυσο-τυπία, λιθο-, ξυλο-, χαλκο-γραφία. [< γερμ. Seidensiebdruck] | |
| 30799 | μεταξοτυπικός | , ή, ό με-τα-ξο-τυ-πι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη μεταξοτυπία: ~ή: εκτύπωση/μηχανή. ~ό: μελάνι. Βλ. χαρακτικός, λιθο-, ξυλο-, χαλκο-γραφικός. | |
| 30800 | μεταξουργείο | [μεταξουργεῖο] με-τα-ξουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.) (παρωχ.): εργοστάσιο επεξεργασίας ή/και ύφανσης μεταξιού. [< γαλλ. soierie, γερμ. Seidenfabrik] | |
| 30801 | μεταξουργία | με-τα-ξουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παραγωγή και επεξεργασία μεταξιού και ο αντίστοιχος βιομηχανικός κλάδος. Πβ. μεταξοϋφαντουργία. Βλ. -ουργία, σηροτροφία. [< γαλλ. soierie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ